Αριθμός 195/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1901/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 575/18.12.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ'αρ. 136/17-11-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ (δυνάμει της από 16-11-2006 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Αλέξιο Αθανασόπουλο), κατά του υπ'αριθ. 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Η υπόθεση εισάγεται μετ΄αναίρεση (ά. 485 και 519 ΚΠΔ) του υπ΄ αρ. 793/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και παραπομπή προς νέα συζήτηση (στο ίδιο συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές) δυνάμει της υπ΄αρ. 1978/2005 απόφασης του Αρείου Πάγου (και για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται σ΄αυτήν), εκδοθέντος του νέου ως άνω αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος, το οποίο απέρριψε κατ΄ουσία την έφεση (υπ΄αρ. 639/24-7-2003) του παραπάνω αναιρεσείοντος κατά του υπ΄αρ. 2792/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικυρώνοντας τούτο κατά τις παραπεμπτικές του διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται: α) στην κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ) και β) στην πλημμεληματική πράξη της κατασκευής αυθαίρετου κτίσματος κατ΄εξακολούθηση, που τελέστηκε στο ... στις 23-4-2001, 29-6-2001, 18-12-2001 και 29-1-2002. ΄Ετσι παραπέμπεται και πάλι ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για τις προαναφερθείσες πράξεις. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την υπέρβαση εξουσίας. Β) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ. 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Γ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131). Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία, όλων κατ'είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Συγκεκριμένα προέκυψε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ στην ..., στις 24.2.1999, νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, κάνοντας επιπροσθέτως χρήση του εγγράφου αυτού, σκόπευε δε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), βλάπτοντας τρίτο. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αυτός, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, αφού εξέδωσε φωτοτυπικό αντίγραφο της άδειας οικοδομής ..., που είχε εκδοθεί από το Πολεοδομικό Γραφείο Αθηνών και αναφερόταν στην ανέγερση νέας "ΜΟΝΟΡΟΦΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ (ΜΕΘ' ΥΠΟΓΕΙΟΥ)" στην περιοχή ..., επί της λεωφόρου ..., έσβησε τα τρία πρώτα γράμματα από τη λέξη "ΜΟΝΟΡΟΦΟΥ" και ανέγραφε στη θέση τους τα γράμματα "ΔΥΟ" με συνέπεια η λέξη αυτή να μετατραπεί στη λέξη "ΔΥΟΡΟΦΟΥ", και στη δεύτερη σελίδα της ίδιας άδειας, όπου για τον προσδιορισμό των ορόφων αναφερόταν η φράση "εις μεθ' υπογείου", έσβησε τη λέξη "εις" και προσέθεσε τη λέξη "δύο", έτσι ώστε να φαίνεται ότι η εν λόγω άδεια οικοδομής είχε χορηγηθεί για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο, σκοπεύοντας με τη χρήση του παραπάνω νοθευμένου φωτοαντιγράφου να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο για την έκδοση οικοδομικών αδειών του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου Αττικής ότι υπήρχε και πρώτος υπέρ το ισόγειο όροφος στην παραπάνω οικοδομή, ο οποίος είχε ανεγερθεί με βάση την προαναφερόμενη άδεια .... Στη συνέχεια, κάνοντας χρήση του εν λόγω νοθευμένου εγγράφου, το προσκόμισε, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας του ακινήτου αλλοδαπής εταιρίας (εδρεύουσας στο...) "...", στο παραπάνω Πολεοδομικό Γραφείο, ζητώντας τη χορήγηση άδειας επισκευών διώροφης οικοδομής, η οποία και πράγματι εκδόθηκε. Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στην ιδιοκτήτρια του ακινήτου εταιρία περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), αφού η εν λόγω εταιρία επέτυχε με την άδεια επισκευών να κατασκευάσει εξ υπαρχής δεύτερο όροφο 210 τ.