Αριθμός 960/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου 1)Χ1, 2)Χ2και 3)Χ3, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1187/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Σεπτεμβρίου 2006 (δύο) και 22 Σεπτεμβρίου 2006 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1689/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 66/7-2-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις υπ΄αριθ. 19/22-9-2006, 33/14-9-2006 και 34/14-9-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, αντιστοίχως, κατά του υπ΄αριθμ. 1187/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ΄αριθμ. 163/2006 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ3, Χ2, και Χ1, καθώς και εναντίον της τότε κατηγορουμένης Ψ1 για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και μεμονωμένως, κατ΄εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν κατ΄επάγγελμα, της οποίας η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ για τους αναιρεσείοντες και τις 15.000 ευρώ για την Ψ1, που φέρονται ότι διέπραξαν στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 1999 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2002, σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων .....(αναφέρονται 24 ονόματα). Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης οι ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες άσκησαν εφέσεις, οι οποίες με το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 1187/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες, αναφορικά με την κατηγορουμένη Ψ1 ενώ, αναφορικά με τους παραπάνω τρεις αναιρεσείοντες, έγιναν δεκτές και κατ΄ουσία, και παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της ως άνω αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ΄επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον πρώτο αναιρεσείοντα Χ3 την 18-9-2006, η δε αίτηση ασκήθηκε την 22-9-2006 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ στους άλλους δύο αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 επιδόθηκε την 29-9-2006, οι δε αιτήσεις τους ασκήθηκαν προ της επιδόσεως αυτής και συγκεκριμένα την 14-9-2006, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, όπου βρίσκεται ο τύπος της κατοικίας τους. Για τις αιτήσεις τους αυτές συνετάγησαν από τους ανωτέρω Γραμματείς οι οικείες υπ΄αριθμ. 19/22-9-2006, 33/14-9-2006 και 34/14-9-2006 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικώς οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. ΄Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξ΄άλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ΄ ΠΚ όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1445/2004 Ποιν. Δικ/σύνη 2004, σελ. 1146, ΑΠ 1820/2003 ΠΧ ΝΔ 709). Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ΄εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη (ΑΠ 865/2003 ΠΧ ΝΔ΄ 210). Επίσης κατ΄επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην των άλλων, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση ή στο βούλευμα οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 1023/2006, ΑΠ 817/2005 Π.Χ. ΝΣΤ 32). 3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ΄είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ΄29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. ΄Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ΄819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ΄ 829). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ 135). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ΄αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατ΄είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό και προς τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 14η Ιουλίου 1999 καταχωρήθηκαν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Πειραιά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Α. ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [εταιρεία] και το διακριτικό τίτλο "G. Α. FERRIES" (με αριθμό Μητρώου Ανωνύμων Εταιρειών ...), καθώς και η υπ' αριθμ. 4535/14-7-1999 απόφαση της Νομάρχου Πειραιά, με την οποία χορηγήθηκε άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας, το οποίο καταρτίστηκε με την υπ' αριθμ. 92/17.6.1999 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιά ..... [Αρ. Φ.Ε.Κ. 6677/16 Αυγούστου 1999]. Η εν λόγω εταιρεία, σύμφωνα με τις καταστατικές ως άνω προβλέψεις, ιδρύθηκε με σκοπό και αντικείμενο την κυριότητα, εκμετάλλευση και διαχείριση ιδίων πλοίων ή τη συμμετοχή με την απόκτηση μέρους ή όλων των μετοχών τους σε άλλες εταιρείες που έχουν οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους σκοπούς και αντικείμενο εργασιών. Το μετοχικό της κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών [100.