Αριθμός 1081/2007 ΤοΔικαστήριο του Αρείου ΠάγουΕ' Ποιν. Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1,για αναίρεση του υπ' αριθμ. 111/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1121/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, που φέρει τον αριθμ. πρωτ. 519/17-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' ά. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αρ. 30/28-2-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1(δυνάμει της από 27-2-2006 εξουσιοδότησής του προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Χρυσάνθη Τσιμπινού), κατά του υπ' αρ. 111/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία (και εν μέρει έγινε δεκτή) η υπ' αρ. 381/5-9-2005 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ' αρ. 2193/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμ. Εφετείου (κακ/των) Αθηνών για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας μηνύτριας εταιρίας είναι ανώτερο των 15.000 ευρώ και επικυρώθηκε (με κάποια τροποποίηση) το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 28-2-2006 δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 30/2006 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 20-2-2006 και είναι τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' ά. 93 παρ. 3 Συν/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγ/νο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγ/νου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 149/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με εξ ολοκλήρου αναφορά στην ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος, τ΄ αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 διατηρούσε έως και το έτος 1999 στο .... και επί της οδού .... ατομική επιχείρηση εμπορίας οίνων και ποτών. Κατά το έτος 2000 συνέστησε με την αδελφή του Χ2 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που είχε έδρα της το ...., της οποίας είχε ορισθεί ο ίδιος διαχειριστής και εκπρόσωπος. Οι κατά την διάρκεια της λειτουργίας της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης αγορές προϊόντων ήσαν πολλαπλάσιες εκείνων της ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου, οι οφειλές του προς τους προμηθευτές του ήσαν αρκετά υψηλές, ενώ δεν είχε απαιτήσεις από τρίτους, παράλληλα δε καλλιεργούσε στην αγορά το κλίμα εμπιστοσύνης σε σχέση με το όνομά του [βλ. καταθέσεις ...., ...., .... και .....]. Η εδρεύουσα στο .... μηνύτρια εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", που έχει ως αντικείμενο την εμφιάλωση και εμπορία οίνων και ποτών, κατά τις αρχές του έτους 2000 ίδρυσε υποκατάστημα στην Αθήνα. Κατά τον Ιούνιο του έτους 2000 ο κατηγορούμενος, που όπως προαναφέρθηκε είχε καλλιεργήσει καλό όνομα στην αγορά, πρότεινε στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Ψ2 και στην υπεύθυνη τιμολόγησης και πιστωτικού ελέγχου Ψ1 να συνεργασθούν, προμηθεύοντάς τον με προϊόντα της ως άνω εταιρείας. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε σ' αυτούς ως ανερχόμενος, φερέγγυος και αξιόπιστος επιχειρηματίας, με δυναμική στην αγορά των ποτών. Η πρακτική, που ο κατηγορούμενος ακολούθησε ήταν, η αγορά προϊόντων της εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", για την εξόφληση του τμήματος των οποίων εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές διαρκείας δύο περίπου μηνών, οι οποίες στην αρχή της συνεργασίας των πληρώνονταν κανονικά. Από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 οι αγορές, που πραγματοποιούσε ο κατηγορούμενος από τη μηνύτρια εταιρεία, άρχισαν να αυξάνονται και τον Οκτώβριο αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, έχοντας ανέλθει πλέον στο ποσό των 62.000.000 δραχμών περίπου, για τις οποίες είχε εκδώσει ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές, λήξεώς τους κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2001. Κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2000 οι αγορές είχαν ανέλθει στο ποσό των 76.000.000 δραχμών και συνέχιζαν να αυξάνονται. Κατά το προγενέστερο των αγορών αυτών ή κατά το ταυτόχρονο αυτών χρονικό διάστημα, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα χρονολογία, ο επιχειρηματίας Β1, ενημέρωσε τον Β2 για την δυσχερή οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, λέγοντάς του ότι, είχε δημιουργήσει επικίνδυνα μεγάλο όνομα στην αγορά. Όταν η υπεύθυνη τιμολόγησης και πιστωτικού ελέγχου της "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ1 διαπίστωσε από την τηρούμενη καρτέλα, ότι, ο κατηγορούμενος είχε αυξήσει υπερβολικά τις αγορές του, για την εξόφληση των οποίων εξέδιδε επιταγές, λήξεως του επομένου έτους, συνέστησε στον εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρείας Ψ2 να μην προβεί σε άλλες πωλήσεις. Ο κατηγορούμενος όμως, κατά τον χρόνο αυτό, δηλαδή, κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000, γνωρίζοντας ότι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "...... ΕΠΕ", που εκπροσωπούσε, δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τους προμηθευτές της με