μ., στην πιο πάνω αρχικά ισόγεια οικοδομή, αντικειμενικής αξίας 44.352.000 δρχ. (130.159,94 ευρώ) και πραγματικής εμπορικής αξίας τουλάχιστον διπλάσιας, υποβαθμίζοντας έτσι το περιβάλλον, δεδομένου ότι η εν λόγω οικοδομή εμπίπτει στην απόσταση των 30 μέτρων από τον αιγιαλό, όπου δεν επιτρέπεται καμιά δόμηση. Εξάλλου, ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του Ζ προέβησαν, ο πρώτος ως εντολέας και ο δεύτερος ως μελετητής και επιβλέπων μηχανικός, στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 23.4.2001 έως 29.1.2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στην κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων στο ευρισκόμενο στο ύψος του ... χιλιομέτρου της λεωφόρου ..., ακίνητο, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στο ... εταιρίας "...". Ειδικότερα προέβησαν: α) στις 23.4.2001, στην επένδυση με πέτρα μανδρότοιχου και παραλιακού μαντρότοιχου, επιφάνειας 1.100 τ.μ. β) στις 29.6.2001, στην κατασκευή περιτοίχισης μέσα στη ζώνη των 500 μέτρων από την ακτή, επιφάνειας 360 τ.μ. και βοηθητικού κτίσματος, εμβαδού 80 τ.μ., γ) στις 18.12.2001, εντός της ζώνης παραλίας και εκτός ζώνης, στην κατασκευή τριών κτισμάτων, εμβαδού 120 τ.μ., 56 τ.μ. και 75 τ.μ. αντίστοιχα, ενός στεγάστρου στο πρώτο κτίσμα, μιας μάνδρας 180 τ.μ., μιας σκάλας προς τη θάλασσα και σε διαμορφώσεις από πλακόστρωτο και δ) στις 29.1.2002, στην κατασκευή πισίνας, αλλάζοντας και δίνοντας νέο σχήμα στην αρχική, καθώς και στην κατασκευή μικρότερης πισίνας παραπλεύρως της πρώτης, στην κατασκευή νέας οικοδομής, συνολικής επιφάνειας 571 τ.μ., ενώ η νομίμως υφισταμένη παλαιά οικοδομή είχε εμβαδόν 380,90 τ.μ., δηλαδή στην κατασκευή αυθαίρετων ισόγειων χώρων, συνολικού εμβαδού 189 τ.μ., στην κατασκευή πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 210 τ.μ., στην αλλαγή χρήσης του υπόγειου χώρου σε ισόγειο χώρο κύριας χρήσης, στην κατασκευή βοηθητικού χώρου, εμβαδού 36,12 τ.μ., στην κατασκευή υδατοδεζαμενής 94,12 τ.μ., στην κατασκευή δύο φυλακίων, εμβαδού 9,26 και 11,38 τ.μ. αντίστοιχα, στην κατασκευή ψησταριάς, πέργολας και σκάλας προς τη θάλασσα. Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το πιο πάνω περιουσιακό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει ο κατηγορούμενος Χ στην ιδιοκτήτρια εταιρία του ακινήτου συνδέεται αμέσως με την πράξη της πλαστογραφίας, διότι με την πράξη αυτή του εν λόγω κατηγορουμένου φαινόταν πλέον στην άδεια επισκευών που χορήγησε η αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, ως νόμιμη η ύπαρξη δεύτερου ορόφου, επιφάνειας 210 τ.μ. και ως καλυπτόμενη πολεοδομικά η αυθαίρετη κατασκευή του ορόφου αυτού. Το ύψος του καθαρού περιουσιακού οφέλους που ο κατηγορούμενος προσπόρισε με την πράξη του αυτή στην ιδιοκτήτρια εταιρία υπερβαίνει οπωσδήποτε το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ), δεδομένου ότι το κόστος κατασκευής του εν λόγω ορόφου δεν υπερέβη το ποσό των 40.000.(700 δρχ. και ότι η πραγματική (εμπορική) αξία του ορόφου αυτού ήταν, όπως προειπώθηκε διπλάσια τουλάχιστον της αντικειμενικής, δηλαδή τουλάχιστον 88.000.000 δρχ. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το όφελος συνίσταται απλώς στην κατασκευή τμήματος ορόφου, εμβαδού 99 τ.μ., δεν ευσταθεί, αφού το όλο ακίνητο πουλήθηκε το 1993 στην εταιρία "..." με οικοδομή ενός μόνο (ισόγειου) ορόφου, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε τμήματος δεύτερου ορόφου, όπως πειστικά καταθέτει και ο μάρτυρας ..., προηγούμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου, στην από 24.10.2001 ένορκη κατάθεση του. Η κατασκευή λοιπόν όλου του επίμαχου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 210 τ.μ., ανάγεται οπωσδήποτε στο χρόνο που το ακίνητο βρισκόταν πλέον στην κυριότητα της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας "...". Και με την εκδοχή ακόμη της κατασκευής τμήματος του ορόφου αυτού πριν από τη νόθευση εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ φωτοτυπικού αντιγράφου της αρχικής οικοδομικής άδειας και την έκδοση της άδειας επισκευών, η διωκόμενη πράξη της πλαστογραφίας είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως νομίμως κατασκευασθέν και το τμήμα αυτό και να προσποριστεί με τον τρόπο αυτό το προκύπτον όφελος στην ιδιοκτήτρια εταιρία. Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της κατασκευής αυθαίρετου κτίσματος κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε στο ..., στις 23.4.2001, 29.6.2001, 18.12.2001 και 29.1.2002, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι υφίσταται δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία από προηγούμενες αθωωτικές αποφάσεις και παραπομπές σε δίκη των κατηγορουμένων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών. Ειδικότερα από τα αποσπάσματα των αθωωτικών για τους κατηγορουμένους αποφάσεων 88836/2004, 88830/2004 και 87575/2005 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα σχετικά κατηγορητήρια, καθώς και το από 22.8.2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δεν προκύπτει ότι οι περιγραφόμενες στα εν λόγω κατηγορητήρια, τα αποσπάσματα αποφάσεων και το κλητήριο θέσπισμα πράξεις κατασκευής αυθαίρετων κτισμάτων ταυτίζονται πλήρως με τις παραπάνω περιγραφόμενες τέσσερις μερικότερες πράξεις κατασκευής αυθαίρετων κτισμάτων. Έτσι, με βάση τα υπάρχοντα τώρα στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι από τις προαναφερόμενες αθωωτικές αποφάσεις, των οποίων, ας σημειωθεί, δεν πιστοποιείται το αμετάκλητο, και από το πιο πάνω κλητήριο θέσπισμα δημιουργείται εκκρεμοδικία για τις τέσσερις μερικότερες πράξεις της ένδικης ·υπόθεσης και συνακόλουθα απαράδεκτο της. ασκηθείσας ποινικής δίωξης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, η κρινόμενη έφεση, κατά την έκταση που επαναφέρθηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί κατά την προ αναφερόμενη έκταση το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις. ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 2, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 εδ. α΄ Π.Κ. και 17 παρ. 8 Ν. 1337/83, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Ζ) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π. 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 & 1424/89, Π.Χ. Μ/586 & 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό Ε'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της υπό κρίση αναίρεσης δεν ευσταθούν. ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ: Η) Είναι αβάσιμοι οι επικαλούμενοι λόγοι αναίρεσης, διότι: α) αρκεί, όπως εν προκειμένω, ο προσδιορισμός του είδους των αποδεικτικών μέσων και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους (ΑΠ 396 και 685/2004, Π.Χ. ΝΕ/133 και 233). β) Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, όπως υποστηρίζεται στην αίτηση, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται σ΄αυτό τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης (ΑΠ 1607/2004, Α.Π. 544/2005, Πρ.Λόγ. Π.Δ. 2004, σελ. 558 και Π.Χ. ΝΣΤ/19, αντίστοιχα). γ) Εξάλλου δεν απαιτείται αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (Ολομ. Α.Π. 1/2005, Π.Χ. ΝΕ/781), ενώ δ) Η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά δεν θεμελιώνει λόγους αναίρεσης (ΑΠ 472/2004, Α.Π. 1149/2005, Π.Χ. ΝΕ/152, ΝΣΤ/150), αρκεί ν΄αποδεικνύεται, όπως εν προκειμένω, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα κατά κατηγορίες τ΄αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 698/2004 και ΑΠ 1010/1997, Π.Χ. ΝΕ/239 και ΜΗ/354). ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ Θ) Η αιτίαση της σελ. 5 της αίτησης αναίρεσης ότι απορρίφθηκε με εντελώς αόριστη και τυπική αιτιολογία το αίτημα του τότε εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών προς παροχή διασαφήσεων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι είναι επαρκής και πλήρης η αιτιολογία της σελ. 18 του βουλεύματος ότι "ο αιτών κατηγορούμενος έχει αναπτύξει διεξοδικά και με πληρότητα τις απόψεις του με τα υποβληθέντα υπομνήματά του, έτσι ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του δεν έχει να συνεισφέρει τίποτε περισσότερο". Ι) Ομοίως είναι απαράδεκτες, αλλιώς αβάσιμες και εκτός αναιρετικού ελέγχου, για τους προαναφερθέντες λόγους, οι ουσιαστικές εκτιμήσεις των σελ. 8-11 της αίτησης αναίρεσης. ΙΑ) Εξάλλου, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ανήκει, κατ΄ ά. 183 ΚΠΔ, στην απόλυτη κρίση του συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον ΄Αρειο Πάγο (ΑΠ 1685 και 505/95, Π.