Αριθμός 1319/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Γερασίμου και 2) ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Γρηγόριο Γερασίμου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10297/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ3 και πολιτικώς ενάγοντα τον ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Δεκεμβρίου 2005, δύο, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 126/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των παραστάντων διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου δύο αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) .... και 2) ....., οι οποίες είναι παραδεκτές, στρεφόμενες δε κατά της αυτής υπ' αριθμό 10297/2005 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους. Οι λόγοι αναιρέσεως των δύο αιτήσεων είναι ταυτόσημοι και αναφέρονται στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στην ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν είναι επομένως αναγκαία, χωριστή για κάθε αίτηση, αναφορά τους. ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 10297/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι μαζί με τον συγκατηγορούμενό τους ..... , σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από κοινού, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος ..... , ιδιοκτήτης της νεοανεγειρόμενης τότε οικοδομής που βρίσκεται στην Αρτέμιδα Αττικής, επί της διασταύρωσης των οδών ...... και ..... , επιβλέπων πολιτικός μηχανικός στην οποία ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος .... , ανέθεσε (ο άνω ιδιοκτήτης) περί τα μέσα Ιουνίου 2000 στον τρίτο κατηγορούμενο Χ3, εργολάβο ελαιοχρωματισμών, να βάψει τις πόρτες της οικοδομής. Στο υπερυψωμένο ισόγειο της εν λόγω οικοδομής και πλησίον της κεντρικής εισόδου αυτής υπήρχε ένα άνοιγμα (τρύπα) διαστάσεων 1,5 μ.Χ1,5 μ. που οδηγούσε στο φρεάτιο του υπογείου σε βάθος 4 μέτρων περίπου. Το φρεάτιο αυτό ήταν δίπλα στο χώρο του υπογείου και συνδεόταν με αυτό με ένα άνοιγμα-πορτάκι στον κοινό τοίχο (φρεατίου και υπογείου), από το οποίο πορτάκι του τοίχου με προσπάθεια ίσα-ίσα που χωρούσε να διέλθει άνθρωπος. Στο ως άνω άνοιγμα (τρύπα- καταπακτή) του ισογείου, διαστάσεων 1,5μ.Χ1,5μ.) είχαν τοποθετήσει εντελώς πρόχειρα οι κατηγορούμενοι, υπό τις άνω ιδιότητές τους, δύο-τρείς σανίδες που άφηναν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος τους, αντί να το έχουν κατάλληλα καλυμμένο (κλεισμένο) με στερεό υλικό ή να έχουν τοποθετήσει περιμετρικά ανθεκτικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, όπως είχαν κατά νόμο υποχρέωση (άρθρ. 20 Π.Δ. 778/80 και 40 Π.Α. 1073/81), όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν. Όμως από αμέλειά τους, ήτοι έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι ως εκ του επαγγέλματός τους και τις άνω ιδιότητές τους να καταβάλουν, δεν επιμελήθηκαν να έχουν κατάλληλα κλεισμένη την παραπάνω τρύπα. Έτσι την 21-6-2000, που μετέβη στο χώρο της οικοδομής ο τρίτος κατηγορούμενος, εργολάβος ελαιοχρωματισμών, με τον ...., ηλικίας τότε 19 ετών περίπου, τον οποίο είχε προσλάβει ως βοηθό, προκειμένου να εκτελέσουν εργασίες που προηγούντο του βαψίματος (να μεταφέρουν τις πόρτες στο χώρο βαψίματος κ.λ.π.) και ενώ το ως άνω άνοιγμα του ισογείου, διαστάσεων 1,5 μ. Χ 1,5 μ., όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν κατάλληλα κλεισμένο, αλλά είχαν τοποθετηθεί σ' αυτό πρόχειρα δύο-τρείς σανίδες που άφηναν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος του, διερχόμενος από το χώρο εκείνο ο εν λόγω βοηθός (εργάτης) ..... κρατώντας μία πόρτα που μετέφερε έπεσε μαζί με την πόρτα αυτή που κρατούσε μέσα στο παραπάνω άνοιγμα με το κεφάλι, καταλήγοντας σε βάθος 4 μ. περίπου στο δάπεδο του φρεατίου που ήταν τσιμέντινο. Συνέπεια της πτώσης του αυτής με το κεφάλι στο τσιμέντινο δάπεδο του φρεατίου ήταν να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε στις 6-7-2000 ο θάνατός του στο Νοσοκομείο Κ.Α.Τ., όπου είχε διακομισθεί από το Κέντρο Υγείας Σπάτων και είχε υποβληθεί σε κρανιοτομία αριστερής μετωποκροταφικής χώρας και σε συρραφή πτερυγίου αριστερού ωτός. Η πτώση του ανωτέρω θύματος από το προπεριγραφόμενο άνοιγμα (καταπακτή) συνέβη περί ώρα 14,30΄-14,45΄ χωρίς να γίνει άμεσα αντιληπτή από άλλα άτομα. Το ίδιο το θύμα, το οποίο διατηρούσε τις αισθήσεις του και δεν είχε υποστεί κατάγματα στο σώμα του (ως εκ της φύσης της πτώσης του με το κεφάλι) προσπάθησε να εξέλθει από το χώρο του φρεατίου, στο δάπεδο του οποίου υπήρχαν αίματα από τον τραυματισμό του στο κεφάλι και ιδίως στο αριστερό αυτί, διερχόμενο (το θύμα) από το προπεριγραφόμενο πορτάκι του κοινού τοίχου με το υπόγειο και όταν βρισκόταν στο διπλανό χώρο του