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστης], ενώ στο 7μελές διοικητικό συμβούλιο της συμμετείχαν και οι εκ των κατηγορουμένων Χ2 , εφοπλιστής, Χ3 επιχειρηματίας-ναυτικός πράκτορας και Χ1, εφοπλιστής, ως πρόεδρος, αντιπρόεδρος κα ι μέλος, αντιστοίχως. Η παραπάνω όμως εταιρεία αποτέλεσε το έναυσμα και την απαρχή υλοποίησης των έκνομων σχεδίων, τα οποία επινόησαν και μεθοδικά κατέστρωσαν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, οι οποίοι επιδίωξαν κα ι κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν την παράλογη και ανεξέλεγκτη φρενίτιδα ενθουσιασμού που είχε κατάλαβε ι το σύνολο των θεσμικών και κυρίως των περιστασιακών και βέβαια άπειρων επενδυτών, οι οποίοι, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έσπευδαν αλόγιστα και διέθεταν σημαντικά χρηματικά ποσά για την αγορά μετοχών διαφόρων εταιρειών, προσβλέποντας στην ταχεία αποκόμιση κέρδους από τη μεγιστοποίηση της αξίας τους, με δεδομένη άλλωστε τη συνεχή ανοδική πορεία που κατέγραφε ο γενικός δείκτης τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.). Έτσι, με την από 11 Οκτωβρίου 1999 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας, κρίθηκε αναγκαία και αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά το ποσόν των 31.030.900.000 δραχμών [χωρίς όμως να προσδιορίζονται οι δικαιολογητικοί προς τούτο λόγοι], το οποίο θα εκαλύπτετο, κατά το ποσόν των 28.195.900.000 δραχμών από την εισφορά των μετοχών [κατεχομένων από μέλη της οικογένειας ....] των πλοιοκτητριών εταιρειών "....", "....", ".....", "....", "...." και "....." και κατά το ποσόν των 2.835.000.000 δραχμών τοις μετρητοίς, με τιμή διαθέσεως 1.150 δραχμές ανά μετοχή. Επίσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάθεση των μετοχών που αφορούσε στο, καλυπτόμενο αποκλειστικά με την καταβολή μετρητών, τμήμα της αύξησης, αποφασίστηκε να καταργηθεί το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων ως προς αυτό (το τμήμα της αύξησης που επρόκειτο να καλυφθεί τοις μετρητοίς), γεγονός που καταδεικνύει τη σαφή πρόθεση των κατηγορουμένων να αντλήσουν και μάλιστα σε μετρητά το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό (2.835.000.000) όχι από τους παλαιούς μετόχους της εταιρείας, αλλά από ανυποψίαστους τρίτους. Ακολούθως (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1999), oι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην από κοινού πραγμάτωση του σχεδίου τους, που στόχευε στην επιζήμια παραπλάνηση των υποψήφιων αγοραστών και στον προσπορισμό αντίστοιχου περιουσιακού οφέλους στην περιουσία της προμνημονευόμενης εταιρείας και των ίδιων (κατηγορουμένων). Με ιδιαίτερα μεθοδικές κινήσεις, αυτοπροσώπως ή μέσω καλόπιστων συνεργατών, στελεχών και υπαλλήλων της εταιρείας τους ή δραστηριοποιούμενων στο χρηματιστηριακό χώρο επιχειρήσεων και ατόμων ή με τη διανομή ανάλογου περιεχομένου ενημερωτικών φυλλαδίων, φρόντισαν να διαρρεύσει στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά η πληροφορία ότι διατίθεται προς πώληση περιορισμένος αριθμός μετοχών της προειρημένης εταιρείας, της οποίας επίκειται, εντός των πρώτων τριών ή το αργότερο έξι μηνών του έτους 2000, η εισαγωγή στο Χ.Α.Α., αφού συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις, έχουν διενεργηθεί οι προβλεπόμενοι έλεγχοι (νομικός, λογιστικός και φορολογικός) και αναμένεται η θετική σε κάθε περίπτωση ανταπόκριση των αρμόδιων οργάνων τούτου στο αίτημα της τελευταίας (εταιρείας). Στη δημιουργία της εντύπωσης ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερα ελκυστική επένδυση με τη μορφή της ιδιωτικής τοποθέτησης συνέβαλαν, με πρωτοβουλία βέβαια των κατηγορουμένων και διάφορα δημοσιεύματα οικονομικών εφημερίδων, που προεξοφλούσαν την είσοδο της εταιρείας και μάλιστα σε σύντομο χρόνο στο Χ.Α.Α., με χαρακτηριστικότερο αυτό της εφημερίδας "....", όπου, σε συνέντευξη του, ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ2) φέρεται να δηλώνει ότι "...μέχρι το τέλος Νοεμβρίου θα κατατεθεί και το ενημερωτικό δελτίο στη διοίκηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, προκειμένου να εξετασθεί το σχετικό αίτημα...", επισήμανση που υποδηλώνει την ύπαρξη κατατεθειμένης ήδη αιτήσεως. Με το κλίμα ευφορίας να ηνιοχεί τη σκέψη και τις πράξεις των υποψήφιων επενδυτών και απολύτως δικαιολογημένη την εδραιωμένη προσδοκία, ενόψει των ευνοϊκών συνθηκών και συγκυριών που είχαν διαμορφωθεί, ότι η τοποθέτηση σε μετοχές της "G. Α. FERRIES" αποτελούσε εξαιρετική επενδυτική επιλογή, αφού η αξία των τίτλων αυτών οπωσδήποτε θα πολλαπλασιαζόταν με την είσοδο της εταιρείας στην Αγορά του Χρηματιστηρίου, τόσο οι εκκαλούντες όσο και άλλοι ενδιαφερόμενοι έσπευσαν να αγοράσουν μετοχές της και κατέβαλαν συνολικά, είτε με χρηματική κατάθεση απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας είτε με παράδοση του αντιτίμου στα χέρια των κατηγορουμένων, το χρηματικό ποσόν των 429.145.000 δραχμών (1.259.413,06 ευρώ), κατά το οποίο οι αγοραστές ζημιώθηκαν, με αντίστοιχο παράνομο όφελος της εταιρείας και των κατηγορουμένων, όπως ειδικότερα και κατά περίπτωση παρατίθεται στο προτακτικό της παρούσας. Και τούτο διότι τα όσα υποστήριζαν οι κατηγορούμενοι ήταν αναληθή και οι ίδιοι είχαν επίγνωση των ψευδών κατά τα άνω παραστάσεων τους, αφού η νεοσύστατη (14 Ιουλίου 1999) αυτή εταιρεία δεν πληρούσε, κατά το κρίσιμο δίμηνο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1999 [αλλά και αργότερα], τις οριζόμενες από τις· διατάξεις του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985 προϋποθέσεις, εφόσον τα ίδια κεφάλαια της δεν ήταν τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια (2.000.000.000) δραχμές [το ισχύον όριο κατά την χρονική αυτή περίοδο], δεν είχε δημοσιεύσει ή καταθέσει, σύμφωνα με το διέπον τις ανώνυμες εταιρείες δίκαιο, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της για τρεις (3) τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις που προηγούνται της αιτήσεως εισαγωγής στο Χ.