Αριθμός 1424/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαγεωργίου, για αναίρεση της 843/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγουσα την ..... χήρα Ψ1, κάτοικο ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φεραίο Νάνη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως ως και στο από 21 Φεβρουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1943/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.1 του Π.Κ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α)να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ)από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ΄ αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών, που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεώς του (ενέργειας ή παραλείψεώς) και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος ή ότι αυτός διακόπηκε, λόγω της παρεμβληθείσας συμπεριφοράς τρίτων προσώπων, με την οποία συνδέεται αιτιωδώς το εγκληματικό αποτέλεσμα, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας, εν όψει του ότι, ελλείποντος αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως του δράστη και του εγκληματικού αποτελέσματος, δεν θεμελιώνεται η πράξη, ως πρώτο στοιχείο του εγκλήματος και επομένως, η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού δεν χρήζει ιδιαίτερης αιτιολόγησης. Τέλος, επί πραγματογνωμοσύνης, όταν το δικαστήριο δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, οφείλει για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικαστική πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα περιστατικά, που αποκλείουν εκείνα, επί των οποίων ο πραγματογνώμονας θεμελίωσε το πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του,. όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και οι τρεις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι ιατρός ορθοπεδικός και υπό την ιδιότητα αυτή παρείχε, κατά το μήνα Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1998, τις υπηρεσίες του στην ενταύθα ιδιωτική κλινική, με την επωνυμία "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ". Στην κλινική αυτή εισήχθη την 26-8-1998, με παραπεμπτικό του Ι.Κ.Α, ο σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ1 , ετών 34, πάσχων από οξεία δισκοπάθεια, τη νοσηλεία δε και την παρακολούθηση αυτού ανέλαβε ο κατηγορούμενος. Παραλλήλως, ο ασθενής αυτός έπασχε και από έλκος βολβού δωδεκαδάκτυλου, έχοντας μάλιστα προσφάτως (ήτοι κατά τον αυτό μήνα Αύγουστο 1998) υποβληθεί σε σχετική θεραπεία. Τούτο εγνωστοποιήθη αμέσως στον κατηγορούμενο, όπως καταθέτει η πολιτικώς ενάγουσα και διαπιστώνεται από το Δελτίο Νοσηλείας Αδελφής, που ετηρείτο για τον ανωτέρω ασθενή, όπου γίνεται αναφορά περί αυτού, που άλλωστε ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί. Η φυσικοθεραπεία που ακολουθήθηκε εν προκειμένω στον ασθενή ήταν ήπια, όπως και η χορήγηση σειράς φαρμάκων, υπακτικών του εντέρου, ηρεμιστικών, αναλγητικών και αντιπυρετικών, για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που ενεφάνιζε (Duphslac sir και Elorizan tab επί δυσκοιλιότητας, Xanax tab, Apotel amp επί πόνου, Depon tab, Lonagid tab επί πυρετού). Η χορήγηση των άνω φαρμάκων δεν αντεδείκνυνται σε ελκοπάθειες (βλ. και εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης). Όμως, την 30-8-1998 ο ασθενής ενεφάνισε "πρήξιμο" του στομάχου ( που έχει καταγραφεί στο προαναφερόμενο Δελτίο Νοσηλείας αυτού, ως "διόγκωση στομάχου στα πλάγια"), μη κανονική αναπνοή (δύσπνοια), ταχυκαρδία και πόνο στην πλάτη, ενώ από 1-9-1998 ενεφάνισε σταθερό πυρετό. Στα συμπτώματα αυτά ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή, όπως όφειλε, ως μέσος συνετός ιατρός, επιδεικνύοντας το ανάλογο καθήκον επιμελείας, δεν υπέβαλε αυτόν (παθόντα) σε εξετάσεις, ούτε ζήτησε τη συνδρομή ιατρών άλλων ειδικοτήτων, ήτοι παθολόγου ή γαστρεντερολόγου, οπόταν θα διαπιστώνετο ότι είχε δημιουργηθεί πρόβλημα στον ασθενή. Την 5/9/1998 η κατάσταση της υγείας του ασθενούς επιδεινώθηκε και περί ώρα 10:15 μμ ενεφάνισε λιποθυμικό επεισόδιο και κόπρανα μαύρου χρώματος (ένδειξη γαστρορραγίας). Περί της καταστάσεώς του αυτής, ενημερώθηκε αμέσως τηλεφωνικώς ο κατηγορούμενος. Αυτός, όμως, παρέλειψε να μεταβεί στην κλινική αμέσως, ώστε να σχηματίσει ιδία αντίληψη περί της καταστάσεως του ασθενούς, να υποβάλει αυτόν σε εξετάσεις και να τον μεταφέρει αμέσως στο Νοσοκομείο, αλλά έδωσε εντολή να παρακολουθούνται τα κόπρανα αυτού, ενώ τα συμπτώματα, που του γνωστοποιήθηκαν κατά τα παραπάνω, έδειχναν ότι ο ασθενής είχε υποστεί ήδη γαστρορραγία. Αντιθέτως, μετέβη στην Κλινική μετά δίωρο, ήτοι περίπου περί ώρα 00:50 της 6/9/1998. Ως προς το χρόνο μεταβάσεως του κατηγορουμένου στην κλινική (00:50 της 6/9/1998) σαφώς και κατηγορηματικώς κατέθεσε η πολιτικώς ενάγουσα, που άλλωστε, αυτός συνάγεται ως αληθής και από το συσχετισμό μεταφοράς του ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, (πρέπει να σημειωθεί ότι ο χρόνος μεταβάσεως του κατηγορουμένου στην Κλινική είναι καταφανώς αλλοιωμένος στο προαναφερόμενο Δελτίο Νοσηλείας του ασθενούς, από 12:30 που είχε αρχήθεν αναγραφεί σε 11:30 και ο χρόνος μεταφοράς του ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας από 12:50 σε 11,50, κρίση η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι συγχρόνως δεν διορθώθηκε και το στοιχείο "π.μ.", που ανταποκρίνετο στον χρόνο και αναφέρετο στην πρώτη πρωινή ώρα της 6-9-1998, ενώ έχουν διαγραφεί, με λευκό διορθωτικό υλικό και λοιπά άγνωστα στοιχειά, τα οποία είχαν καταγραφεί και αναφέρονταν στον αυτό χρόνο). Ο κατηγορούμενος, αντιληφθείς ότι ο ασθενής ήταν σε σοβαρή κατάσταση, μετέφερε αυτόν αμέσως με το αυτοκίνητο του, χωρίς να καλέσει ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Κατά τη μεταφορά του ασθενούς στο Νοσοκομείο κατά την 1:30 της 6/9/1998 επελήφθη του περιστατικού ο ειδικευόμενος ιατρός της Β' Παθολογικής Κλινικής ......, ο οποίος, διαπιστώσας με εξέταση, την απώλεια αίματος από το στομάχι, που εβεβαιώνετο και από το χαμηλό αιματοκρίτη του ασθενούς (18), χορήγησε σ αυτόν τα αναγκαία φάρμακα ενδοφλεβίως και υποκατάστατο αίματος, ώστε να βοηθήσει τον ασθενή, όπως καταθέτει ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου, και επικοινωνώντας, λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως, με τη γαστρεντερολογική Κλινική του αυτού Νοσοκομείου, που όμως λειτουργούσε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Λάρισας, παρέπεμψε το περιστατικό εκεί, αφού προηγουμένως είχε κάνει διασταύρωση του αίματος του ασθενούς, που ήταν ομάδος (Ο-) και παρήγγειλε από το αρμόδιο τμήμα τρεις φιάλες αίματος. Στη γαστρεντερολογική κλινική που διεκομίσθη ο ασθενής επελήφθη του περιστατικού αυτού ο ειδικευόμενος τότε γαστρεντερολόγος Γ1, ο οποίος ακολούθησε τις εντολές που έδωσε σ αυτόν ο διευθυντής της ανωτέρω Κλινικής, ......, που αφίχθη ακολούθως. Όμως, κατά το χρόνο αυτό η κατάσταση του ασθενούς είχε επιβαρυνθεί, αφού από την γαστρεντερολογική εξέταση, που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι το στομάχι αυτού ήταν πλήρες παλαιού και νέου αίματος με θρόμβους και αυτός είχε απολέσει τα 2/3 του αίματος του. Έτσι, περί ώρα 03:00 και μετά την πάροδο δεκάλεπτου περίπου από της χορηγήσεως εις αυτόν αίματος, ο ασθενής κατέληξε, λόγω καρδιακής ανακοπής "συνεπεία υποξαιμίας από την αιμορραγία του στομάχου". Οι μάρτυρες ιατροί, αλλά και οι πραγματογνώμονες, κατέθεσαν ότι τα χορηγηθέντα φάρμακα δεν αντεδείκνυνται για ελκοπάθειες. Επίσης καταθέτουν, ότι ο χρόνος αντιδράσεως του κατηγορουμένου με τη μεταφορά του ασθενούς με Ε.