υπογείου προσπαθώντας να ανέβει τις σκάλες άκουσαν τις φωνές του ο 1ος κατηγορούμενος και ο μάρτυρας ..... , που συνέπεσε εκείνη τη στιγμή να καταφθάσουν στην οικοδομή. Αυτοί τον βοήθησαν ν' ανέβει από τις σκάλες του υπογείου, χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν μαζί του επειδή μιλούσε Πολωνικά, ειδοποιήθηκε ο 3ος κατηγορούμενος που απουσίαζε εκείνη τη στιγμή από την οικοδομή, ο οποίος και τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του αρχικά στο Κέντρο Υγείας Σπάτων και στη συνέχεια διακομίσθηκε στο ΚΑΤ, όπου και επήλθε ο θάνατός του. Ο θάνατος του ως άνω εργαζομένου θύματος οφείλεται σε αμέλεια και των τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, δεν φρόντισαν, όπως προαναφέρθηκε, να κλείσουν κατάλληλα το άνοιγμα (καταπακτή), με αποτέλεσμα να προκληθεί η πτώση του θύματος και ο θανάσιμος τραυματισμός του, αποτέλεσμα που δεν είχαν οι κατηγορούμενοι προβλέψει. Ο ισχυρισμός των 1ου και 2ου εξ αυτών περί του ότι το θύμα έπεσε στις σκάλες του υπογείου και όχι από το άνοιγμα (καταπακτή) δεν ευσταθεί και είναι αβάσιμος. Στο βάθος της καταπακτής (δάπεδο φρεατίου) βρέθηκαν οι κηλίδες αίματος, καθώς και η πόρτα που μετέφερε το θύμα, η οποία ήταν σφηνωμένη στα τοιχώματα του ανοίγματος αυτού. Και ναι μεν ο διενεργήσας τη νεκροψία-νεκροτομία στο θύμα ιατροδικαστής .... αναφέρει στην έκθεσή του και δίπλα στη στήλη "αιτία θανάτου" "βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση συμβατής με πρόσκρουση της κεφαλής", διευκρινίζοντας στη συνέχεια, αλλά και ως μάρτυρας ανωτέρω ότι αν είχε πέσει το θύμα από τέτοιο ύψος (4 μ. περίπου), με το κεφάλι δεν θα μπορούσε να σηκωθεί και να μιλήσει. Όμως το θύμα έπεσε στο άνοιγμα μαζί με την πόρτα που κρατούσε, η οποία από μόνη της, αλλά και εκ του ότι σφηνώθηκε στα τοιχώματα του ανοίγματος επηρέασε οπωσδήποτε την πορεία της πτώσης του και την ανέκοψε. Άλλωστε, και ο μάρτυρας ανωτέρω ..... ιατρός εντατικολόγος, Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Κ.Α.Τ., όπου νοσηλεύθηκε το θύμα, καταθέτει σαφώς ότι από την εμπειρία του στην εν λόγω Μ.Ε.Θ., μπορεί κάποιος να πέσει από ύψος 3-4 μέτρων και να μην έχει εξωτερικές κακώσεις και ότι υπάρχει άτομο που έχει πέσει από τον 3ο όροφο και να μην έχει καθόλου εξωτερικές κακώσεις. Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, για την ενοχή των κατηγορουμένων, η κρίση του δε αυτή δεν επηρεάζεται από την κρίση του αστικού Δικαστηρίου που απέρριψε τελεσίδικα την αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκε, με τις απαριθμούμενες ανωτέρω αποφάσεις του (Μ.Πρ.Αθηνών και Εφετείου Αθηνών) που αναγνώσθηκαν, δεχόμενο, αντιθέτως, ότι το θύμα σκόνταψε και έπεσε στις σκάλες του υπογείου. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα την προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν περιορίστηκε σε απλή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελή και μάλιστα, την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του για την ενοχή των αναιρεσειόντων, αφού αφενός, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και τις σκέψεις, επί των οποίων θεμελίωσε την κρίση του αυτή, και αφετέρου μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως 1) Επαρκώς περιγράφεται προηγούμενη συμπεριφορά και των δύο αναιρεσειόντων από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος της επέλευσης από πτώση του θανάτου του προαναφερθέντος εργαζόμενου στην οικοδομή Χ3 εκ της συγκλίνουσας αμέλειας αμφοτέρων συγκεκριμένα δε η παράλειψη να κλείσουν το άνοιγμα (τρύπα-καταπακτή) με στερεό υλικό ή να τοποθετήσουν περιμετρικά ανθεκτικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, 2) Αναφέρεται η νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων, ως ιδιοκτήτη του πρώτου και επιβλέποντος μηχανικού του δεύτερου να προβούν στο κλείσιμο του ως άνω ανοίγματος ή να τοποθετήσουν περιμετρικά ανθεκτικά προστατευτικά κιγκλιδώματα και προσδιορίζεται η προέλευση της υποχρέωσης αυτής από ρητή διάταξη νόμου (άρθρο 20 Π.Δ. 778/1980 και 40 Π.