Αριθμός 1103/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λειβαδίτη, περί αναιρέσεως της 11483/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 416/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η πλαστογραφία είναι έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, που τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου σκοπού (την παραπλάνηση άλλου με τη χρήση πλαστού εγγράφου) και σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι πλείονες τρόποι πραγμάτωσής του, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη, δε μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τέλεσης της πράξης. Ως έγγραφο, κατά το άρθρο 13 περ. γ΄ του ΠΚ, για το έγκλημα της πλαστογραφίας νοείται και κάθε σημείο που προορίζεται ν'αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία. Τέτοιο μπορεί να είναι και το φύλλο ασημιού εικόνων που προορίζονται για λατρευτικούς σκοπούς, στο οποίο είχε αποτυπωθεί ή ενσωματωθεί τέτοιο διακριτικό σημείου, που έχει τεθεί με σκοπό ν'αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός και συγκεκριμένα ότι η εικόνα ή οι εικόνες είναι δημιουργήματα ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή. Η εκτύπωση ή η τοποθέτηση από τρίτο τέτοιων σημείων, που πιστοποιούν τη γνησιότητα των εικόνων, χωρίς την άδεια του δικαιούχου των σημείων αυτών, πάνω σε εικόνες όμοιες, που διατίθενται στο κοινό ως εικόνες προερχόμενες από τον δημιουργό τους, δικαιούχο του διακριτικού σημείου, κατά παραπλάνηση του αγοραστικού κοινού, συνιστά το έγκλημα της πλαστογραφίας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2.408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο, καταρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Περαιτέρω στα μικτά εγκλήματα, όπως και η πλαστογραφία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος, με τον οποίο τελέστηκε η πράξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκείμενη υπόθεση με την προσβαλλόμενη 11483/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η οποία έχει ανασταλεί επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται τα εξής: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και όλη την αποδεικτική διαδικασία (ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης και δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο Εφετείο) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών ....... διατηρεί στη ...... βιοτεχνία κατασκευής και εμπορίας εικόνων και κορνιζών. Στα είδη που παράγονται από αυτόν τοποθετεί τον κατοχυρωμένο στο Βιοτεχνικό Επιμελητήριο κωδικό "...." που χαρακτηρίζει και διακρίνει τα άνω προϊόντα του, τα οποία έχουν πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και αισθητικής και με τον οποίο είναι γνωστά στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) ο οποίος διατηρεί βιοτεχνία αντικειμένων στη ....., κατασκεύασε εικόνες με τα θέματα εικόνων του εγκαλούντος, όπως "Χριστός", "Γλυκοφιλούσα", "Άγιος Γεώργιος", "Χριστός και Παναγία", "Άξιον εστί" και η "Γερόντισα", πολύ κατώτερης όμως ποιότητας, και τοποθέτησε σ'αυτές τον άνω κωδικό σήμανσης ".....", που χρησιμοποιεί νόμιμα ο εγκαλών σε εικόνες με τα ίδια θέματα και όμοιες παραστάσεις. Αυτό το έκανε ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει το καταναλωτικό κοινό και συγκεκριμένα να παραστήσει στο τελευταίο ότι οι προαναφερόμενες εικόνες προέρχονταν από το εργαστήριο κατασκευής εικόνων του εγκαλούντος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ήταν απομιμήσεις χειρότερης ποιότητας. Τις εικόνες αυτές ο κατηγορούμενος πωλούσε και πωλεί στο κατάστημα "......" που διατηρεί στη ....... Έτσι με τρόπο αυτό παραπλανείται το αγοραστικό κοινό το οποίο εσφαλμένα εκλαμβάνει ότι τα ενλόγω πλαστογραφημένα προϊόντα του κατηγορουμένου, προέρχονται από τη βιοτεχνία του εγκαλούντος, με συνέπεια τη βλάβη του τελευταίου. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά το Εφετείο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση, που του αποδιδόταν, και του επέβαλε την ποινή φυλάκισης πέντε μηνών. Με τις παραδοχές αυτές και αφού ληφθούν υπόψη τα όσα εκθέτονται στη μείζονα πρόταση, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει καθόσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνιστάμενο στην παραπλάνηση του αγοραστικού κοινού και γίνεται επίσης ιδιαίτερη αναφορά του τρόπου τέλεσης της πράξης, συνιστάμενου στην εξ υπαρχής κατάρτιση των πλαστών εγγράφων (εικόνων) στις οποίες ο κατηγορούμενος έθεσε, κατ' απομίμηση, το διακριτικό σημείο του εγκαλούντος. Εξάλλου, όσον αφορά την απόδειξη, το Εφετείο στηρίχθηκε στα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μόνο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-2-2006 αίτηση του ......., για αναίρεση της 11483/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