Αριθμός 73/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοκκινάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3671/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθύμιος Τσάκας. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση των αποφάσεων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 415/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξ άλλου λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3671/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, η οποία ανεστάλη για μία τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία απεδείχθησαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. α' ΠΚ, και κατά το έτος 1999 υπηρετούσε στη Δ.Ο.Υ. ..., με την ιδιότητα της διαχειρίστριας υλικού. Στα καθήκοντα αυτής περιλαμβάνετο η πώληση, εις ιδιώτες και διαφόρους φορείς του Δημοσίου, υλικού που της είχε εμπιστευθεί η υπηρεσία της, όπως παράβολα διαφόρων κλάσεων, χαρτόσημα, αγωγόσημα, συναλλαγματικές, υπεύθυνες δηλώσεις κ.λ.π., η είσπραξη των χρηματικών ποσών των αντιστοίχων πωλήσεων και η απόδοση αυτών στον ταμία της Δ.Ο.Υ. ... . Εξ άλλου, το πωλούμενο εκάστοτε υλικό όφειλε να το καταχωρεί στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο εισαγωγής και εξαγωγής υλικού. Όμως, αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από τους μηνός Αυγούστου 1999 έως και Οκτωβρίου 1999, δεν κατεχώρησε στο οικείο βιβλίο το πράγματι πωληθέν από αυτή υλικό και το πράγματι εισπραχθέν ποσό, αλλά εμφάνισε ότι επώλησε υλικό λιγότερο και ιδίως αυτό που ανεφέρετο στην πώληση παραβόλων διαβατηρίων ποσού 9.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να ιδιοποιείται παρανόμως το αντίστοιχο ποσό, όπως ήτο και ο σκοπός της. Έτσι, κατά τον μήνα Αύγουστο 1999 εμφάνισε ότι δεν έπρεπε να αποδώσει ποσό 1.800.000 δραχμών, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 1999 ότι δεν έπρεπε να αποδώσει ποσό 450.000 δραχμών και κατά το μήνα Οκτώβριο 1999 ότι δεν έπρεπε να αποδώσει ποσό 549.000 δραχμών, το οποίο ιδιοποιήθηκε παρανόμως, εφ΄ όσον το αντίστοιχο υλικό που πράγματι επώλησε δεν το εμφάνισε ως πωληθέν, με αποτέλεσμα οι εγγραφές από αυτή στο οικείο βιβλίο να μην ευρίσκονται σε αντιστοιχία με το υπόλοιπο υλικό της αποθήκης. Τούτο, διεπιστώθη μετά από έκτακτο έλεγχο που διενεργήθη από τον μάρτυρα κατηγορίας, Οικονομικό Επιθεωρητή, X (ενόψει και της εντάξεως της υπηρεσίας της Δ.Ο.Υ. ... στο σύστημα TAXIS), τα συμπεράσματα του οποίου περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. 10921/1999 πορισματική έκθεση αυτού, όπως διευκρινίσθηκε με το υπ' αριθμ. 1623/2005 έγγραφο του ιδίου (που ανεγνώσθησαν) καθώς και με την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τον ρηθέντα μάρτυρα, ενώ αυτή, επί τη βάσει του υπολοίπου υλικού, έπρεπε να παραδώσει ποσό 167.000.000 δραχμών, παρέδωσε ποσό 164.000.000 δραχμών και όσον αφορά στα παράβολα διαβατηρίων, ενώ επί τη βάσει των στοιχείων των βιβλίων, είχε χρεωθεί 3.000 ένσημα παραβόλων των 9.000 δραχμών και εξ αυτών είχε πωλήσει στην Νομαρχία ... 2.350 παράβολα, στο οικείο βιβλίο εισαγωγής-εξαγωγής υλικού είχε σημειώσει ότι επώλησε 2.000 παράβολα. Η ιδία αρχικώς ισχυρίσθη ότι επρόκειτο περί κλοπής, ήδη δε ενώπιον του Δικαστηρίου, απολογουμένη, ισχυρίζεται ότι πρόκειται περί λογιστικού λάθους. Όμως, επί τη βάσει των, ως άνω, ενεργειών της δεν μπορεί να γίνει λόγος περί κλοπής, πολλώ μάλλον εφ' όσον στο χώρο όπου ετηρείτο το ανωτέρω υλικό δεν είχε κανένας πρόσβαση εκτός από την ιδία. Ωσαύτως, δεν δύναται να γίνει λόγος περί λογιστικού λάθους, εφ' όσον, στην περίπτωση αυτή, η ιδία θα διεπίστωνε το έλλειμμα, συνεπεία του λάθους, στο τέλος εκάστου μηνός και θα το ανέφερε αμέσως στην προϊσταμένη της, κατά την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Ψ. Αντιθέτως, πρόκειται περί συνειδητής ενεργείας της κατηγορουμένης, που είχε ως σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του αντιστοίχου ποσού, εφ' όσον κατά την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος X αυτή "βεβαιωμένα και διαπιστωμένα επώλησε 2.300 παράβολα (διαβατηρίων) και συνειδητά εμφάνιζε στο τηρούμενο βιβλίο 2.000 πουλημένα παράβολα". Όσον αφορά δε, τα παράβολα αυτά, εφ' όσον κατά τον μήνα Αύγουστο 1999 επώλησε στην Νομαρχία ..., επί τη βάσει των στοιχείων που ανευρέθησαν στην υπηρεσία αυτή 296 παράβολα, στο οικείο βιβλίο φέρεται ότι επώλησε 96 παράβολα, η ιδία δε, δια της απολογίας της, δεν μπορεί να δώσει" εξήγηση επ' αυτού. Δεν πρέπει, εξ άλλου, να παραβλεφθεί και το γεγονός, ότι η κατηγορουμένη τιμωρήθηκε πειθαρχικώς με ποινή προσωρινής παύσης 6 μηνών, δια της από 20-6-2002 αποφάσεως του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου που ανεγνώσθη". Με τις σκέψεις αυτές το δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ένοχη του ότι: "στον ... κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο έως Οκτώβριο του έτους 1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, ήτοι ούσα υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 εδ. α' του Π.