Α.Α. και δεν είχε ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση με βάση τον τελευταίο ισολογισμό της, δεδομένα που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και αδιαμφισβήτητα είχαν επίγνωση του ανέφικτου του δήθεν μεγαλόπνοου και προσοδοφόρου εγχειρήματος τους. Προδήλως δ' ανεπέρειστος είναι ο ισχυρισμός τους ότι η συγκεκριμένη εταιρεία μπορούσε κατ' εξαίρεση, ως εταιρεία HOLDING που συγκέντρωνε το σύνολο των μετοχών των, ιδρυθεισών κατά τα έτη 1988 και 1989, ανωτέρω θυγατρικών πλοιοκτητριών εταιρειών του Ν. 959/1979, να εισέλθει στο Χ.Α.Α., διότι το επικαλούμενο προς επίρρωση των απόψεων τους υπ' αριθμ. 5511/14-6-1994 Δελτίο Τύπου του Χ.Α.Α., το περιεχόμενο του οποίου αυθαίρετα και σκόπιμα παρερμηνεύουν, αναφέρεται στις νέες προϋποθέσεις για την εισαγωγή των ναυτιλιακών εταιρειών στο Χ.Α.Α. και μεταξύ των άλλων σημειώνεται σ' αυτό ότι "...Οι εταιρίες αυτές (νεοεισερχόμενες ναυτιλιακές εταιρίες) μπορεί να είναι πλοιοκτήτριες οι ίδιες ή να είναι HOLDING και οι θυγατρικές τους πλοιοκτήτριες να είναι είτε Α.Ε. (Ν. 2190) είτε του Ν. 959...", χωρίς όμως να αναιρούνται ή να τροποποιούνται οι προδιαληφθείσες προϋποθέσεις για την εισαγωγή αυτών των εταιρειών. Σημειωτέον ότι, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 41100/1 Οκτωβρίου 2004 απαντητική επιστολή της αρμόδιας Διεύθυνσης (Διεύθυνση Εισηγμένων Τίτλων/Υπηρεσία Νεοεισαγόμενων Εταιριών) του Χ.Α.Α. προς το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ευάγγελο Ζαμπίτη, δεν επιβεβαιώνεται η δυνατότητα εισαγωγής μιας τέτοιας εταιρείας στο Χ.Α.Α., όπως ανακριβώς υπογραμμίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλ' απλώς γίνεται μνεία των διατάξεων του άρθρου 3 παρ.3 του Π.Δ. 350/1985, σύμφωνα με τις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης και εισαγωγής εταιρειών με βραχύτερο βίο υπό ειδικές, μη συντρέχουσες όμως στην εξεταζόμενη περίπτωση, περιστάσεις και φυσικά ουδόλως θίγονται οι απαιτούμενοι ανελαστικοί οικονομικοί όροι που συνέχονται με το ελάχιστο μέγεθος και την ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση της ενδιαφερόμενης εταιρείας. Άλλωστε, η αδυναμία εισαγωγής και διαπραγμάτευσης των μετοχών της εταιρείας αυτής στο Χ.Α.Α. αποτυπώνεται τόσο στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης της ίδιας και των θυγατρικών της εταιρειών προς την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της 30ης Ιουνίου 2000, όπου καταγράφεται η υπόσχεση της διοίκησης " ...ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ούτως ώστε οι εταιρείες του Ομίλου να συνεχίσουν να κατέχουν ηγετική θέση στον κλάδο, καθώς επίσης και οι μετοχές της "Γ. Α. Ακτοπλοϊκή Ναυτιλιακή Α. Ε." να εισαχθούν για διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών το έτος 2001, εφ' όσον οι συνθήκες το επιτρέψουν...", όσο και στην έκθεση διαχείρισης, που αφορούσε αποκλειστικά στην εταιρεία "Γ. Α. Ακτοπλοϊκή Ναυτιλιακή Α.Ε.", προς την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων που έλαβε χώρα την ίδια, όπως πιο πάνω, ημερομηνία, στην οποία (έκθεση) αναφέρεται ότι τα καθαρά εταιρικά κέρδη, για τη χρήση της περιόδου 14-7-1999 έως 31-12-1999, ανήλθαν στο ποσόν των 16.241.203 δραχμών, ενώ κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές είναι και oι διαπιστώσεις του ορκωτού ελεγκτή ...., oι οποίες περιλαμβάνονται στο από 10 Ιουνίου 1999 πιστοποιητικό ελέγχου για την οικονομική κατάσταση του Ομίλου Εταιρειών "G. Α. FERRIES". Οι διερευνητικές συζητήσεις και η αλληλογραφία με την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", για το ενδεχόμενο να της ανατεθεί το έργο του Συμβούλου Έκδοσης και Κύριου Αναδόχου, η εντολή για διενέργεια νομικού και λογιστικού ελέγχου ή η αίτηση στη ΔΟΥ Πλοίων Πειραιώς για φορολογική εξέλεγξη των θυγατρικών εταιρειών, διαδικασίες που δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα και ανάλογο αντίκρυσμα, σε συνδυασμό με την επιτυχή προώθηση της πληροφορίας περί επικείμενης εισόδου της εταιρείας στο Χ.Α.Α., εξυπηρετούσαν την καλλιέργεια και εμπέδωση βάσιμης προσδοκίας στους διάφορους επενδυτές ότι η αποδοχή της αίτησης της και η αναγγελία της εισόδου της στην Αγορά του Χ.Α.Α. ήταν πλέον θέμα ολίγων μηνών. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι προσχηματικές ως άνω ενέργειες ανάγονται σε προγενέστερο της σύστασης της εταιρείας χρόνο, κατά τον οποίο ο συγκεκριμένος Όμιλος ναυτιλιακών επιχειρήσεων λειτουργούσε με τη μορφή κοινοπραξίας και την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ G. Α. FERRIES" και, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν ήταν δυνατή η εισαγωγή της στο Χ.Α.Α. Αν η εταιρεία συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και ιδιαίτερα διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια για την εισαγωγή των μετοχών της στο Χ.Α.