Ι.Χ αυτοκίνητο και όχι με ασθενοφόρο, δεν ήταν επιβαρυντικός για τον ασθενή. Όμως δεικνύει τη σπουδή του κατηγορουμένου, ο οποίος, αντιληφθείς τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του ασθενούς, μετέφερε αυτόν με το άνω μέσο. Η γαστρορραγία έγινε αντιληπτή μεν, τη 10:15 βραδινή της 5/9/1998 (ημέρα Σάββατο), πλην όμως αυτή επήλθε πολύ πριν από την άνω ώρα. Οι μάρτυρες ιατροί και πραγματογνώμονες απέφυγαν, παρά τις επίμονες ερωτήσεις, να απαντήσουν σαφώς ως προς το χρόνο που συνέβη το επεισόδιο (γαστρορραγία). Άλλοι απ' αυτούς κατέθεσαν ότι μπορεί να συνέβη και προ ημερών, αν ήταν ήπιας μορφής, άλλοι, προ ωρών. Πάντως δεν επήλθε τη 10:15 μ.μ, διότι τότε θα είχε αιμορραγία με εκκενώσεις αίματος (κόκκινου χρώματος) ή αιματέμεση και όχι μαύρων κοπράνων που είχε αυτός που δημιουργούνται από τη χημική ένωση των υγρών και του αίματος, απαιτείται δε προς τούτο χρόνος 8 με 10 ώρες από την εκδήλωση της γαστρορραγίας. Γεγονός αναμφισβήτητο είναι ότι ο ασθενής από 30/8/1998, πέραν των άλλων, είχε και πόνους στην πλάτη και ταχυκαρδία που μπορεί να οφείλονται σε πολλά αίτια, αλλά και στο έλκος στομάχου. Δεδομένου ότι ο ασθενής είχε ιατρικό ιστορικό έλκους, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε, ως μέσος συνετός ιατρός, εάν δεν μπορούσε να διαπιστώσει την κατάσταση του ασθενούς ο ίδιος, να καλέσει άλλον ιατρό παθολόγο ή γαστρεντερολόγο για να εξετάσει τον ασθενή κατά το κρίσιμο διάστημα (30/8/1998 έως 5/9/1998), που όμως δεν έπραξε, παρά τις επίμονες εκκλήσεις της συζύγου του ασθενούς. Τούτο είναι καταλογιστέο στον κατηγορούμενο. Στο Νοσοκομείο που διεκομίσθη ο ασθενής αντιμετωπίστηκε με τους ορθούς και παραδεδειγμένους κανόνες της ιατρικής. Η μετάγγιση αίματος δεν ανέταξε αιμοδυναμικά τον ασθενή, διότι είχε απολέσει πολύ αίμα (αιματοκρίτης 18), με συνέπεια αυτή η μετάγγιση να αποβεί άκαρπη, (βλ. και εκθέσεις πραγματογνωμόνων). Έτσι, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο θάνατος του ασθενούς δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις εν γένει πράξεις ή παραλείψεις του, τυγχάνει κατ' ουσία αβάσιμος, διότι οι ιατροί του Νοσοκομείου προέβησαν κατά τα παραπάνω σ' όλες τις ενδεδειγμένες από ιατρικής απόψεως ενέργειες μέσα στα στενά χρονικά όρια που είχαν στη διάθεση τους. Ο θάνατος του ασθενούς, αποδείχθηκε ότι οφείλεται στην απώλεια αίματος ένεκα της απώλειας χρόνου (από ώρα 10:15 έως 0:50). Εάν ο ασθενής μεταφερόταν αμέσως στο Νοσοκομείο από της 10:15, 0 ασθενής δε θα κατέληγε. Οι πραγματογνώμονες, μη έχοντες ακριβή αντίληψη του χρόνου μεταβάσεως του κατηγορουμένου στην κλινική, δεν είναι σαφείς ως προς τα εξ αυτής της αδρανείας του τελευταίου αποτελέσματα. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το αίμα που χορηγήθηκε στον ασθενή με τη μετάγγιση, δεν ήταν συμβατό, με συνέπεια να καταλήξει από καρδιακή ανακοπή, προς ενίσχυση του οποίου επικαλείται και τα αναγνωστέα έγγραφα του Γ.Ν. Λάρισας (υπ' στοιχ. 