Αριθμός 1096/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., κατοίκου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Βασιλείου, περί αναιρέσεως της 10053/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 247/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον αυτοπροσώπως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρ. 229 § 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρ. 362 του ΠΚ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", κατά δε το άρθρ. 363 ΠΚ "εάν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου το γεγονός είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του, και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ, "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται : α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδίως του απαιτούμενου επί των παραπάνω εγκλημάτων των άρθρ. 229 § 1, 363 - 362 και 224 § 2 του ΠΚ άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη υπ' αριθ. 10.053/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Κατά το έτος 1995 ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε την αδελφή του πολιτικώς ενάγοντος ....... και από το γάμο του αυτό απέκτησε ένα γιο, τον ...... Αργότερα διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των ανωτέρω και η ......, έχοντας και την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους, άσκησε κατά του κατηγορούμενου συζύγου της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή περί διατροφής, τόσο της ίδιας, όσο και του τέκνου τους. Στη δίκη αυτή, που διεξήχθη την 1.6.1998, εξετάστηκε από την ενάγουσα ως μάρτυρας αποδείξεως της αγωγής ο αδελφός της δικηγόρος ........, που παρίσταται στην παρούσα δίκη ως πολιτικώς ενάγων, ο οποίος έχοντας ιδίαν αντίληψη για την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου γαμβρού του, τόσο λόγω της συγγενικής σχέσεώς τους, όσο και εξαιτίας των στοιχείων τα οποία είχε βρει ο ίδιος στον προσωπικό Η/Υ του κατηγορούμενου μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως τούτου και της αδελφής του, κατέθεσε ότι ο τότε εναγόμενος και ήδη κατηγορούμενος "εκπροσωπούσε στην Ελλάδα τις εταιρίες λιπαντικών Chevron και Gulf, ότι ήταν εφοπλιστής, ότι είχε ένα καράβι γκαζάδικο με τρεις συνεταίρους, που εκτελούσε ναύλους, ότι είχε εισοδήματα στην Αμερική από μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, ότι στην εταιρία που εργαζόταν ήταν συμμέτοχος στην ουσία με τον αδελφό του, ότι από την εταιρία στον Πειραιά είχε εισοδήματα 3.000 δολάρια Η.Π.Α. το μήνα και κάποια εισοδήματα από άλλα ομόλογα, άλλα 3.000 δολάρια κατά προσέγγιση". Τα κατατεθέντα από τον πολιτικώς ενάγοντα ως άνω πραγματικά περιστατικά ήταν αληθή, καθόσον ο κατηγορούμενος είχε εφοπλιστικές δραστηριότητες, ήταν συνεταίρος στην εταιρία Container and Cargo Services Ltd που αντιπροσώπευε τη Chevron στην Ελλάδα, είχε εισοδήματα από ομόλογα και χρηματιστηριακές πράξεις στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, είχε κατασκευάσει και πωλήσει με μεγάλα κέρδη οικοδομές στο ....., ήταν ιδιοκτήτης κατά το ήμισυ υπερπολυτελούς τριώροφης κατοικίας στο ..... και αποκέρδαινε πάνω 2.000.000 δρχ. μηνιαίως. Και ενώ τα περιστατικά αυτά ήταν αληθή, ο ήδη κατηγορούμενος στις 4.3.1999 εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπό ίδια χρονολογία μήνυσή του, με την οποία καταμήνυσε ψευδώς τον πολιτικώς ενάγοντα, ότι αυτός την 1.6.1998 κατά την εξέτασή του ως μάρτυρας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επί της αναφερθείσας αγωγής διατροφής, κατέθεσε τα πραγματικά περιστατικά που παρατέθηκαν ανωτέρω, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους, τούτο δε έπραξε για να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη του πολιτικώς ενάγοντος για ψευδορκία, ισχυρισθείς ψευδώς ότι όσα είχε καταθέσει ο πολιτικώς ενάγων ήταν ψευδή και ότι τα κατέθεσε με την προτροπή της ενάγουσας αδελφής του, προκειμένου να επιτύχει να επιδικαστεί σε αυτή μεγάλη διατροφή. Τα περιληφθέντα στη μήνυσή του αυτή ψευδή πραγματικά περιστατικά ο κατηγορούμενος κατέθεσε και ενόρκως, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής, όπως είναι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με παρόντα και τον συμπράττοντα γραμματέα του, τελώντας εν γνώσει του ότι τα όσα αυτός ενόρκως κατέθεσε και ισχυρίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέως και του γραμματέως της Εισαγγελίας ήταν ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόλήψη του πολιτικώς ενάγοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αποδιδόμενων σε αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε πράξη, καθόρισε δε τη συνολική ποινή φυλακίσεως σε δέκα (10) μήνες και τη μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. 3. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας. Ειδικότερα, αιτιολόγησε ειδικώς και την ύπαρξη του απαιτούμενου άμεσου δόλου για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, αφού διέλαβε σκέψεις περί τις γνώσεως τούτου α) ότι η καταμήνυση ήταν ψευδής, β) ότι τα διαδοθέντα ενώπιον του Εισαγγελέως και του γραμματέως ήταν ψευδή, και γ) ότι τα ενόρκως κατατεθέντα ενώπιον των ιδίων ήταν ψευδή, εκθέτοντας σχετικώς ότι όλα τα κατατεθέντα από τον πολιτικώς ενάγοντα περιήλθαν στην άμεση και ιδία αντίληψή του από τις επαφές που είχε πριν το χωρισμό της αδελφής του με τον κατηγορούμενο, εξαιτίας της συγγενικής τους σχέσεως, αλλά και την από τον ίδιο, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, επεξεργασία των στοιχείων του προσωπικού Η/Υ του κατηγορουμένου, στοιχεία που είχε καταχωρίσει ο ίδιος και είναι αυτονόητο πως γνώριζε ότι ήταν αληθή και, παρά ταύτα, καταμήνυσε εν γνώσει ψευδώς για το αντίθετο τον πολιτικώς ενάγοντα, βεβαίωσε εν γνώσει ψευδώς την αναλήθεια τούτων και ισχυρίστηκε ενώπιον των αναφερθέντων τρίτων ότι ήταν ψευδή. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως αυτού για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις (υπ' αριθ. 1 και 2) αυτού, αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 4. Επειδή, μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ' αριθ. 10.053/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