Α., δεν θα πωλούσε τις μετοχές της πριν, αλλά μετά την εισαγωγή της σ' αυτό κι αφού η αξία τους θα είχε πολλαπλασιαστεί. Η προχειρότητα, το εσπευσμένο και το κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετο των κινήσεων των κατηγορουμένων επιμαρτυρείται και από τον τρόπο διακίνησης των επίμαχων μετοχών, η τιμή των οποίων δεν ήταν ενιαία, αλλά διαφοροποιημένη αναίτια, παρά τον καθορισμό της, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας, στο ποσόν των 1.150 δραχμών, η ενδεχόμενη δε αμελής συμπεριφορά των εξαπατηθέντων στην επίκαιρη διάγνωση της πραγματικής κατάστασης δεν αμβλύνει και πολύ περισσότερο δεν απαξιώνει την κατηγορία. Αλλά και η έκδοση αθωωτικής απόφασης ή απαλλακτικού βουλεύματος σε άλλες περιπτώσεις, δεν μπορεί να αποτελέσει πρόκριμα απίσχνασης των εναντίον των κατηγορουμένων προκείμενων αιτιάσεων, αφού η εξέλιξη αυτή ήταν το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα της μεταξύ των διαδίκων εξώδικης, έστω και δικονομικά ανομιμοποίητης, ποινικής συνδιαλλαγής. Η εκτίμηση ορισμένων μαρτύρων (.... και .....), ότι η ματαίωση της εισαγωγής της εταιρείας στο Χ.Α.Α. οφείλεται στις απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε το ναυάγιο του επιβατικού πλοίου "......", δεν συνιστά αξιόλογη αποδεικτική εισφορά, διότι το ατύχημα αυτό αφορά σε άλλη ναυτιλιακή εταιρεία και βέβαια επισυνέβη ένα έτος περίπου μετά τις επίμεμπτες κατά τα άνω παραστάσεις των κατηγορουμένων. Με τις παραδοχές αυτές, υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν [ενδιάμεσο] διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον των τριών πρώτων κατηγορουμένων (Χ2, Χ3 και Χ1) και δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, η οποία (πράξη) προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ.1, 45, 51, 52, 60, 79, 98 και 386 παρ.1 και 3 περ.α' Π.Κ., έσφαλε δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, έκρινε αντιθέτως και αποφάνθηκε να μη γίνει εναντίον τους κατηγορία για την, πράξη αυτή. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ΄επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α΄, 26, 27, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες πέτυχαν αυτοί να δημιουργήσουν στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως όσων είχαν υποσχεθεί, με βάση την ψευδή κατάσταση που είχαν εμφανίσει οι αναιρεσείοντες, αναφορικά με τις δυνατότητες της εταιρείας τους, έχοντας ειλημμένη τη πρόθεση να μην εκπληρώσουν τα όσα είχαν υποσχεθεί, γεγονός από το οποίο καταδεικνύεται ότι πρόκειται καθαρά για παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ, οι δε στη συνέχεια ψευδείς υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις για τον πολλαπλασιασμό της αξίας των πωλουμένων μετοχών, συνοδεύθηκαν με την εν γνώσει παράσταση των διαλαμβανομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα ψευδών γεγονότων. Εξ΄άλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνονται κατά τρόπο αναλυτικό σκέψεις για την υφιστάμενη αδυναμία εισαγωγής της εταιρείας των αναιρεσειόντων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, καθώς και για τις ενέργειές τους να εμφανίσουν με δημοσιεύματα, αλλά και με ψευδείς παραστάσεις των ιδίων προσωπικώς, καθώς και αγνώστων συνεργατών τους προς το επενδυτικό κοινό, για την δήθεν ύπαρξη της δυνατότητας αυτής. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια αναλύεται ο υφιστάμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της βλάβης της περιουσίας των παθόντων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι τελευταίοι παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις εκείνων (αναιρεσειόντων) ότι δήθεν η εταιρεία τους είχε τη δυνατότητα να εισαχθεί στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και έτσι προέβησαν στην αγορά των μετοχών, καταβάλλοντας ο καθένας τα αναφερόμενα στο βούλευμα χρηματικά ποσά, κατά τα οποία επήλθε βλάβη στην περιουσία τους. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκτίθεται ότι την πράξη της απάτης τέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, θέλοντας δηλαδή να ενώσουν ο καθένας την δράση του με εκείνη των άλλων για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, δεν ήταν δε αναγκαίο να εξειδικεύονται στο βούλευμα οι επί μέρους ενέργειες του καθενός από τους αναιρεσείοντες. Περαιτέρω πράγματι στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν παρατίθενται σκέψεις για τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ΄επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της απάτης εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων. Το κενό όμως αυτό επιτρεπτώς συμπληρώνεται στην προκειμένη περίπτωση από το διατακτικό του βουλεύματος, στο οποίο με σαφήνεια και πληρότητα παρατίθενται κατά τρόπο αναλυτικό περιστατικά που αναφέρονται στις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις. Συγκεκριμένα εκτίθεται στο εν λόγω διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεώς τους, αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι αναιρεσείοντες, με πρόθεση επανειλημμένη τελέσεως αυτής (ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία εταιρικής επιχειρήσεως, εξασφάλιση και επίκληση εκθέσεων της προβλεπομένης από την οικεία νομοθεσία ελεγκτικής διαδικασίας για την είσοδο στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατάλληλη προβολή και προώθηση αγοράς μετοχών της εταιρείας, ως προνομιακής επενδύσεως μέσω του