Χ. 1996/1277 και 1995/800, Α.Π. 1828/87, Π.Χ. 1988/362) και επομένως η αιτίαση της σελ. 11 της αίτησης αναίρεσης περί μη διενεργείας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτη. ΙΒ) Ομοίως έχει απαντηθεί και απορριφθεί αιτιολογημένα η αιτίαση για το απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας νέας ποινικής διώξεως λόγω ελλείψεως ταυτότητας των μερικοτέρων πράξεων. ΙΓ) Απαράδεκτες επίσης είναι και οι αιτιάσεις των σελ. 13-16 της αναίρεσης, διότι άπτονται της ουσίας και είναι κατά βάση αρνητικές της κατηγορίας, εφόσον αμφισβητούν στοιχεία και περιστατικά που ανάγονται στην αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας, που όμως, όπως ήδη ανωτέρω εξετέθη, παρατίθενται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά. ΙΔ) Τέλος, κατ΄ά 111 παρ. 1 και 3 και 112 Π.Κ το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρ. 310 παρ. 1β, 370 στοιχ. β΄ και 485 ΚΠΔ, συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως συμβουλίου, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το ά. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το ά. 43 του Ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο ά. 511 ΚΠΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το ά. 50 παρ. 5 του Ν. 3160/03 (ΑΠ 1978/2005). ΙΕ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη προηγουμένως αναφερθεί, έχουν παραγραφεί, λόγω παρόδου πενταετίας (χωρίς να επέλθει εν τω μεταξύ λόγος αναστολής), οι μερικότερες πράξεις του πλημμελήματος της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος (ά. 17 παρ. 8 Ν. 2242/94), που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 23-4-2001, 29-6-2001 και 18-12-2001. Κατ΄ακολουθία, πρέπει ν΄ αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος μόνο τούτο και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη, ν΄απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναίρεσης κατά τα ειδικότερον ανωτέρω εκτεθέντα. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Ν΄αναιρεθεί εν μέρει το υπ΄αρ. 735/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατά του κατηγορουμένου Χ για τις μερικότερες πράξεις του πλημμελήματος της κατ΄εξακολούθηση κατασκευής αυθαίρετου κτίσματος που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν στις 23-4-2001, 29-6-2001 και 18-12-2001 στο ... 2) Ν΄απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ΄αρ. 136/17-11-2006 αίτηση αναίρεσης του ανωτέρω Χ κατά του υπ΄αρ. 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 3) Να επεκταθεί το αποτέλεσμα της υπ΄αρ. 136/17-11-2006 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ΄αρ. 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ως προς τον κατηγορούμενο Ζ και να αναιρεθεί εν μέρει και ως προς αυτόν το ως άνω βούλευμα και να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, η κατά του κατηγορουμένου Ζ, ασκηθείσα ποινική δίωξη ως προς τις προαναφερθείσες μερικότερες πράξεις, εκ του κατ΄εξακολούθηση πλημμελήματος της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, που φέρεται ότι διέπραξε αυτός στο ... στις 23-4-2001, 29-6-2001 και 18-12-2001. Αθήνα, 19-12-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση οι αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξεις της κατασκευής αυθαιρέτου (άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/83, όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ. 