11), δεν αποδείχθηκε. Τα άνω έγγραφα δεν αποδίδουν την πλήρη εικόνα των φιαλών αίματος που θα μεταγγιζόταν στον ασθενή, αν ληφθεί μάλιστα υπ' όψη ότι δεν πρόλαβε να μεταγγιστεί η πρώτη μονάδα αίματος. Από τα έγγραφα αυτά, δεν αποδεικνύεται ότι μεταγγίσθηκε στον ασθενή ασύμβατο αίμα, ο δε γιατρός που επελήφθη της μετάγγισης (Γ1) ήταν κατηγορηματικός, ότι η επικολλημένη ετικέτα της μονάδος αίματος που χορηγήθηκε στον ασθενή, έγραφε (Ο-). Από τη συνεκτίμηση των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε, κατά τη νοσηλεία του ανωτέρω ασθενούς, το επιβαλλόμενο αντικειμενικώς σε αυτόν, ως ιατρό, καθήκον επιμελείας και με τις παραλείψεις του, περί των οποίων έγινε λόγος, συνετέλεσε, αφ' ενός μεν στο να επιδεινωθεί η κατάσταση του ασθενούς, απομείναντος αβοήθητου, το δε να απολεσθεί πολύτιμος χρόνος και να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, όταν η κατάσταση τούτου ήταν βαρύτατη. Οι παραλείψεις του δε αυτές τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο ανθρωποκτονίας με παράλειψη από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ.1 ΠΚ, που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλειπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε, Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, ενώ περαιτέρω αναφέρει, ότι ο αναιρεσείων, παραβίασε το άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", κατά το οποίο ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρική αυτού συνδρομή, συμφώνως προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρών τις ισχύουσες, περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών, διατάξεις και περαιτέρω, τους κοινώς αναγνωρισμένους αδιαμφισβήτητους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο ιατρικό καθήκον επιμέλειας, παραθέτει δε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση και αποκλείουν τα περιστατικά στα οποία οι πραγματογνώμονες, Γ2, καθηγητής γαστρεντερολογίας και Γ3, καθηγητής παθολογίας στήριξαν το πόρισμά τους στις από 17-7-2003 και 17-9-2003 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τους αντιστοίχως, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο θάνατος του ασθενούς επήλθε την 03.00 ώρα, μετά πάροδο δέκα λεπτών περίπου από τη χορήγηση σ΄ αυτόν αίματος, λόγω καρδιακής ανακοπής, συνεπεία υποξαιμίας από αιμορραγία του στομάχου, για την οποία (αιμορραγία), ενώ υπήρχε ένδειξη, λόγω εκδηλώσεως λιποθυμικού επεισοδίου και εμφανίσεως την 10.15΄ μ.μ. ώρα της 5-9-1998 μαύρου χρώματος στα κόπρανα του ασθενούς, ο οποίος έπασχε από έλκος βολβού του δωδεκαδακτύλου, πράγμα που γνώριζε ο κατηγορούμενος και ενημερώθηκε αμέσως (10.15΄ μ.μ ώρα) τηλεφωνικώς ο τελευταίος για την ανωτέρω κατάσταση της υγείας του ασθενούς, αυτός μετέβη στην Κλινική μετά δίωρο περίπου και συγκεκριμένως την 00.50΄ ώραν της 6-9-1998, με αποτέλεσμα, η γενομένη, δέκα λεπτά πριν πεθάνει, μετάγγιση αίματος στον ασθενή, να μην μπορέσει να τον ανατάξει αιμοδοτικά, λόγω της απώλειας μεγάλης ποσότητας αίματος (αιματοκρίτης 18) και να καταλήξει αυτός την 03.00΄ ώρα της 6-9-1998, ενώ, η απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ των φερομένων ως αμελών παραλείψεών του και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του Ψ1, ο οποίος αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, διακόπηκε, αφότου διακόμισε τον παθόντα ζώντα, περιπατητικό και σε απόλυτη επαφή με το περιβάλλον από το "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ" στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, δεν έχρηζε ιδιαίτερης απαντήσεως και αιτιολογίας, αφού ο ισχυρισμός αυτός, όπως προαναφέρθηκε, ως βάλλων κατά της συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και επομένως, αιτιολογείται η απόρριψή του με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή του. Επίσης, η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στην κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, δεν έγινε, όπως από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει, επιλεκτικώς, προς αποκλεισμό των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά, λόγω της βαρύνουσας προδήλως σημασίας της, ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου μεταβάσεως του κατηγορουμένου στην κλινική (Ασκληπιείο Λάρισας), μετά την τηλεφωνική ενημέρωσή του για την επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ασθενούς. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1, 3 και 371 παρ. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται συζήτηση για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί και ενδεχομένως και για τα μέτρα ασφαλείας, καθώς και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Σε κάθε όμως περίπτωση, πρέπει υποχρεωτικώς να δοθεί ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση τελευταία στον κατηγορούμενο και αναφορικά με τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος και αν ακόμη δεν το ζητήσει. Από την παραβίαση της δικονομικής αυτής επιταγής επέρχεται ως προς τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ, λόγω μη τηρήσεως των ως άνω διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν σ΄ αυτόν και θεσπίζουν εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα σε περίπτωση παραβιάσεώς τους, ιδρυομένου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως της αποφάσεως, ως προς τη διάταξή της για τις πολιτικές αξιώσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για την ποινή και την επιδίκαση των πολιτικών απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας, δόθηκε ο λόγος στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας και, ακολούθως, στους συνηγόρους του κατηγορουμένου, οι οποίοι μίλησαν τελευταίοι και ζήτησαν να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο της ποινής και να ανασταλεί η εκτέλεσή της. Το ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου δεν αναφέρθηκαν στην τύχη των πολιτικών αξιώσεων της πολιτικώς ενάγουσας, δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο αυτό, αφού τους δόθηκε η δυνατότητα να μιλήσουν για το κεφάλαιο αυτό τελευταίοι, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν, προδήλως, επειδή η πολιτικώς ενάγουσα είχε παραστεί για ποσό 30 ευρώ, η επιδίκαση του οποίου ήταν βέβαιη μετά την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 περ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, ως προς το πρώτο σκέλος του, προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου ή τον ίδιο για να μιλήσουν τελευταίοι, ως προς την επιδίκαση των πολιτικών αξιώσεων της πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά προς τον ίδιο ως άνω λόγο, με το δεύτερο σκέλος του οποίου προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την εξέταση ως μαρτύρων σ΄ αυτό, προς διευκρίνιση των γνωμοδοτήσεών τους, των πραγματογνωμόνων, Γ2 και Γ3, οι οποίοι είχαν διοριστεί πραγματογνώμονες κατά την προδικασία, επειδή, με την εξέτασή τους, ως μαρτύρων στο ακροατήριο, δεν μπόρεσε ο κατηγορούμενος να ασκήσει το εκ των άρθρων 191 και 192 εδ. α΄ του ΚΠΔ υπερασπιστικό του δικαίωμα, δηλαδή να υποβάλει αίτηση εξαιρέσεώς τους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, μετά την έναρξη του έργου τους και πολύ περισσότερο μετά τη σύνταξη και κατάθεση των εκθέσεών τους, όπως εν προκειμένω, δεν παρέχεται στάδιο για την παραδεκτή υποβολή εναντίον τους αιτήσεως εξαιρέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει, χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που του δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου (non reformatio in pejus) επιβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δικάζει έφεση που άσκησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, να μη χειροτερεύσει, ούτε και εμμέσως τη θέση του, ακόμη και σε ό,τι αφορά τις επιδικασθείσες σε βάρος του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αστικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, που επιλαμβάνεται της, υποθέσεως, αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε με την αναιρεθείσα απόφαση στον πολιτικώς ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, με αποτέλεσμα να αποβαίνει, παρά το νόμο, σε βάρος του κατηγορουμένου η από αυτόν ή υπέρ αυτού ασκηθείσα αναίρεση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους, μπορούν να προταθούν σε ό, τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης, και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από τη πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κα, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι με την υπ΄ αριθ. 817/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία αναιρέθηκε με την υπ΄ αριθ. 1472/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου κατόπιν της ασκηθείσας από τον κατηγορούμενο από 13-12-2005 αιτήσεως αναιρέσεως, επιδικάστηκε υπέρ της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας το ποσό των τριάντα (30) ευρώ, για χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Το Δικαστήριο όμως της παραπομπής, το οποίο επιλήφθηκε της υποθέσεως μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της υπ΄ αριθ. 817/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέρ της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας, το ποσό των τριάντα τριών (33) ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ήτοι ποσό μεγαλύτερο, τόσον από εκείνο που επιδικάστηκε με την αναιρεθείσα ως άνω υπ΄ αριθ. 817/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όσον και από εκείνο που ζητήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα κατά τη δήλωση παραστάσεώς της ως πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Έτσι όμως που έκρινε με την πληττόμενη απόφασή του το Δικαστήριο της παραπομπής, αφενός μεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου, υπερβαίνοντας θετικά την εξουσία του, αφετέρου δε, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Συνεπώς, οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ και 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, του κυρίου δικογράφου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και επιδίκαση περισσότερων από όσα ζητήθηκαν, είναι βάσιμοι και πρέπει, επομένως να αναιρεθεί η απόφαση αυτή κατά το κεφάλαιο αυτό και, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, να απαλειφθεί από τη σχετική διάταξη το επί πλέον των τριάντα (30) ευρώ επιδικασθέν για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, χρηματικό ποσό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθ. 843/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τη διάταξη που υποχρεώνει τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα να πληρώσει, λόγω ψυχικής οδύνης, χρηματική ικανοποίηση στην πολιτικώς ενάγουσα, ποσό πλέον των τριάντα (30) ευρώ. Απαλείφει από την ανωτέρω διάταξη το επί πλέον των τριάντα (30) ευρώ επιδικασθέν ποσό των τριών (3) ευρώ. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης και του πρόσθετους λόγους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