επιταγές, προκειμένου να εξακολουθήσει να προμηθεύεται εμπορεύματα από τη μηνύτρια εταιρεία, η ποσότητα των οποίων υπερέβαινε κατά πολύ τις ποσότητες που μέχρι τότε αγόραζε εξοφλώντας την αξία τους, παρέστησε ψευδώς στην υπεύθυνη του Τμήματος παραγγελιών της εγκαλούσας εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", Ψ1 καθώς και στον Ψ2, νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ότι τόσο η εταιρεία που εκπροσωπούσε όσο και ο ίδιος ατομικά ήταν φερέγγυα πρόσωπα. Ειδικότερα ότι, αυτός είχε οικονομική επιφάνεια και μεγάλη ακίνητη περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονταν μία ιδιόκτητη κατοικία στα Βριλήσσια και μία εξοχική κατοικία στην Κέα, ότι η εταιρεία του, αγόραζε αποθήκες για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στο χώρο της χονδρικής πωλήσεως ποτών και είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, με αυξανόμενες πωλήσεις και εισπράξεις, ενώ στην πραγματικότητα η παραπάνω εταιρεία όχι μόνο δεν ήταν φερέγγυα αλλά ήδη αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα, εξ αιτίας των οποίων αδυνατούσε να εκπληρώσει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί σε πτώχευση μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος, δυνάμει της υπ' αριθμ.663/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που όρισε ημερομηνία παύσεως των πληρωμών την 20-4-2000, δηλαδή, χρονολογία κατά πολύ προγενέστερης εκείνης της αρχικής των συνεργασίας, ενώ, η πραγματικότητα ήταν ότι, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν φερέγγυος και δεν διέθετε κεφάλαια σε μετρητά ούτε ακίνητη περιουσία, αφού και τα δύο ακίνητα που προαναφέρθηκαν δεν του ανήκαν κατά κυριότητα, αλλά ήταν μισθωμένα. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του, έπεισε την προαναφερόμενη υπάλληλο της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", Ψ1 και τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Ψ2, να πωλήσουν με πίστωση και να παραδώσουν στην εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο εταιρεία, από τις 8-12-2000 μέχρι τις 29-12-2000 εμπορεύματα (ποτά) συνολικής αξίας 108.601.840 δραχμών ή 318.714 ευρώ, και να δεχθούν να του χορηγήσουν πίστωση προς καταβολή του τιμήματος εξήντα ημερών, εκδίδοντας ταυτόχρονα η εταιρεία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" και αντίστοιχο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Συγκεκριμένα η παραπάνω εταιρεία ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ πώλησε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1) στις 8-12-2000 εμπορεύματα αξίας 19.766.685 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκε το με αριθμό ..... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 378.072 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο, 2) στις 14-12-2000 εμπορεύματα αξίας 21.101.425 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 3.187.224 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο, 3) στις 15-12-2000 εμπορεύματα αξίας 128.261 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 23.860 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο, 4) στις 21-12-2000 εμπορεύματα αξίας 7.940.220 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 9.573.647 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο, εμπορεύματα αξίας 3.983.349 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο, και εμπορεύματα αξίας 2.525.649 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο, 5) στις 23-12-2000 εμπορεύματα αξίας 5.188.507 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο, 6) στις 27-12-2000 εμπορεύματα αξίας 21.547.216 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ...... τιμολόγιο και 7) στις 29-12-2000εμπορεύματα αξίας 13.257.725 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο. Η υπάλληλος όμως της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ1, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Ψ2, εάν γνώριζαν την πραγματική οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και της εταιρείας, που αυτός εκπροσωπούσε, δεν θα πωλούσαν τα παραπάνω εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος. Με την προαναφερόμενη πράξη του ο κατηγορούμενος προξένησε στην εγκαλούσα εταιρεία ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων της, η οποία είναι ανώτερη των 5.000.000 δραχμών, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) και ανέρχεται σε 108.607.840 δραχμές (318.714 ευρώ), με ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας με την επωνυμία " .... ΕΠΕ", η οποία απέφυγε την πληρωμή του ως άνω τιμήματος. Εξάλλου αρχές Ιανουαρίου του 2001 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας αλλά και υπάλληλοι αυτής, αναζήτησαν τον κατηγορούμενο στο κατάστημα της εταιρείας επί της οδού ......και ...... στο ..... αλλά ματαίως, καθόσον ο κατηγορούμενος μετά την επιτυχία του σχεδίου του και την απόσπαση πολλών εκατομμυρίων τόσο από την εγκαλούσα εταιρεία, όσο και από άλλους εμπόρους-προμηθευτές του, όπως πληροφορήθηκε ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι "ΚΟΝΔΟΡ ΑΕ", "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", "ΜΑΡΙΓΩΝΗΣ ΑΕ", "ΕΠ.