13 Ν. 2242/1994), που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 23-4-2001 29-6-2001 18-12-2001 και 29/1/2002, φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος. Το αξιόποινο, συνεπώς, των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, διότι από της τελέσεώς τους μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση του παρόντος έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β, δ ΚΠΔ), πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές , μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της 136/17-11-2006 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ κατά του 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ως προς τον κατηγορούμενο Ζ, που παραπέμφθηκε ως συμμέτοχος του αναιρεσείοντος για τις πιο πάνω μερικότερες πράξεις της κατασκευής κτίσματος, κατ΄εξακολούθηση, και δεν άσκησε αναίρεση, καθόσον οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, να αναιρεθεί και ως προς αυτόν, εν μέρει, το πιο πάνω βούλευμα και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής ως προς τις αυτές πιο πάνω μερικότερες πράξεις. ΙΙ. Η κρινόμενη 136/ 17-11-2006 έκθεση αναιρέσεως του Χ κατά του 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η έφεση αυτού κατά του 2792/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών , που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί α) για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως το συνολικό όφελος της οποίας και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) και β) για την πλημμεληματική πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου, κατ΄εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί για την ουσιαστική βασιμότητά της (πλην του μέρους που αφορά την πλημμεληματική πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου, κατ΄εξακολούθηση, για τις οποία κριθηκε ότι έχει παραγραφεί). IΙI. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο, καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ στην ... στις 24.2.1999, νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, κάνοντας επιπροσθέτως χρήση του εγγράφου αυτού, σκόπευε δε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), βλάπτοντας τρίτο. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αυτός, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, αφού εξέδωσε φωτοτυπικό αντίγραφο της άδειας οικοδομής ..., που είχε εκδοθεί από το Πολεοδομικό Γραφείο Αθηνών και αναφερόταν στην ανέγερση νέας "ΜΟΝΟΡΟΦΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ (ΜΕΘ' ΥΠΟΓΕΙΟΥ)" στην περιοχή ..., έσβησε τα τρία πρώτα γράμματα από τη λέξη "ΜΟΝΟΡΟΦΟΥ" και ανέγραφε στη θέση τους τα γράμματα "ΔΥΟ" με συνέπεια η λέξη αυτή να μετατραπεί στη λέξη "ΔΥΟΡΟΦΟΥ", και στη δεύτερη σελίδα της ίδιας άδειας, όπου για τον προσδιορισμό των ορόφων αναφερόταν η φράση "εις μεθ' υπογείου", έσβησε τη λέξη "εις" και προσέθεσε τη λέξη "δύο", έτσι ώστε να φαίνεται ότι η εν λόγω άδεια οικοδομής είχε χορηγηθεί για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο, σκοπεύοντας με τη χρήση του παραπάνω νοθευμένου φωτοαντιγράφου να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο για την έκδοση οικοδομικών αδειών του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου Αττικής ότι υπήρχε και πρώτος υπέρ το ισόγειο όροφος στην παραπάνω οικοδομή, ο οποίος είχε ανεγερθεί με βάση την προαναφερόμενη άδεια 4789/1962. Στη συνέχεια, κάνοντας χρήση του εν λόγω νοθευμένου εγγράφου, το προσκόμισε, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ιδιοκτήτριας του ακινήτου αλλοδαπής εταιρίας (εδρεύουσας στο ...) "...", στο παραπάνω Πολεοδομικό Γραφείο, ζητώντας τη χορήγηση άδειας επισκευών διώροφης οικοδομής, η οποία και πράγματι εκδόθηκε. Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στην ιδιοκτήτρια του ακινήτου εταιρία περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), αφού η εν λόγω εταιρία επέτυχε με την άδεια επισκευών να κατασκευάσει εξ υπαρχής δεύτερο όροφο 210 τ.μ., στην πιο πάνω αρχικά ισόγεια οικοδομή, αντικειμενικής αξίας 44.352.000 δρχ. (130.159,94 ευρώ) και πραγματικής εμπορικής αξίας τουλάχιστον διπλάσιας, υποβαθμίζοντας έτσι το περιβάλλον, δεδομένου ότι η εν λόγω οικοδομή εμπίπτει στην απόσταση των 30 μέτρων από τον αιγιαλό, όπου δεν επιτρέπεται καμιά δόμηση. Εξάλλου, ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του Ζ προέβησαν, ο πρώτος ως εντολέας και ο δεύτερος ως μελετητής και επιβλέπων μηχανικός, στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 23.4.2001 έως 29.1.2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στην κατασκευή αυθαίρετων κτισμάτων στο ευρισκόμενο στο ύψος του ... χιλιομέτρου της λεωφόρου ...., ακίνητο, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στο ... εταιρίας "...". Ειδικότερα προέβησαν: α) στις 23.4.2001, στην επένδυση με πέτρα μανδρότοιχου και παραλιακού μαντρότοιχου, επιφάνειας 1.100 τ.