Αριθμός 1572/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) .....και 2) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαζανά, για αναίρεση της 7137/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 228/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρ. 229 § 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση, πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρ. 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών", κατά δε το άρθρ. 363 ΠΚ "εάν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου το γεγονός είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται : α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του, και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται : α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδίως του απαιτούμενου επί των παραπάνω εγκλημάτων των άρθρ. 229 § 1, 363 - 362 και 224 § 2 του ΠΚ άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη υπ' αριθ. 7.137/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι αναιρεσείουσες κατηγορούμενες στις 22.6.2000, με έγκλησή τους προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταμήνυσαν τον εγκαλούντα ψευδώς, ότι στις 21.6.2000, ενώ βρίσκονταν στο ισόγειο του κτιρίου 12 των Δικαστηρίων της οδού Ευελπίδων, έξω από την αίθουσα του Ι΄ Τριμελούς, όπου θα εκδικαζόταν υπόθεση με κατηγορούμενο το ....., γιο και αδελφό των κατηγορουμένων, αντιστοίχως, ο εγκαλών επιτέθηκε εναντίον τους και τις κτύπησε με γροθιές στο σώμα και στο πρόσωπο, τραυματίζοντας και τις δύο, και μάλιστα την πρώτη κατηγορούμενη σοβαρά στο μάτι, αιτία για την οποία αυτή νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο, ότι ο ίδιος τις εξύβρισε με τις λέξεις "κουφάλες, πουτάνες, γαμημένες" και ότι τις απείλησε με τη φράση "θα πεθάνετε". Στην καταμήνυση αυτή οι δύο κατηγορούμενες προέβησαν εν γνώσει τους, ότι το περιεχόμενο της έγκλησής τους ήταν αναληθές, με σκοπό να επιτύχουν την κίνηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος, όπως και έγινε, αφού σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για επικίνδυνη σωματική βλάβη της πρώτης κατηγορούμενης, απλή σωματική βλάβη της δεύτερης, εξύβριση και απειλή και των δύο και παραπέμφθηκε για να δικαστεί για τις πράξεις αυτές στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το γεγονός, ότι τα καταγγελλόμενα από τις κατηγορούμενες ήταν ψευδή προκύπτει και από την αθώωση του τότε κατηγορούμενου και ήδη εγκαλούντος για τις προαναφερόμενες πράξεις, με την υπ' αριθ. 17.803/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθ. 2.604/2005 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η δεύτερη κατηγορούμενη ...., κατά την ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΑΤ Ωρωπού, στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργούταν σε βάρος του εγκαλούντος ύστερα από την ανωτέρω ψευδή έγκληση των κατηγορούμενων, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα προαναφερόμενα ψευδή περιστατικά, που δήθεν έλαβαν χώρα σε επεισόδιο. που δημιούργησε σε βάρος τους ο εγκαλών στις 21.6.2000. Συγκεκριμένα, για το επεισόδιο αυτό κατέθεσε, ότι ο εγκαλών επιτέθηκε και προκάλεσε στην ίδια και τη μητέρα της σωματικές βλάβες και τις εξύβρισε χυδαία. Τέλος, οι κατηγορούμενες, με την κατάθεση της ως άνω από 31.7.2000 ψευδούς μήνυσής τους στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ισχυρίστηκαν σε βάρος του εγκαλούντος τα όσα ψευδή γεγονότα αναφέρονται πιο πάνω, επί πλέον δε η δεύτερη από αυτές, με την από 13.9.2000 προανακριτική κατάθεσή της, ισχυρίστηκε ενώπιον των προανακριτικών υπάλλήλων του ΑΤ Ωρωπού τα ίδια ως άνω ψευδή γεγονότα, αν και γνώριζαν ότι αυτά ήταν ψευδή, μπορούσαν δε τα ψευδή αυτά περιστατικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, των γεγονότων δε αυτών έλαβαν γνώση ο Εισαγγελέας, οι γραμματείς της Εισαγγελίας και οι προανακριτικοί υπάλληλοι. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε τις δύο κατηγορούμενες ένοχες ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, τη δεύτερη από αυτές, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, επί πλέον δε τη δεύτερη και ψευδορκίας μάρτυρος, και επέβαλε σε καθεμία από αυτές ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση, στη μεν πρώτη ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών (3 μήνες + 1 μήνας = 4 μήνες), στη δε δεύτερη πέντε (5) μηνών (3 μήνες + 1 μήνας + 1μήνας = 5 μήνες), ποινές τις οποίες μετέτρεψε στη συνέχεια σε χρηματικές προς 4, 40 ευρώ ημερησίως. 3. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, που δίκασε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχες τις αναιρεσείουσες, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας. Ειδικότερα, αιτιολόγησε ειδικώς και την ύπαρξη του απαιτούμενου άμεσου δόλου για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, αφού διέλαβε σκέψεις περί της γνώσεως των κατηγορούμενων α) ότι η καταμήνυση ήταν ψευδής, β) ότι τα διαδοθέντα ενώπιον του Εισαγγελέως, των γραμματέων της Εισαγγελίας και των προανακριτικών υπαλλήλων ήταν ψευδή, και γ) ότι τα ενόρκως κατατεθέντα ενώπιον των τελευταίων από τη δεύτερη κατηγορούμενη ήταν ψευδή, δεχόμενο σχετικώς, ότι τα γεγονότα (επικίνδυνη και απλή σωματικές βλάβες, εξυβρίσεις και απειλές των ήδη κατηγορουμένων), τα οποία φέρεται ότι συνέβησαν ενώπιόν τους έξω από την αίθουσα του Ι Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν έλαβαν ποτέ χώρα και, με βάση και την υπ' αριθ. 2.604/2005 ήδη αμετάκλητη για τον εγκαλούντα αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ήταν ψευδή (άρθρο 366 § 2 ΠΚ) και παρά ταύτα οι κατηγορούμενες καταμήνυσαν εν γνώσει τους ψευδώς για το αντίθετο τον εγκαλούντα με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική καταδίωξή του και ισχυρίστηκαν ενώπιον των αναφερθέντων τρίτων, πως τα γεγονότα αυτά, που ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ήταν αληθή, ενώ επί πλέον η δεύτερη, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιου προανακριτικού υπαλλήλου, βεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς, ότι διαδραματίστηκαν μπροστά της τα αναληθή αυτά γεγονότα. Επομένως, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 4. Επειδή, κατά το άρθρο 329 § 1 του ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Γ΄ του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 93 § 2 του ισχύοντος Συντάγματος, αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν απαγγέλθηκε δημόσια και με τον τρόπο αυτό παραβιάστηκαν οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Όμως, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 7.137/2006 απόφασης αναφέρεται : α) στην 1η σελίδα και στην αρχή του περιεχομένου αυτών, ότι "η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου", και β) στη 13η σελίδα και στο τέλος της 17ης σελίδας των πρακτικών και πριν από τον τόπο, τη χρονολογία εκδόσεως και την υπογραφή από τον προεδρεύοντα του Δικαστηρίου και τη γραμματέα της απόφασης αυτής, ότι η περί ενοχής, ποινής, συνολικής ποινής και μετατροπής αυτής για κάθε αναιρεσείουσα απόφαση "κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε δημόσια αμέσως στο ακροατήριό του". Από τις ανωτέρω περικοπές των πρακτικών της πληττόμενης απόφασης, αλλά και από το σύνολο των εκτιθέμενων σε αυτά, προκύπτει ασφαλώς, ότι η συζήτηση της παρούσας ποινικής υποθέσεως στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η απαγγελία της απόφασης αυτής έγινε δημόσια. Επομένως, ο περί παραβιάσεως των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Γ΄ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 5. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο των εγγράφων, που αναγνώστηκαν, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, δημιουργείται η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται, ότι το δικαστήριο για τη θεμελίωση της περί ενοχής κρίσεώς του έλαβε υπόψη έγγραφα, και δη "επτά (7) πιστοποιητικά της Εισαγγελίας Αθηνών, πρόχειρο σκαρίφημα, οι αναφορές του .... προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου", που φέρονται μεν ότι αναγνώστηκαν, αλλά δεν προσδιορίζεται στην απόφαση με επάρκεια η ταυτότητά τους και αν παρασχέθηκε στις κατηγορούμενες η δυνατότητα να ασκήσουν το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό δικαίωμά τους και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Όμως, ενόψει του ότι, ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι τα έγγραφα αυτά, και όχι κάποια άλλα, αναγνώσθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ο προσδιορισμός αυτός στα πρακτικά της δίκης, παρά την ελλιπή αναφορά των τίτλων τους, είναι επαρκής, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, αλλά ούτε και για το ότι παρασχέθηκε στις κατηγορούμενες η δυνατότητα να ασκήσουν το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικό δικαίωμά τους με την υποβολή των παρατηρήσεων τους σχετικά με τα έγγραφα αυτά. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον ως άνω, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. 6. Επειδή, κατά το άρθρο 99 § 1 του ΠΚ, όπως αυτό τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 3 του ν. 2479/97, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα του κατηγορούμενου τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στην ελεγχόμενη από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, όπως ειπώθηκε, επέβαλε στις δύο αναιρεσείουσες κατηγορούμενες συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) και πέντε (5) μηνών, αντιστοίχως για τις πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε καθεμία από αυτές ένοχες, παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης των ποινών αυτών κατά το άρθρο 99 § 1 του ΠΚ και, χωρίς καμία αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, προέβη και για τις δύο κατηγορούμενες στη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές προς 4, 40 ευρώ ημερησίως. Με τον τρόπο, όμως, αυτό το Δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, γι' αυτό και ο σχετικός περί τούτου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. 7. Επειδή, μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ΄ ουσίαν βάσιμη, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και για τις δύο κατηγορούμενες, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 7.137/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά την αναιρούμενη περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