Ο.Μ. ΑΕ", εξαπατώντας τους με τον ίδιο ως άνω τρόπο, εξαφανίστηκε, χωρίς να καταφέρουν να τον εντοπίσουν παρά τις επανειλημμένες προς τούτο προσπάθειές τους. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος αρνείται την ενοχή του και ισχυρίζεται ότι, η μηνύτρια εταιρεία δια των πωλητών της ζήτησαν απ' αυτόν συνεργασία, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες, που έθεσαν σ' αυτόν τα ίδια τα όργανα της εταιρείας και τους οποίους αποδέχθηκε, ότι, ουδέποτε ανέφερε περί ακινήτων του στη Τσιά και στα Βριλήσσια και ότι, μια ατυχής συναλλαγή του με τους πελάτες του Ζ1 και Ζ2, είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το ποσό των 100.631.365 δραχμών και 31.315.651 δραχμών αντίστοιχα, που είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών του προς τους προμηθευτές του και κατόπιν αιτήσεως πτωχεύσεως του προμηθευτή Ε, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που εκπροσωπούσε, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου πέραν του ότι, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, αντικρούονται τόσο από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων, όσο και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Ειδικότερα, εκτός από τον Ψ2, η Ψ1 στην κατάθεσή της ήταν σαφής τόσο, ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, που εκείνος ζήτησε την συνεργασία με τη μηνύτρια εταιρεία, όσο και με τις ψευδείς παραστάσεις του σχετικά με τη φερεγγυότητα, την απ' αυτόν αγορά ακινήτων [αποθηκών] και για την επέκταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Ο κατηγορούμενος πριν από το Δεκέμβριο του έτους 2000 είχε δημιουργήσει πολλά χρέη στην αγορά, γεγονός που είχαν πληροφορηθεί οι Β1και Β2. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος εκτός των εμπορευμάτων αξίας 108.601.840 δραχμών, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 είχε αποσπάσει από τη μηνύτρια "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ>", είχε αποσπάσει από την ίδια εταιρεία εμπορεύματα κατά το μήνα Νοέμβριο 2000 αξίας 76.292.604 δραχμών και από 1 έως 8-12-2000 αξίας 35.000.000 δραχμών. Ακόμη, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ....., ο κατηγορούμενος όφειλε μεταξύ των άλλων και στις εταιρείες "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", "ΜΑΡΙΓΩΝΗΣ ΑΕ", "Ε.Π.Ο.Μ. ΑΕ", ποσό 200.000.000 δραχμών πρίπου, καθώς και στην ".....", ποσό 25.000.000 δραχμών. Τέλος, από την όλη μελέτη των αγωγών του κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των προαναφερθέντων οφειλετών του Ζ1 και Ζ2, συνάγεται ότι, και αληθών υποτιθεμένων των σ' αυτές διαλαμβανομένων πραγματικών περιστατικών, αφενός οι εταιρείες αυτές είχαν δημιουργήσει ένα μεγάλο μέρος της οφειλής του πριν την κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2000 παράσταση των ψευδών γεγονότων στη μηνύτρια και αφετέρου τα αναφερόμενα σ' αυτές προϊόντα, αφορούσαν και προϊόντα άλλων, εκτός της μηνύτριας προμηθευτών του, ώστε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει λόγος ότι η αδυναμία του κατηγορουμένου προς πληρωμή των ως άνω εμπορευμάτων αξίας 108.601.840 δραχμών, που παρέλαβε από τη μηνύτρια "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", οφείλετο στο ως άνω χρέος των Ζ1 και Ζ2. Ο μάρτυρας Β3 κατέθεσε ότι, το κατάστημα του κατηγορουμένου μέχρι και την 31-12-2000 ήταν πλήρες με προϊόντα μεγάλης αξίας, όπως ποτά, καλάθια δώρων, ειδικά ψυγεία κρασιών και, μετά από δύο ημέρες παρουσίασε εικόνα εγκατάλειψης. Όπως δε αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. 388/18-1-2001 κατασχετήρια έκθεση κινητών πραγμάτων του Δικαστικού Επιμελητή ....., η συνολική αξία όλων των κινητών πραγμάτων που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο κατάστημα του κατηγορουμένου ανερχόταν μόλις στο ποσό των 4.197.830 δραχμών. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου, αποδεικνύει το αβάσιμο του ισχυρισμού του αυτού ότι, η αδυναμία του να πληρώσει τους προμηθευτές του οφείλετο στο προς αυτόν χρέος των Ζ1 και Ζ2. IV] Από τα προεκτεθέντα στα προηγούμενα κεφάλαια πραγματικά περιστατικά και νομικά θέματα, προκύπτουν τα εξής: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 στις αρχές του έτους 2000 είχε συλλάβει το εγκληματικό σχέδιο απόκτησης παρανόμου περιουσιακού οφέλους με απάτη, από την οποία θα ωφελείτο μεγάλα χρηματικά ποσά, που οπωσδήποτε υπερβαίνουν το ποσό των 15.000ευρώ και είναι ανώτερο των 73.000 ευρώ. Αυτός ενήργησε βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά, μεθοδευμένα και οργανωμένα, διαμορφώνοντας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, την κατάλληλη προς τούτο υποδομή, η οποία περιλάμβανε: Τον εντοπισμό των υποψηφίων θυμάτων του, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η μηνύτρια εταιρεία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", την καλλιέργεια στην αγορά κλίματος εμπιστοσύνης, ως αξιόχρεου, επιτυχημένου και οικονομικά ευκατάστατου επιχειρηματία, εξαιτίας των οποίων πολλοί προμηθευτές, όπως οι "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", "ΜΑΡΙΓΩΝΗΣ ΑΕ", "Ε.