μ. β) στις 29.6.2001, στην κατασκευή περιτοίχισης μέσα στη ζώνη των 500 μέτρων από την ακτή, επιφάνειας 360 τ.μ. και βοηθητικού κτίσματος, εμβαδού 80 τ.μ., γ) στις 18.12.2001, εντός της ζώνης παραλίας και εκτός ζώνης, στην κατασκευή τριών κτισμάτων, εμβαδού 120 τ.μ., 56 τ.μ. και 75 τ.μ. αντίστοιχα, ενός στεγάστρου στο πρώτο κτίσμα, μιας μάνδρας 180 τ.μ., μιας σκάλας προς τη θάλασσα και σε διαμορφώσεις από πλακόστρωτο και δ) στις 29.1.2002, στην κατασκευή πισίνας, αλλάζοντας και δίνοντας νέο σχήμα στην αρχική, καθώς και στην κατασκευή μικρότερης πισίνας παραπλεύρως της πρώτης, στην κατασκευή νέας οικοδομής, συνολικής επιφάνειας 571 τ.μ., ενώ η νομίμως υφισταμένη παλαιά οικοδομή είχε εμβαδόν 380,90 τ.μ., δηλαδή στην κατασκευή αυθαίρετων ισόγειων χώρων, συνολικού εμβαδού 189 τ.μ., στην κατασκευή πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 210 τ.μ., στην αλλαγή χρήσης του υπόγειου χώρου σε ισόγειο χώρο κύριας χρήσης, στην κατασκευή βοηθητικού χώρου, εμβαδού 36,12 τ.μ., στην κατασκευή υδατοδεζαμενής 94,12 τ.μ., στην κατασκευή δύο φυλακίων, εμβαδού 9,26 και 11,38 τ.μ. αντίστοιχα, στην κατασκευή ψησταριάς, πέργολας και σκάλας προς τη θάλασσα. Επιπροσθέτως πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το πιο πάνω περιουσιακό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει ο κατηγορούμενος Χ στην ιδιοκτήτρια εταιρία του ακινήτου συνδέεται αμέσως με την πράξη της πλαστογραφίας, διότι, με την πράξη αυτή του εν λόγω κατηγορουμένου, φαινόταν πλέον στην άδεια επισκευών που χορήγησε η αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, ως νόμιμη η ύπαρξη δεύτερου ορόφου, επιφάνειας 210 τ.μ. και ως καλυπτόμενη πολεοδομικά η αυθαίρετη κατασκευή του ορόφου αυτού. Το ύψος του καθαρού περιουσιακού οφέλους που ο κατηγορούμενος προσπόρισε με την πράξη του αυτή στην ιδιοκτήτρια εταιρία υπερβαίνει οπωσδήποτε το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ), δεδομένου ότι το κόστος κατασκευής του εν λόγω ορόφου δεν υπερέβη το ποσό των 40.000.(700 δρχ. και ότι η πραγματική (εμπορική) αξία του ορόφου αυτού ήταν, όπως προειπώθηκε διπλάσια τουλάχιστον της αντικειμενικής, δηλαδή τουλάχιστον 88.000.000 δρχ. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι το όφελος συνίσταται απλώς στην κατασκευή τμήματος ορόφου, εμβαδού 99 τ.μ., δεν ευσταθεί, αφού το όλο ακίνητο πουλήθηκε το 1993 στην εταιρία "..." με οικοδομή ενός μόνο (ισόγειου) ορόφου, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε τμήματος δεύτερου ορόφου, όπως πειστικά καταθέτει και ο μάρτυρας ..., προηγούμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου, στην από 24.10.2001 ένορκη κατάθεση του. Η κατασκευή λοιπόν όλου του επίμαχου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 210 τ.μ., ανάγεται οπωσδήποτε στο χρόνο που το ακίνητο βρισκόταν πλέον στην κυριότητα της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας "...". Και με την εκδοχή ακόμη της κατασκευής τμήματος του ορόφου αυτού πριν από τη νόθευση εκ μέρους του κατηγορουμένου Χ φωτοτυπικού αντιγράφου της αρχικής οικοδομικής άδειας και την έκδοση της άδειας επισκευών, η διωκόμενη πράξη της πλαστογραφίας είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως νομίμως κατασκευασθέν και το τμήμα αυτό και να προσποριστεί με τον τρόπο αυτό το προκύπτον όφελος στην ιδιοκτήτρια εταιρία. Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της κατασκευής αυθαίρετου κτίσματος κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε στο ..., στις 23.4.2001, 29.6.2001, 18.12.2001 και 29.1.2002, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι υφίσταται δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία από προηγούμενες αθωωτικές αποφάσεις και παραπομπές σε δίκη των κατηγορουμένων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών. Ειδικότερα, από τα αποσπάσματα των αθωωτικών για τους κατηγορουμένους αποφάσεων 88836/2004, 88830/2004 και 87575/2005 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα σχετικά κατηγορητήρια, καθώς και το από 22.8.2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δεν προκύπτει ότι οι περιγραφόμενες στα εν λόγω κατηγορητήρια, τα αποσπάσματα αποφάσεων και το κλητήριο θέσπισμα πράξεις κατασκευής αυθαίρετων κτισμάτων ταυτίζονται πλήρως με τις παραπάνω περιγραφόμενες τέσσερις μερικότερες πράξεις κατασκευής αυθαίρετων κτισμάτων. Έτσι, με βάση τα υπάρχοντα τώρα στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι από τις προαναφερόμενες αθωωτικές αποφάσεις, των οποίων, ας σημειωθεί, δεν πιστοποιείται το αμετάκλητο, και από το πιο πάνω κλητήριο θέσπισμα δημιουργείται εκκρεμοδικία για τις τέσσερις μερικότερες πράξεις της ένδικης ·υπόθεσης και συνακόλουθα απαράδεκτο της. ασκηθείσας ποινικής δίωξης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, η κρινόμενη έφεση, κατά την έκταση που επαναφέρθηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί κατά την προ αναφερόμενη έκταση το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, (ήδη 73.000 ευρώ), βλάπτοντας τρίτον, που τελέστηκε στην Αθήνα στις 24/2/1999 και για την πλημμεληματική πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου που τελέστηκε, κατ' εξακολούθηση, στο ... στις 23/4/2001, 29/6/2001, 18/12/2001 και στις 29/1/2002. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου 2792/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στo προσβαλλόμενo παραπεμπτικό βούλευμά του την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 αρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, διότι δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, στην κακουργηματική της μορφή (Για την πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, κατ' εξακολούθηση, κρίθηκε ήδη ότι πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής). Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται ούτε αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα διά βλάβης ποίου τρίτου ο αναιρεσείων κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στην ιδιοκτήτρια εταιρεία του ακινήτου το αναφερόμενο σε αυτό περιουσιακό όφελος, ούτε εκτίθενται σε αυτό περιστατικά από τα οποία να προκύπτει τούτο, μη αρκούντος του σκοπού επιδιώξεως περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργηματικής. Η συνδρομή δε του στοιχείου αυτού είναι εκείνη που, μαζί με την παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι το όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στην πιο πάνω ιδιοκτήτρια του ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη της υπεξαιρέσεως για την οποία έκρινε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Επομένως, ο σχετικός, από τη διάταξη του άρθρου 484 στοιχ. δ ΚΠΔ, σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την εν λόγω παραδοχή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, μετά την παραδοχή του σχετικού με την έλλειψη αιτιολογίας λόγου αναιρέσεως που αναφέρθηκε πιο πάνω, και την παραγραφή του εγκλήματος της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος κατ' εξακολούθηση, πρέπει, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ.1 και 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 735/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ, για τις μερικότερες πράξεις του πλημμελήματος της κατ' εξακολούθηση κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στις 23-4-2001, 29-6-2001, 18-12-2001 και 29/1-2002 στο ... Επεκτείνει το αποτέλεσμα της 136/17-11-2006 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ κατά του 735/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ως προς τον κατηγορούμενο Ζ, και αναιρεί ως προς αυτόν, το πιο πάνω βούλευμα και παύει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής ως προς τις αυτές πιο πάνω μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτόν, στις 23-4-2001, 29-6-2001 18-12-2001 και 29/1/2002 στο ... Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2007Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