τύπου και της εκτυπώσεως και διανομής ειδικών και άκρως επιμελημένων ενημερωτικών εντύπων), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Η αναλυτική αυτή παράθεση των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που ασφαλώς συνιστούν την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, καθιστά περιττή την επανάληψή τους στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι, ειδικώς για την πράξη της απάτης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα ....., αναιτιολογήτως το προσβαλλόμενο βούλευμα μετέβαλε την κατηγορία από ηθική αυτουργία για την οποία αρχικώς ασκήθηκε ποινική δίωξη σε συναυτουργία και τους παρέπεμψε όλους ως συναυτουργούς. Συγκεκριμένα δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας η παραλλαγή του τρόπου συμμετοχής (ΑΠ 1800/2005 ΠΧ ΝΣΤ΄ 511). ΄Αλλωστε η αιτίαση αυτή προβάλλεται και άνευ εννόμου συμφέροντος, αφού η ποινή του φυσικού αυτουργού είναι η ίδια με την ποινή του ηθικού αυτουργού (άρθρ. 46 παρ. 1 εδ. α΄ Π.Κ.). Επομένως οι εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατηγορούμενων, με τις οποίες, υπό την επίκληση των ως άνω λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1363/2003). Κατ΄ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να επιβληθούν στον καθένα από αυτούς τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω Α) Να απορριφθούν οι υπ΄αριθμ. 19/22-9-2006, 33/14-9-2006 και 34/14-9-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 1187/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα από τους αναιρεσείοντες. Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή οι από 22-9-2006 και 14-9-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ3 αφενός και Χ2 και Χ1 αφετέρου κατά του υπ΄ αριθμ. 1187/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι ως άνω κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ΄ επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, εφόσον ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, για τους λόγους της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας, είναι τυπικά παραδεκτές (άρθρο 463, 473, παρ. 1, 474 παρ. 1 και 2, 482 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 484 παρ. 1 στοιχ. β΄, δ΄ και στ΄ του Κ.Π.Δ) και πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν. Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ το Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄ αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ΄ είδος προσδιορίζει, προέκυψαν τα ακόλουθα: Την 14η Ιουλίου 1999 καταχωρήθηκαν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Πειραιά η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Α. ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [εταιρεία] και το διακριτικό τίτλο "G. Α. FERRIES" (με αριθμό Μητρώου Ανωνύμων Εταιρειών ....), καθώς και η υπ' αριθμ. 4535/14-7-1999 απόφαση της Νομάρχου Πειραιά, με την οποία χορηγήθηκε άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας, το οποίο καταρτίστηκε με την υπ' αριθμ. 92/17.6.1999 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιά .... [Αρ. Φ.Ε.Κ. 6677/16 Αυγούστου 1999]. Η εν λόγω εταιρεία, σύμφωνα με τις καταστατικές ως άνω προβλέψεις, ιδρύθηκε με σκοπό και αντικείμενο την κυριότητα, εκμετάλλευση και διαχείριση ιδίων πλοίων ή τη συμμετοχή με την απόκτηση μέρους ή όλων των μετοχών τους σε άλλες εταιρείες που έχουν οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους σκοπούς και αντικείμενο εργασιών. Το μετοχικό της κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών [100.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστης], ενώ στο 7μελές διοικητικό συμβούλιο της συμμετείχαν και οι εκ των κατηγορουμένων Χ2, εφοπλιστής, Χ3, επιχειρηματίας-ναυτικός πράκτορας και Χ1, εφοπλιστής, ως πρόεδρος, αντιπρόεδρος και μέλος, αντιστοίχως. Η παραπάνω όμως εταιρεία αποτέλεσε το έναυσμα και την απαρχή υλοποίησης των έκνομων σχεδίων, τα οποία επινόησαν και μεθοδικά κατέστρωσαν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, οι οποίοι επιδίωξαν και κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν την παράλογη και ανεξέλεγκτη φρενίτιδα ενθουσιασμού που είχε κατάλαβε ι το σύνολο των θεσμικών και κυρίως των περιστασιακών και βέβαια άπειρων επενδυτών, οι οποίοι, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έσπευδαν αλόγιστα και διέθεταν σημαντικά χρηματικά ποσά για την αγορά μετοχών διαφόρων εταιρειών, προσβλέποντας στην ταχεία αποκόμιση κέρδους από τη μεγιστοποίηση της αξίας τους, με δεδομένη άλλωστε τη συνεχή ανοδική πορεία που κατέγραφε ο γενικός δείκτης τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.). Έτσι, με την από 11 Οκτωβρίου 1999 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας, κρίθηκε αναγκαία και αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά το ποσόν των 31.030.900.000 δραχμών [χωρίς όμως να προσδιορίζονται οι δικαιολογητικοί προς τούτο λόγοι], το οποίο θα εκαλύπτετο, κατά το ποσόν των 28.195.900.000 δραχμών από την εισφορά των μετοχών [κατεχομένων από μέλη της οικογένειας ...] των πλοιοκτητριών εταιρειών "....", "....", "....", "....", "....." και "...." και κατά το ποσόν των 2.835.000.000 δραχμών τοις μετρητοίς, με τιμή διαθέσεως 1.150 δραχμές ανά