Π.Ο.Μ. ΑΕ", ......", πώλησαν τα προϊόντα των στην υπ' αυτού εκπροσωπούμενη εταιρεία "..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με πίστωση του τιμήματος, που ποτέ δεν κατέβαλε σ' αυτούς. Την απόκτηση της εμπιστοσύνης του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", καθώς και της υπεύθυνης υπαλλήλου επί των πωλήσεων αυτής Ψ1. Η εμπιστοσύνη των προαναφερθέντων ως προς τη φερεγγυότητα του κατηγορουμένου, δημιουργήθηκε εκτός από τις ψευδείς του παραστάσεις περί της κυριότητάς του σε μεγάλης αξίας ακίνητα, αμέσως από την αρχή της συνεργασίας των, επιδειχθείσα συνέπειά του, στις οικονομικές του υποχρεώσεις, που αποτελούσε μέρος του σχεδίου του, ώστε να καμφθεί στο μέλλον οποιοσδήποτε ενδοιασμός των στην πώληση προς αυτόν μεγάλης αξίας εμπορευμάτων με πίστωση. Στην εξαιτίας της εμπιστοσύνης των αυτής, συνεχή αύξηση των αγορών του, που από 8-12-2000μέχρι 29-12-2000 έφθασε στο προαναφερθέν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 108.601.840 δραχμών και την τελική απόσπαση των προϊόντων αυτών από τη μηνύτρια εταιρεία, που οι αγορές αυτές μπορούσαν να θεωρηθούν ως δικαιολογημένες ενόψει της όλης εικόνας, που ο κατηγορούμενος είχε καλλιεργήσει για την επιχείρησή του, αλλά και λόγω της αυξημένης ζήτησης των λόγω των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι, ο εκκαλών-κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η παραπλάνηση δε του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ2 και της υπευθύνου επί των πωλήσεων υπαλλήλου Ψ1 ήταν αποτέλεσμα της συντονισμένης και καλά οργανωμένης δράσης του εκκαλούντα. Η ωφέλεια δε που πέτυχε αυτός και η αντίστοιχη ζημία της ως άνω εταιρείας είναι ανώτερη του ποσού των 15.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. IV] Με τις σκέψεις αυτές και με όσα πραγματικά περιστατικά ήδη αναπτύχθηκαν, πρόδηλον είναι ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα-κατηγορουμένου Χ1, για την προαναφερθείσα πράξη της απάτης τελεσθείσας από υπαίτιο, που ενεργεί απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελός του και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας μηνύτριας εταιρείας, είναι ανώτερο των 15.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ [άρθρα 13στ, 26παρ.1α, 27παρ.1, 386παρ.1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 αντικ. από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.11 Ν.2408/96 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/99], η οποία φέρεται να τελέστηκε από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2000 μέχρι 8-12-2000 και όχι για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, φερομένη ως τελεσθείσα από 8-12-2000 μέχρι 29-12-2000, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών και είναι ανώτερο των 25.000.000 δραχμών. Συνεπώς, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 319 παρ. 4 ΚΠΔ, κατά μερική παραδοχή της κρινομένης εφέσεως, πρέπει να μεταρρυθμιστεί εν μέρει το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 2193/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ειδικότερα να χαρακτηρισθεί ορθώς η ανωτέρω πράξη και να προσδιορισθεί ο χρόνος τέλεσης, της κατά τα προεκτεθέντα επαναδιατυπωμένης σε βάρος του κατηγορίας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, το εκκαλούμενο βούλευμα θα πρέπει να επικυρωθεί ως προς τις λοιπές αυτού διατάξεις κατ' άρθρο 319 παρ. 3 του ΚΠΔ. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγ/νος στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη. ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά και προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές δ-ξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα για λόγους ανίρεσης κατ' ά. 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (ΑΠ 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από τον καθένα (ΑΠ 1140/89Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό Ε'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ' είδος τα' αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως η αντίθετες αιτιάσεις για "ευδιάκριτο σωρό ασαφειών, αόριστων και ουσιωδών αντιφάσεων" (σελ. 3 αίτησης αναίρεσης) είναι αβάσιμες. Θ) Εξάλλου οι αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης ότι "δεν εξετιμήθησαν ορθώς οι καταθέσεις των εξετασθέντων στην ανάκριση μαρτύρων, η απολογία του ως άνω κατηγ/νου και τα εν γένει προσκομισθέντα έγγραφα..." είναι απαράδεκτες, όπως προαναφέρθηκε (ανωτέρω στοιχ. Δ'), αφού κάτι τέτοιο δεν στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης, αλλά μόνο λόγο έφεσης. Ι) Οι λοιπές ουσιαστικές εκτιμήσεις των σελ. 4-7 της αίτησης αναίρεσης είναι επίσης εκτός αναιρετικού ελέγχου, διότι αποτελούν κατά βάση άρνηση της ως άνω κατηγορίας και γενικότερα άπτονται της ουσίας. ΓΙ'ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν' απορριφθεί η υπ' αρ. 30/28-2-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1, δυνάμει της από 27-2-2006 εξουσιοδότησής του προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Χρυσάνθη Τσιμπινού, κατά του υπ' αρ. 111/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήνα, 12/9/2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' και β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, από τις 3-3-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών(15.000 ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Εξ άλλου κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. ΙΙ.