Κ. καθώς υπηρετούσε στη Δ.Ο.Υ. ... ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητάς της και συγκεκριμένα ενώ εργαζόταν ως υπάλληλος στη Δ.Ο.Υ. ... και δη ως διαχειρίστρια υλικού, ήτοι διακινούσε-πωλούσε σε ιδιώτες και σε φορείς του Δημοσίου υλικό που της είχε εμπιστευτεί η Δ.Ο.Υ. ... (όπως παράβολα χαρτοσήμων διαφόρων κλάσεων, χαρτόσημα, αγωγόσημα, ένσημα, συναλλαγματικές, υπεύθυνες δηλώσεις κλπ) και όφειλε να εισπράττει το χρηματικό ποσό από την πώληση αυτή και να το αποδίδει στον ταμία της Δ.Ο.Υ. ..., εν τούτοις: α) τον Αύγουστο του έτους 1999, ενώ πώλησε υλικό και εισέπραξε το ποσό των 1.800.000 δρχ. με πρόθεση δεν εμφάνισε το υλικό αυτό ως πωληθέν και δεν το ανέγραψε στη στήλη εξαγωγής υλικού στο "βιβλίο που τηρούσε και ανέγραφε την εισαγωγή και εξαγωγή υλικού, με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι δεν έπρεπε να αποδώσει στον ταμία της Δ.Ο.Υ. το χρηματικό ποσό που εισέπραξε (ήτοι των 1.800.000 δραχμών) και χωρίς κανένα δικαίωμα το ιδιοποιήθηκε, β) τον Σεπτέμβριο 1999, ενώ με την ίδια ως άνω διαδικασία, ήτοι με την πώληση υλικού εισέπραξε το ποσό των 450.000 δραχμών δεν το απέδωσε στον ταμία της Δ.Ο.Υ. αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, γ) τον Οκτώβριο του έτους 1999 ενώ εισέπραξε από την πώληση υλικού της Δ.Ο.Υ. ... το χρηματικό ποσό των 549.000 δραχμών, μη εμφανίζοντας το στο βιβλίο εισαγωγής-εξαγωγής υλικού με την πιο πάνω υπό στοιχείο α' διαδικασία, το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το συνολικό χρηματικό ποσό που ιδιοποιήθηκε η κατηγορουμένη υπάλληλος ανέρχεται στα 2.799.000 δραχμές". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 εδ. α' (σε συνδυασμό με άρθρ. 13 εδ. α') ΠΚ την οποία ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε αυτή ευθέως ή εκ πλαγίου, εκ προφανούς παραδρομής αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αντί των οποίων παρατίθεται ορθώς η ως άνω. Ειδικότερα το δικαστήριο διέλαβε στην καταδικαστική του απόφαση, κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την ανωτέρω κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να αναφέρει ποια παραδοχή προκύπτει από καθένα χωριστά αρκεί ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε στο σύνολό τους. Εφόσον δε το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του κατά τα ως άνω και "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης", συνάγεται χωρίς καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις μαρτυρικές καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και του ....., ....., ....., ..... και του μάρτυρος υπερασπίσεως ..... . Το γεγονός ότι εξαίρονται μόνο οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας X και Ψ, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας, ως προς το μέρος αυτού με το ποίο προβάλλονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ως προς το μέρος με το οποίο επιχειρείται να αμφισβητηθεί η υπό του δικάσαντος δικαστηρίου ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού κάτι τέτοιο δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης και του διατακτικού αυτής, ένεκα του ότι στο μεν πρώτο αναφέρεται ότι η προέλευση του ελλείμματος προέρχεται από την πώληση "παραβόλων διαβατηρίων" αξίας εκάστου 9.000 δραχμών, συνολικού ύψους 2.799.000 δρχ. (1.800.000+450.000+549.000) στο δε δεύτερο από την πώληση "υλικού" ιδίου συνολικού ύψους διότι αφενός μεν αλληλοσυμπληρώνονται το διατακτικό με το σκεπτικό της απόφασης, αφετέρου εκ των διαφόρων αναφερομένων προς πώληση υλικών (παράβολα χαρτοσήμων, χαρτόσημα, αγωγόσημα, ένσημα κ.λ.π.) εξειδικεύεται στο σκεπτικό ότι το έλλειμμα προείρχετο από την πώληση παραβόλων διαβατηρίων, αναφέρονται μάλιστα στην απόφαση τα επιμέρους ποσά των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου, που η κατηγορουμένη δεν ενεφάνισε από πωληθέν υλικό (παραβόλων διαβατηρίων) και το συνολικό ύψος που ιδιοποιήθηκε. Επομένως και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μη υπάρχοντος δε ετέρου λόγου προς διερεύνηση η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3671/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