Αριθμός 1571/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σπεντζόπουλο, περί αναιρέσεως της 14055/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 6 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2007. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο Αντεισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. Στη συνέχεια ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 § 4, 5 § 1 και 7 § 2β της ΔΥΑ 2.805/1960 Υγειονομικής Διατάξεως "Περί Αστυϊατρικών Επιθεωρήσεων και Υγειονομικού Ελέγχου Τροφίμων" ορίζεται, ότι επικίνδυνο χαρακτηρίζεται το τρόφιμο, το οποίο, εφάπαξ ή κατ' επανάληψη λαμβανόμενο, μπορεί να προκαλέσει, είτε αμέσως είτε οψίμως, βαρεία βλάβη της υγείας του ανθρώπου, παροδική ή νόμιμο, ότι στα επικίνδυνα τρόφιμα κατατάσσονται τα αποσυντεθειμένα, τα δηλητηριώδη και τα μολυσμένα τρόφιμα και ότι πας όστις πωλεί ή κατέχει προς πώληση ή διανέμει προς κατανάλωση τρόφιμα, τα οποία είναι επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία, τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 §§ 1 και 2 ΠΚ, εφόσον από κάποια άλλη διάταξη δεν τιμωρείται βαρύτερα. Περαιτέρω, κατά την αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 §§ 1 και 2 του ΠΚ, όποιος κατασκευάζει ή επεξεργάζεται τρόφιμα, ποτά, φάρμακα ή άλλα αντικείμενα, έτσι που η χρήση τους να μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία ή κίνδυνο για τη ζωή του ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε κάποια από τις προαναφερόμενες πράξεις τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 § 12 του ν.δ. 136/1946 "Περί Αγορανομικού Κώδικα" σε συνδυασμό με το άρθρο 3 §§ 7α, 8ζ και θ του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές, εκείνοι οι οποίοι δεν συμμορφώνονται με τις από την αρμόδια χημική υπηρεσία εκδιδόμενες οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι τους, που πρέπει να πληρούν τα στην κατανάλωση προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, καθώς και τα αντικείμενα χρήσης και οι όροι τους οποίους πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρηση αυτών, για φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών, κατά δε το άρθρο 33 του ίδιου ν. δ/τος, αν η παράβαση του ανωτέρω άρθρου 30 τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Ενόψει αυτών, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση των πιο πάνω άρθρων 3 § 4, 5 § 1 και 7 § 2β της ΔΥΑ 2.805/1960 Υ.Δ. και 30 § 12 του ν.δ. 136/1946, για να έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται, εκτός άλλων, να αναφέρεται και στο είδος της υπαιτιότητας του κατηγορούμενου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή αυτός τέλεσε τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις από δόλο ή αμέλεια. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 14.055/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίσή του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη 1) στις 27.11.2002 κατείχε προς πώληση επικίνδυνα τρόφιμα. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του υπεύθυνου επιχειρήσεως πώλησης ξηρών καρπών, κατά τη διάρκεια ελέγχου από τον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Φ.Ε.Τ.), διαπιστώθηκε ότι κατείχε προς διάθεση στο πελατειατικό κοινό 20.000 κιλά φιστικιών με κέλυφος, εισαγωγής, τα οποία όμως ήταν επικίνδυνα σε περίπτωση άμεσης κατανάλωσης από άνθρωπο ή ως συστατικό τροφίμων, διότι περιείχαν αφλατοξίνη Β1 136,6 ppb και σύνολο αφλατοξινών 146,5 ppb, οι οποίες υπερέβαιναν το μέγιστο ανεκτό όριο των 2 ppb και 4 ppb, αντιστοίχως, και 2) σε άγνωστη χρονολογία, αλλά πάντως μέσα στο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο έως και τον Ιανουάριο του 2002, προέβη στη διάθεση στην κατανάλωση τροφίμων, τα οποία, ύστερα από εξέταση από τις αρμόδιες αρχές και αιτιολογημένη έκθεσή τους, είχαν αποκλειστεί από την κατανάλωση ως ακατάλληλα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητά του διέθεσε στο καταναλωτικό κοινό 20.000 κιλά φιστικιών με κέλυφος, εισαγωγής, τα οποία όμως ήταν επικίνδυνα σε περίπτωση άμεσης κατανάλωσης από άνθρωπο ή ως συστατικό τροφίμων, διότι περιείχαν αφλατοξίνη Β1 136,6 ppb και σύνολο αφλατοξινών 146,5 ppb, διότι υπερέβαιναν το μέγιστο ανεκτό όριο των 2 ppb και 4 ppb, αντιστοίχως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, που δίκασε, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για παράβαση των διατάξεων των άρθρων των άρθρων 3 § 4, 5 § 1 και 7 § 2β της ΔΥΑ 2.805/1960 Υ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 281 του ΠΚ και του άρθρου 30 § 12 του ν.δ. 136/1946 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 §§ 7α, 8ζ και θ του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, και επέβαλε σε αυτόν, μετά και την αναγνώριση στον ίδιο της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 εδ. β του ΠΚ, ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία και μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. 3. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν διέλαβε σε αυτή την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ελλιπή τοιαύτη, διότι, αν και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεων, οι οποίες, όπως προειπώθηκε, τιμωρούνται και όταν τελέστηκαν από αμέλεια, οπότε επιβάλλεται από το νόμο ελαφρότερη ποινή, ούτε στο σκεπτικό, ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, αναφέρεται, αν αυτός τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις από δόλο ή αμέλεια, ούτε διαλαμβάνονται περαιτέρω σε αυτή περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και πρώτος λόγος αναιρέσεως των πρόσθετων λόγων αυτής είναι βάσιμοι, αιτία για την οποία και παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής. Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 14.055/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