- από το άρθρο 98 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση της αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Έτσι προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονταν και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους θα αποτελούσαν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Όμως τελείται μία πράξη απάτης και όταν γίνονται συνεχιζόμενες ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου, καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, ο δε χρόνος τέλεσης της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη. Μία, επίσης, πράξη απάτης υπάρχει και όταν συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις. ΙΙΙ.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τί συνήγαγε από αυτό το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέα εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συνάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου της ουσίας. IV.- Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμ. 111/2006 βούλευμά του με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από την κύρια ανάκριση που ενεργήθηκε και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε και ειδικότερα από την μελέτη της μηνύσεως την ανωμοτί εξέτασή του και τις ένορκες καταθέσεις του Ψ2, τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπομνήματά του, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 διατηρούσε έως και το έτος 1999 στο ....και επί της οδού ... ατομική επιχείρηση εμπορίας οίνων και ποτών. Κατά το έτος 2000 συνέστησε με την αδελφή του Χ2 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".....ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που είχε την έδρα της στο Δήμο ...., της οποίας είχε ορισθεί ο ίδιος διαχειριστής και εκπρόσωπος. Οι, κατά την διάρκεια της λειτουργίας της άνω εταιρείας αγορές προϊόντων ήσαν πολλαπλάσιες εκείνων της ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου, οι οφειλές του προς τους προμηθευτές του ήσαν αρκετά υψηλές ενώ δεν είχε απαιτήσεις από τρίτους, παράλληλα δε καλλιεργούσε στην αγορά κλίμα εμπιστοσύνης σε σχέση με το όνομά του (βλ. καταθέσεις Α1, Α3, Β2 και Α2. Η εδρεύουσα στο ...... μηνύτρια εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", που έχει ως αντικείμενο την εμφιάλωση και εμπορία οίνων και ποτών, κατά τις αρχές του έτους 2000 ίδρυσε υποκατάστημα στην Αθήνα. Κατά τον Ιούνιο του έτους 2000 ο κατηγορούμενος, που όπως προαναφέρθηκε είχε καλλιεργήσει καλό όνομα στην αγορά, πρότεινε στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Ψ2 και στην υπεύθυνη τιμολόγησης και πιστωτικού ελέγχου Ψ1 να συνεργασθούν, προμηθεύοντάς τον με προϊόντα της ως άνω εταιρείας. Ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε σ' αυτούς ως ανερχόμενος, φερέγγυος και αξιόπιστος επιχειρηματίας με δυναμική στην αγορά των ποτών. Η πρακτική, που ο κατηγορούμενος ακολούθησε ήταν, η αγορά προϊόντων της εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", για την εξόφληση του τμήματος των οποίων εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές διαρκείας δύο περίπου μηνών, οι οποίες στην αρχή της συνεργασίας των πληρώνονταν κανονικά. Από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 οι αγορές, που πραγματοποιούσε ο κατηγορούμενος από τη μηνύτρια εταιρεία, άρχισαν να αυξάνονται και τον Οκτώβριο αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, έχοντας ανέλθει πλέον στο ποσό των 62.000.000 δραχμών περίπου, για τις οποίες είχε εκδώσει ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές, λήξεώς τους κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2001. Κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2000 οι αγορές είχαν ανέλθει στο ποσό των 76.000.000 δραχμών και συνέχιζαν να αυξάνονται. Κατά το προγενέστερο των αγορών αυτών ή κατά το ταυτόχρονο αυτών χρονικό διάστημα, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα χρονολογία, ο επιχειρηματίας Β1, ενημέρωσε τον Β2 για την δυσχερή οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, λέγοντάς του ότι, είχε δημιουργήσει επικίνδυνα μεγάλο όνομα στην αγορά. Όταν η υπεύθυνη τιμολόγησης και πιστωτικού ελέγχου της "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ1 διαπίστωσε από την τηρούμενη καρτέλα, ότι, ο κατηγορούμενος είχε αυξήσει υπερβολικά τις αγορές του, για την εξόφληση των οποίων εξέδιδε επιταγές, λήξεως του επομένου έτους, συνέστησε στον εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρείας Ψ2 να μην προβεί σε άλλες πωλήσεις. Ο κατηγορούμενος