μετοχή. Επίσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάθεση των μετοχών που αφορούσε στο, καλυπτόμενο αποκλειστικά με την καταβολή μετρητών, τμήμα της αύξησης, αποφασίστηκε να καταργηθεί το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων ως προς αυτό (το τμήμα της αύξησης που επρόκειτο να καλυφθεί τοις μετρητοίς), γεγονός που καταδεικνύει τη σαφή πρόθεση των κατηγορουμένων να αντλήσουν και μάλιστα σε μετρητά το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό (2.835.000.000) όχι από τους παλαιούς μετόχους της εταιρείας, αλλά από ανυποψίαστους τρίτους. Ακολούθως (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1999), oι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην από κοινού πραγμάτωση του σχεδίου τους, που στόχευε στην επιζήμια παραπλάνηση των υποψήφιων αγοραστών και στον προσπορισμό αντίστοιχου περιουσιακού οφέλους στην περιουσία της προμνημονευόμενης εταιρείας και των ίδιων (κατηγορουμένων). Με ιδιαίτερα μεθοδικές κινήσεις, αυτοπροσώπως ή μέσω καλόπιστων συνεργατών, στελεχών και υπαλλήλων της εταιρείας τους ή δραστηριοποιούμενων στο χρηματιστηριακό χώρο επιχειρήσεων και ατόμων ή με τη διανομή ανάλογου περιεχομένου ενημερωτικών φυλλαδίων, φρόντισαν να διαρρεύσει στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά η πληροφορία ότι διατίθεται προς πώληση περιορισμένος αριθμός μετοχών της προειρημένης εταιρείας, της οποίας επίκειται, εντός των πρώτων τριών ή το αργότερο έξι μηνών του έτους 2000, η εισαγωγή στο Χ.Α.Α., αφού συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις, έχουν διενεργηθεί οι προβλεπόμενοι έλεγχοι (νομικός, λογιστικός και φορολογικός) και αναμένεται η θετική σε κάθε περίπτωση ανταπόκριση των αρμόδιων οργάνων τούτου στο αίτημα της τελευταίας (εταιρείας). Στη δημιουργία της εντύπωσης ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερα ελκυστική επένδυση με τη μορφή της ιδιωτικής τοποθέτησης συνέβαλαν, με πρωτοβουλία βέβαια των κατηγορουμένων και διάφορα δημοσιεύματα οικονομικών εφημερίδων, που προεξοφλούσαν την είσοδο της εταιρείας και μάλιστα σε σύντομο χρόνο στο Χ.Α.Α., με χαρακτηριστικότερο αυτό της εφημερίδας "....", όπου, σε συνέντευξη του, ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ2) φέρεται να δηλώνει ότι "...μέχρι το τέλος Νοεμβρίου θα κατατεθεί και το ενημερωτικό δελτίο στη διοίκηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, προκειμένου να εξετασθεί το σχετικό αίτημα...", επισήμανση που υποδηλώνει την ύπαρξη κατατεθειμένης ήδη αιτήσεως. Με το κλίμα ευφορίας να ηνιοχεί τη σκέψη και τις πράξεις των υποψήφιων επενδυτών και απολύτως δικαιολογημένη την εδραιωμένη προσδοκία, ενόψει των ευνοϊκών συνθηκών και συγκυριών που είχαν διαμορφωθεί, ότι η τοποθέτηση σε μετοχές της "G. Α. FERRIES" αποτελούσε εξαιρετική επενδυτική επιλογή, αφού η αξία των τίτλων αυτών οπωσδήποτε θα πολλαπλασιαζόταν με την είσοδο της εταιρείας στην Αγορά του Χρηματιστηρίου, τόσο οι εκκαλούντες όσο και άλλοι ενδιαφερόμενοι έσπευσαν να αγοράσουν μετοχές της και κατέβαλαν συνολικά, είτε με χρηματική κατάθεση απευθείας σε τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας είτε με παράδοση του αντιτίμου στα χέρια των κατηγορουμένων, το χρηματικό ποσόν των 429.145.000 δραχμών (1.259.413,06 ευρώ), κατά το οποίο οι αγοραστές ζημιώθηκαν, με αντίστοιχο παράνομο όφελος της εταιρείας και των κατηγορουμένων, όπως ειδικότερα και κατά περίπτωση παρατίθεται στο προτακτικό της παρούσας. Και τούτο διότι τα όσα υποστήριζαν οι κατηγορούμενοι ήταν αναληθή και οι ίδιοι είχαν επίγνωση των ψευδών κατά τα άνω παραστάσεων τους, αφού η νεοσύστατη (14 Ιουλίου 1999) αυτή εταιρεία δεν πληρούσε, κατά το κρίσιμο δίμηνο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1999 [αλλά και αργότερα], τις οριζόμενες από τις· διατάξεις του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985 προϋποθέσεις, εφόσον τα ίδια κεφάλαια της δεν ήταν τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια (2.000.000.000) δραχμές [το ισχύον όριο κατά την χρονική αυτή περίοδο], δεν είχε δημοσιεύσει ή καταθέσει, σύμφωνα με το διέπον τις ανώνυμες εταιρείες δίκαιο, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της για τρεις (3) τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις που προηγούνται της αιτήσεως εισαγωγής στο Χ.Α.Α. και δεν είχε ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση με βάση τον τελευταίο ισολογισμό της, δεδομένα που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και αδιαμφισβήτητα είχαν επίγνωση του ανέφικτου του δήθεν μεγαλόπνοου και προσοδοφόρου εγχειρήματος τους. Προδήλως δ' ανεπέρειστος είναι ο ισχυρισμός τους ότι η συγκεκριμένη εταιρεία μπορούσε κατ' εξαίρεση, ως εταιρεία HOLDING που συγκέντρωνε το σύνολο των μετοχών των, ιδρυθεισών κατά τα έτη 1988 και 1989, ανωτέρω θυγατρικών πλοιοκτητριών εταιρειών του Ν. 959/1979, να εισέλθει στο Χ.Α.Α., διότι το επικαλούμενο προς επίρρωση των απόψεων τους υπ' αριθμ. 5511/14-6-1994 Δελτίο Τύπου του Χ.Α.Α., το περιεχόμενο του οποίου αυθαίρετα και σκόπιμα παρερμηνεύουν, αναφέρεται στις νέες προϋποθέσεις για την εισαγωγή των ναυτιλιακών εταιρειών στο Χ.Α.Α. και μεταξύ των άλλων σημειώνεται σ' αυτό ότι "...