Δ. 1073/1981) και 3) Μεταξύ των ανωτέρω αμελών παραλείψεων των αναιρεσειόντων και του παθόντος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, καθόσον δεν θα επερχόταν ο από πτώση εντός του ανοίγματος θάνατος του ως άνω εργαζομένου, αν εκείνοι δεν άφηναν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω ανοίγματος, αλλά το είχαν κατάλληλα καλυμμένο (κλεισμένο). Ακόμη το ως άνω δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για την εξαχθείσα κρίση του χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική αξιολόγηση ή συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία. Περαιτέρω το ίδιο Δικαστήριο υπήγαγε ορθά τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β', 28, 302 παρ. 1 του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρ. 20 του ΠΔ 778/1980 και 40 του ΠΔ 1073/1981, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγους των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεων, για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου η αιτίαση με τον σχετικό επίσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, ότι το παραπάνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος ..... είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού από την αναφορά στην αιτιολογία της απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο και το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων είναι και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και από παραδρομή αναφέρονται οι καταθέσεις μόνο των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως. IV.- Κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης που καθιερώνεται από το άρθρο 177 του ΚΠοινΔ, η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, ο οποίος μόνο όταν δεν αποδέχεται τα προκύψαντα από αυτήν συμπεράσματα, πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη πεποίθησή του στηριζόμενος σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν εκείνα τα οποία οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνωμοδοτήσεώς τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο αποκρούει ειδικώς το συμπέρασμα του ιατροδικαστή .... , στηριζόμενο σε αντίθετα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εξετέθησαν στο προπαρατεθέν σκεπτικό του, τα οποία δέχεται ως αληθινά και προκύπτοντα από τα ειδικώς αναφερόμενα σ' αυτό αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς με ειδική αιτιολογία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική των αναιρεσειόντων κρίση του, τα δε περί του αντιθέτου υπό των τελευταίων προβαλλόμενα με το σχετικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο των κρινομένων αιτήσεων είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος οι λοιπές στους άνω εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. V.- Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεώς της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 66 παρ. 1 του ΚΠοινΔ η πολιτική που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64, 65 και 68 του ΚΠοινΔ, 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, άσκησε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου αγωγή, με την οποία ζήτησε να του επιδικαστεί το μεγαλύτερο μέρος της απαιτήσεώς του και επιφυλάχθηκε να εισαγάγει και ένα μέρος αυτής στο ποινικό δικαστήριο, είναι παραδεκτή η παράσταση αυτού στο ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντος για το μέρος της απαιτήσεώς του, το ο π οίο δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο. Τούτο δε ανεξάρτητα από το αν έχει εκδοθεί οριστική ή τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δεδομένου ότι για το μέρος που έγινε η επιφύλαξη στην αγωγή του δεν έχει εκδοθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει εξουσία να κρίνει για το μέρος αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν σχετικής ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, ο πολιτικώς ενάγων ..... πατέρας του θανόντος με την από 30-12-2001 αγωγή αποζημιώσεως κατά των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των 40.010.000 δραχμών λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του υιού του, διατηρώντας στην αγωγή αυτή την επιφύλαξή του για ποσό 10.000 δρχ. προκειμένου να ζητήσει τούτο ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Συνεπώς, για το ποσό των 10.000 δραχμών που αντιστοιχεί σε 30 ευρώ και το οποίο είχε επιφυλαχθεί ρητώς να ζητήσει ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, είχε δικαίωμα να παρασταθεί σ' αυτό και ορθώς το δικαστήριο τούτο του επιδίκασε αυτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επηρεάζεται δε το παραδεκτό της δήλωσης πολιτικής αγωγής εκ του ότι η ως άνω αγωγή τούτου (πολιτικώς ενάγοντος) έχει απορριφθεί τελεσίδικα από το πολιτικό δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1095/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επομένως ο σχετικός λόγος των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεων για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI.- Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, οι κρινόμενες δύο αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 16 Δεκεμβρίου 2005 δύο αιτήσεις των ..... και ..... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10297/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 12 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