όμως, κατά τον χρόνο αυτό, δηλαδή, κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000, γνωρίζοντας ότι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "..... ΕΠΕ", που εκπροσωπούσε, δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τους προμηθευτές της με επιταγές, προκειμένου να εξακολουθήσει να προμηθεύεται εμπορεύματα από τη μηνύτρια εταιρεία, η ποσότητα των οποίων υπερέβαινε κατά πολύ τις ποσότητες που μέχρι τότε αγόραζε εξοφλώντας την αξία τους, παρέστησε ψευδώς στην υπεύθυνη του Τμήματος παραγγελιών της εγκαλούσας εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", Ψ1 καθώς και στον Ψ2 νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ότι τόσο η εταιρεία που εκπροσωπούσε όσο και ο ίδιος ατομικά ήταν φερέγγυα πρόσωπα. Ειδικότερα ότι, αυτός είχε οικονομική επιφάνεια και μεγάλη ακίνητη περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονταν μία ιδιόκτητη κατοικία στα Βριλήσσια και μία εξοχική κατοικία στην ....., ότι η εταιρεία του, αγόραζε αποθήκες για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στο χώρο της χονδρικής πωλήσεως ποτών και είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, με αυξανόμενες πωλήσεις και εισπράξεις, ενώ στην πραγματικότητα η παραπάνω εταιρεία όχι μόνο δεν ήταν φερέγγυα αλλά ήδη αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα, εξ αιτίας των οποίων αδυνατούσε να εκπληρώσει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί σε πτώχευση μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος, δυνάμει της υπ' αριθμ.663/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που όρισε ημερομηνία παύσεως των πληρωμών την 20-4-2000, δηλαδή, χρονολογία κατά πολύ προγενέστερης εκείνης της αρχικής των συνεργασίας, ενώ, η πραγματικότητα ήταν ότι, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν φερέγγυος και δεν διέθετε κεφάλαια σε μετρητά ούτε ακίνητη περιουσία, αφού και τα δύο ακίνητα που προαναφέρθηκαν δεν του ανήκαν κατά κυριότητα, αλλά ήταν μισθωμένα. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του, έπεισε την προαναφερόμενη υπάλληλο της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", Ψ1 και τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Ψ2, να πωλήσουν με πίστωση και να παραδώσουν στην εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο εταιρεία, από τις 8-12-2000 μέχρι τις 29-12-2000 εμπορεύματα (ποτά) συνολικής αξίας 108.601.840 δραχμών ή 318.714 ευρώ, και να δεχθούν να του χορηγήσουν πίστωση προς καταβολή του τιμήματος εξήντα ημερών, εκδίδοντας ταυτόχρονα η εταιρεία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" και αντίστοιχο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Συγκεκριμένα η παραπάνω εταιρεία ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ πώλησε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1) στις 8-12-2000 εμπορεύματα αξίας 19.766.685 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκε το με αριθμό .... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 378.072 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο, 2) στις 14-12-2000 εμπορεύματα αξίας 21.101.425 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 3.187.224 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο, 3) στις 15-12-2000 εμπορεύματα αξίας 128.261 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 23.860 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο, 4) στις 21-12-2000 εμπορεύματα αξίας 7.940.220 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο και εμπορεύματα αξίας 9.573.647 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο, εμπορεύματα αξίας 3.983.349 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο, και εμπορεύματα αξίας 2.525.649 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ......τιμολόγιο, 5) στις 23-12-2000 εμπορεύματα αξίας 5.188.507 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο, 6) στις 27-12-2000 εμπορεύματα αξίας 21.547.216 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο και 7) στις 29-12-2000εμπορεύματα αξίας 13.257.725 δραχμών για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο. Η υπάλληλος όμως της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ1, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Ψ2, εάν γνώριζαν την πραγματική οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και της εταιρείας, που αυτός εκπροσωπούσε, δεν θα πωλούσαν τα παραπάνω εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος. Με την προαναφερόμενη πράξη του ο κατηγορούμενος προξένησε στην εγκαλούσα εταιρεία ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων της, η οποία είναι ανώτερη των 5.000.000 δραχμών, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) και ανέρχεται σε 108.607.840 δραχμές (318.714 ευρώ), με ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΠΕ", η οποία απέφυγε την πληρωμή του ως άνω τιμήματος. Εξάλλου αρχές Ιανουαρίου του 2001 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας αλλά και υπάλληλοι αυτής, αναζήτησαν τον κατηγορούμενο στο κατάστημα της εταιρείας επί της οδού ...... στο ..... αλλά ματαίως, καθόσον ο κατηγορούμενος μετά την επιτυχία του σχεδίου του και την απόσπαση πολλών εκατομμυρίων τόσο από την εγκαλούσα εταιρεία, όσο και από άλλους εμπόρους-προμηθευτές του, όπως πληροφορήθηκε ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι "ΚΟΝΔΟΡ ΑΕ", "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", "ΜΑΡΙΓΩΝΗΣ ΑΕ", "ΕΠ.