Οι εταιρίες αυτές (νεοεισερχόμενες ναυτιλιακές εταιρίες) μπορεί να είναι πλοιοκτήτριες οι ίδιες ή να είναι HOLDING και οι θυγατρικές τους πλοιοκτήτριες να είναι είτε Α.Ε. (Ν. 2190) είτε του Ν. 959...", χωρίς όμως να αναιρούνται ή να τροποποιούνται οι προδιαληφθείσες προϋποθέσεις για την εισαγωγή αυτών των εταιρειών. Σημειωτέον ότι, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 41100/1 Οκτωβρίου 2004 απαντητική επιστολή της αρμόδιας Διεύθυνσης (Διεύθυνση Εισηγμένων Τίτλων/Υπηρεσία Νεοεισαγόμενων Εταιριών) του Χ.Α.Α. προς το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ευάγγελο Ζαμπίτη, δεν επιβεβαιώνεται η δυνατότητα εισαγωγής μιας τέτοιας εταιρείας στο Χ.Α.Α., όπως ανακριβώς υπογραμμίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλ' απλώς γίνεται μνεία των διατάξεων του άρθρου 3 παρ.3 του Π.Δ. 350/1985, σύμφωνα με τις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης και εισαγωγής εταιρειών με βραχύτερο βίο υπό ειδικές, μη συντρέχουσες όμως στην εξεταζόμενη περίπτωση, περιστάσεις και φυσικά ουδόλως θίγονται οι απαιτούμενοι ανελαστικοί οικονομικοί όροι που συνέχονται με το ελάχιστο μέγεθος και την ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση της ενδιαφερόμενης εταιρείας. Άλλωστε, η αδυναμία εισαγωγής και διαπραγμάτευσης των μετοχών της εταιρείας αυτής στο Χ.Α.Α. αποτυπώνεται τόσο στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης της ίδιας και των θυγατρικών της εταιρειών προς την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της 30ης Ιουνίου 2000, όπου καταγράφεται η υπόσχεση της διοίκησης " ...ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ούτως ώστε οι εταιρείες του Ομίλου να συνεχίσουν να κατέχουν ηγετική θέση στον κλάδο, καθώς επίσης και οι μετοχές της "Γ. Α. Ακτοπλοϊκή Ναυτιλιακή Α. Ε." να εισαχθούν για διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών το έτος 2001, εφ' όσον οι συνθήκες το επιτρέψουν...", όσο και στην έκθεση διαχείρισης, που αφορούσε αποκλειστικά στην εταιρεία "Γ. Α. Ακτοπλοϊκή Ναυτιλιακή Α.Ε.", προς την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων που έλαβε χώρα την ίδια, όπως πιο πάνω, ημερομηνία, στην οποία (έκθεση) αναφέρεται ότι τα καθαρά εταιρικά κέρδη, για τη χρήση της περιόδου 14-7-1999 έως 31-12-1999, ανήλθαν στο ποσόν των 16.241.203 δραχμών, ενώ κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές είναι και oι διαπιστώσεις του ορκωτού ελεγκτή ...., oι οποίες περιλαμβάνονται στο από 10 Ιουνίου 1999 πιστοποιητικό ελέγχου για την οικονομική κατάσταση του Ομίλου Εταιρειών "G. Α. FERRIES". Οι διερευνητικές συζητήσεις και η αλληλογραφία με την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", για το ενδεχόμενο να της ανατεθεί το έργο του Συμβούλου Έκδοσης και Κύριου Αναδόχου, η εντολή για διενέργεια νομικού και λογιστικού ελέγχου ή η αίτηση στη ΔΟΥ Πλοίων Πειραιώς για φορολογική εξέλεγξη των θυγατρικών εταιρειών, διαδικασίες που δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα και ανάλογο αντίκρυσμα, σε συνδυασμό με την επιτυχή προώθηση της πληροφορίας περί επικείμενης εισόδου της εταιρείας στο Χ.Α.Α., εξυπηρετούσαν την καλλιέργεια και εμπέδωση βάσιμης προσδοκίας στους διάφορους επενδυτές ότι η αποδοχή της αίτησης της και η αναγγελία της εισόδου της στην Αγορά του Χ.Α.Α. ήταν πλέον θέμα ολίγων μηνών. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι προσχηματικές ως άνω ενέργειες ανάγονται σε προγενέστερο της σύστασης της εταιρείας χρόνο, κατά τον οποίο ο συγκεκριμένος Όμιλος ναυτιλιακών επιχειρήσεων λειτουργούσε με τη μορφή κοινοπραξίας και την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ G. Α. FERRIES" και, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν ήταν δυνατή η εισαγωγή της στο Χ.Α.Α. Αν η εταιρεία συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και ιδιαίτερα διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια για την εισαγωγή των μετοχών της στο Χ.Α.Α., δεν θα πωλούσε τις μετοχές της πριν, αλλά μετά την εισαγωγή της σ' αυτό κι αφού η αξία τους θα είχε πολλαπλασιαστεί. Η προχειρότητα, το εσπευσμένο και το κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετο των κινήσεων των κατηγορουμένων επιμαρτυρείται και από τον τρόπο διακίνησης των επίμαχων μετοχών, η τιμή των οποίων δεν ήταν ενιαία, αλλά διαφοροποιημένη αναίτια, παρά τον καθορισμό της, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας, στο ποσόν των 1.150 δραχμών, η ενδεχόμενη δε αμελής συμπεριφορά των εξαπατηθέντων στην επίκαιρη διάγνωση της πραγματικής κατάστασης δεν αμβλύνει και πολύ περισσότερο δεν απαξιώνει την κατηγορία. Αλλά και η έκδοση αθωωτικής απόφασης ή απαλλακτικού βουλεύματος σε άλλες περιπτώσεις, δεν μπορεί να αποτελέσει πρόκριμα απίσχνασης των εναντίον των κατηγορουμένων προκείμενων αιτιάσεων, αφού η εξέλιξη αυτή ήταν το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα της μεταξύ των διαδίκων εξώδικης, έστω και δικονομικά ανομιμοποίητης, ποινικής συνδιαλλαγής. Η εκτίμηση ορισμένων μαρτύρων (.... και ....), ότι η ματαίωση της εισαγωγής της εταιρείας στο Χ.Α.