Ο.Μ. ΑΕ", εξαπατώντας τους με τον ίδιο ως άνω τρόπο, εξαφανίστηκε, χωρίς να καταφέρουν να τον εντοπίσουν παρά τις επανειλημμένες προς τούτο προσπάθειές τους. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος αρνείται την ενοχή του και ισχυρίζεται ότι, η μηνύτρια εταιρεία δια των πωλητών της ζήτησαν απ' αυτόν συνεργασία, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες, που έθεσαν σ' αυτόν τα ίδια τα όργανα της εταιρείας και τους οποίους αποδέχθηκε, ότι, ουδέποτε ανέφερε περί ακινήτων του στη Τσιά και στα Βριλήσσια και ότι, μια ατυχής συναλλαγή του με τους πελάτες του Ζ1 και Ζ2, είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το ποσό των 100.631.365 δραχμών και 31.315.651 δραχμών αντίστοιχα, που είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών του προς τους προμηθευτές του και κατόπιν αιτήσεως πτωχεύσεως του προμηθευτή Ε, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που εκπροσωπούσε, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου πέραν του ότι, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, αντικρούονται τόσο από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων, όσο και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Ειδικότερα, εκτός από τον Ψ2, η Ψ1στην κατάθεσή της ήταν σαφής τόσο, ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, που εκείνος ζήτησε την συνεργασία με τη μηνύτρια εταιρεία, όσο και με τις ψευδείς παραστάσεις του σχετικά με τη φερεγγυότητα, την απ' αυτόν αγορά ακινήτων [αποθηκών] και για την επέκταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Ο κατηγορούμενος πριν από το Δεκέμβριο του έτους 2000 είχε δημιουργήσει πολλά χρέη στην αγορά, γεγονός που είχαν πληροφορηθεί οι Β1 και Β2. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος εκτός των εμπορευμάτων αξίας 108.601.840 δραχμών, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 είχε αποσπάσει από τη μηνύτρια "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ>", είχε αποσπάσει από την ίδια εταιρεία εμπορεύματα κατά το μήνα Νοέμβριο 2000 αξίας 76.292.604 δραχμών και από 1 έως 8-12-2000 αξίας 35.000.000 δραχμών. Ακόμη, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Α1, ο κατηγορούμενος όφειλε μεταξύ των άλλων και στις εταιρείες "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", "ΜΑΡΙΓΩΝΗΣ ΑΕ", "Ε.Π.Ο.Μ. ΑΕ", ποσό 200.000.000 δραχμών πρίπου, καθώς και στην "......", ποσό 25.000.000 δραχμών. Τέλος, από την όλη μελέτη των αγωγών του κατηγορουμένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των προαναφερθέντων οφειλετών του Ζ0 και Ζ2, συνάγεται ότι, και αληθών υποτιθεμένων των σ' αυτές διαλαμβανομένων πραγματικών περιστατικών, αφενός οι εταιρείες αυτές είχαν δημιουργήσει ένα μεγάλο μέρος της οφειλής του πριν την κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2000 παράσταση των ψευδών γεγονότων στη μηνύτρια και αφετέρου τα αναφερόμενα σ' αυτές προϊόντα, αφορούσαν και προϊόντα άλλων, εκτός της μηνύτριας προμηθευτών του, ώστε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει λόγος ότι η αδυναμία του κατηγορουμένου προς πληρωμή των ως άνω εμπορευμάτων αξίας 108.601.840 δραχμών, που παρέλαβε από τη μηνύτρια "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", οφείλετο στο ως άνω χρέος των Ζ1 και Ζ2. Ο μάρτυρας Α3 κατέθεσε ότι, το κατάστημα του κατηγορουμένου μέχρι και την 31-12-2000 ήταν πλήρες με προϊόντα μεγάλης αξίας, όπως ποτά, καλάθια δώρων, ειδικά ψυγεία κρασιών και, μετά από δύο ημέρες παρουσίασε εικόνα εγκατάλειψης. Όπως δε αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. 388/18-1-2001 κατασχετήρια έκθεση κινητών πραγμάτων του Δικαστικού Επιμελητή ....., η συνολική αξία όλων των κινητών πραγμάτων που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο κατάστημα του κατηγορουμένου ανερχόταν μόλις στο ποσό των 4.197.830 δραχμών. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου, αποδεικνύει το αβάσιμο του ισχυρισμού του αυτού ότι, η αδυναμία του να πληρώσει τους προμηθευτές του οφείλετο στο προς αυτόν χρέος των Ζ1και Ζ2. Από τα προεκτεθέντα στα προηγούμενα κεφάλαια πραγματικά περιστατικά και νομικά θέματα, προκύπτουν τα εξής: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 στις αρχές του έτους 2000 είχε συλλάβει το εγκληματικό σχέδιο απόκτησης παρανόμου περιουσιακού οφέλους με απάτη, από την οποία θα ωφελείτο μεγάλα χρηματικά ποσά, που οπωσδήποτε υπερβαίνουν το ποσό των 15.000ευρώ και είναι ανώτερο των 73.000 ευρώ. Αυτός ενήργησε βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά, μεθοδευμένα και οργανωμένα, διαμορφώνοντας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, την κατάλληλη προς τούτο υποδομή, η οποία περιλάμβανε: Τον εντοπισμό των υποψηφίων θυμάτων του, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η μηνύτρια εταιρεία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", την καλλιέργεια στην αγορά κλίματος εμπιστοσύνης, ως αξιόχρεου, επιτυχημένου και οικονομικά ευκατάστατου επιχειρηματία, εξαιτίας των οποίων πολλοί προμηθευτές, όπως οι "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", "ΜΑΡΙΓΩΝΗΣ ΑΕ", "Ε.Π.Ο.Μ. ΑΕ", ......", πώλησαν τα προϊόντα των στην υπ' αυτού εκπροσωπούμενη εταιρεία "..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με πίστωση του τιμήματος, που ποτέ δεν κατέβαλε σ' αυτούς. Την απόκτηση της εμπιστοσύνης του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ", καθώς και της υπεύθυνης υπαλλήλου επί των πωλήσεων αυτής Ψ1. Η εμπιστοσύνη των προαναφερθέντων ως προς τη φερεγγυότητα του κατηγορουμένου, δημιουργήθηκε εκτός από τις ψευδείς του παραστάσεις περί της κυριότητάς του σε μεγάλης αξίας ακίνητα, αμέσως από την αρχή της συνεργασίας των, επιδειχθείσα συνέπειά του, στις οικονομικές του υποχρεώσεις, που αποτελούσε μέρος του σχεδίου του, ώστε να καμφθεί στο μέλλον οποιοσδήποτε ενδοιασμός των στην πώληση προς αυτόν μεγάλης αξίας εμπορευμάτων με πίστωση. Στην εξαιτίας της εμπιστοσύνης των αυτής, συνεχή αύξηση των αγορών του, που από 8-12-2000μέχρι 29-12-2000 έφθασε στο προαναφερθέν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 108.601.840 δραχμών και την τελική απόσπαση των προϊόντων αυτών από τη μηνύτρια εταιρεία, που οι αγορές αυτές μπορούσαν να θεωρηθούν ως δικαιολογημένες ενόψει της όλης εικόνας, που ο κατηγορούμενος είχε καλλιεργήσει για την επιχείρησή του, αλλά και λόγω της αυξημένης ζήτησης των λόγω των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι, ο εκκαλών-κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επάγγελμα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η παραπλάνηση δε του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ2 και της υπευθύνου επί των πωλήσεων υπαλλήλου Ψ1 ήταν αποτέλεσμα της συντονισμένης και καλά οργανωμένης δράσης του εκκαλούντα. Η ωφέλεια δε που πέτυχε αυτός και η αντίστοιχη ζημία της ως άνω εταιρείας είναι ανώτερη του ποσού των 15.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Με τις σκέψεις αυτές και με όσα πραγματικά περιστατικά ήδη αναπτύχθηκαν, πρόδηλον είναι ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα-κατηγορουμένου Χ1, για την προαναφερθείσα πράξη της απάτης τελεσθείσας από υπαίτιο, που ενεργεί απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελός του και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας μηνύτριας εταιρείας, είναι ανώτερο των 15.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ [άρθρα 13στ, 26παρ.1α, 27παρ.1, 386παρ.1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 αντικ. από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 11 Ν. 2408/96 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/99), η οποία φέρεται να τελέστηκε από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2000 μέχρι 8-12-2000 και όχι για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, φερομένη ως τελεσθείσα από 8-12-2000 μέχρι 29-12-2000, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών και είναι ανώτερο των 25.000.000 δραχμών. Συνεπώς, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 319 παρ. 4 ΚΠΔ, κατά μερική παραδοχή της κρινομένης εφέσεως, πρέπει να μεταρρυθμιστεί εν μέρει το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 2193/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ειδικότερα να χαρακτηρισθεί ορθώς η ανωτέρω πράξη και να προσδιορισθεί ο χρόνος τέλεσης, της κατά τα προεκτεθέντα επαναδιατυπωμένης σε βάρος του κατηγορίας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, το εκκαλούμενο βούλευμα θα πρέπει να επικυρωθεί ως προς τις λοιπές αυτού διατάξεις κατ' άρθρο 319 παρ. 3 του ΚΠΔ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που ενεργήθηκε και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" για το οποίο παραπέμπεται να δικαστεί ο αναιρεσείων, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν σ' αυτό κακουργηματικό χαρακτήρα, μνημονεύει δε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, πλην άλλων, τα ψευδή γεγονότα που εν γνώσει του ο αναιρεσείων παρέστησε ως αληθινά, με τα οποία παραποιήθηκαν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΦΟΙ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΒΕΕ" Ψ2 και η υπάλληλος αυτής Ψ1 και η πραγμάτωση του παράνομου οφέλους τούτου (αναιρεσείοντος) με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας ως άνω εταιρείας. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για τον πρόσθετο λόγο ότι αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν στην εισαγγελική πρόταση είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που υπό την επίκληση του ως άνω λόγου πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2006 και με αριθ. 30/2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 111/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