Α. οφείλεται στις απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε το ναυάγιο του επιβατικού πλοίου "....", δεν συνιστά αξιόλογη αποδεικτική εισφορά, διότι το ατύχημα αυτό αφορά σε άλλη ναυτιλιακή εταιρεία και βέβαια επισυνέβη ένα έτος περίπου μετά τις επίμεμπτες κατά τα άνω παραστάσεις των κατηγορουμένων. Με τις παραδοχές αυτές, υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν [ενδιάμεσο] διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον των τριών πρώτων κατηγορουμένων (Χ2, Χ3 και Χ1) και δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, η οποία (πράξη) προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ.1, 45, 51, 52, 60, 79, 98 και 386 παρ.1 και 3 περ.α' Π.Κ., έσφαλε δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, έκρινε αντιθέτως και αποφάνθηκε να μη γίνει εναντίον τους κατηγορία για την, πράξη αυτή. Από όλα τα ανωτέρω το Συμβούλιο κατέληξε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκειμένου να δικασθούν για απάτη από κοινού κατ΄ εξακολούθηση από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ΄ επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο μέρος το πρωτόδικο βούλευμα, που αποφάνθηκε αντίθετα, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμων των ασκηθεισών από τους πολιτικώς ενάγοντες εφέσεων. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες θεμελίωσε την κρίση του, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες πέτυχαν να δημιουργήσουν στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως των υπεσχημένων, με βάση την ψευδή κατάσταση που είχαν εμφανίσει σχετικά με τις δυνατότητες της εταιρίας τους, έχοντες ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσουν τα όσα είχαν υποσχεθεί, γεγονός από το οποίο καταδεικνύεται ότι πρόκειται καθαρά για παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, οι δε ψευδείς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις για τον πολλαπλασιασμό των πωλουμένων μετοχών, συνοδεύθηκαν με την εν γνώσει παράσταση των διαλαμβανομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα ψευδών γεγονότων. Ακόμη εκτίθενται οι σκέψεις για την υφιστάμενη αδυναμία εισαγωγής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών της εταιρίας των αναιρεσειόντων και για τις ενέργειές τους να εμφανίσουν με δημοσιεύματα και ψευδείς παραστάσεις των ίδιων αλλά και άγνωστων συνεργατών τους προς το επενδυτικό κοινό για την ύπαρξη τέτοιας δυνατότητας. Περαιτέρω αναλώνεται ο υφιστάμενος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της βλάβης της περιουσίας των παθόντων αιτιώδης σύνδεσμος, αφού κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος οι παθόντες παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων, ότι δήθεν η εταιρία τους είχε τη δυνατότητα να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και έτσι προέβησαν στην αγορά των μετοχών, καταβάλλοντας τα αναφερόμενα στο βούλευμα χρηματικά ποσά, κατά τα οποία επήλθε βλάβη στην περιουσία τους. Εξάλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη της απάτης από κοινού, θέλοντας, ο καθένας απ΄ αυτούς να ενώσει τη δράση του με εκείνη των άλλων για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξεως της απάτης, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται οι επί μέρους ενέργειες καθενός απ΄ αυτούς. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγοι των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Συμβούλιο σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Επειδή κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ΄ εδ. α΄ του Π.Κ. κατ΄ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και ως προς την κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, η οποία επιτείνει την τιμώρηση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως αυτής. Για να στηρίξει την παραπεμπτική του κρίση, ειδικά όσον αφορά τη συνδρομή της παραπάνω επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, δέχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως (ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία εταιρικής επιχειρήσεως, εξασφάλιση και επίκληση εκ θέσεων της προβλεπόμενης από την οικεία νομοθεσία ελεγκτικής διαδικασίας για την είσοδο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατάλληλη προβολή και προώθηση της αγοράς μετοχών της εταιρίας, ως προνομιακής επενδύσεως, μέσω του τύπου και της εκτυπώσεως και διανομής ειδικών και άκρως επιμελημένων ενημερωτικών εντύπων) προκύπτει σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος. Με την παραδοχή του αυτή το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτό τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως από τους αναιρεσείοντες της πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν επιλαμβάνεται των αναγραφόμενων στο άρθρο τούτο περιπτώσεων . Δεν υπερβαίνει συνεπώς την εξουσία του το συμβούλιο, όταν έχει στο βούλευμά του ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Επομένως ο τρίτος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ελλιπή αιτιολογία για την ανεξάρτητη κατηγορία της απάτης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος.... και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της απάτης των συμπαραπεμπομένων Χ2, Χ1 και Χ3 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14-9-2006 ΚΑΙ 22-9-2006 ΑΙΤΉΣΕΙΣ ΤΩΝ Χ2, Χ1 και Χ3 αντιστοίχως για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 1187/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