Αριθμός 123/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις: α) του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) τουΧ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 92/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τονΖ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Και πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καθώς και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, ο μεν πρώτος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 9 και ημερομηνία 22/3/2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη, ο δε αναιρεσείων - κατηγορούμενος για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 552/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως του Χ από 3-3-2006 και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από 22-3-2006 που στρέφονται κατά της ίδιας με αριθμό 92/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και, πρέπει, να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Ι. Επί της από 3-3-2006 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. 1.Κατά το άρθρο 397 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου, κατά την ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνον κατά τον οποίον ο δικαιούμενος εις έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν, δηλαδή, στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ. ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιολογία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων και δικάστηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 92/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, που ανεστάλη για μια τριετία για καταδολίευση δανειστών κατ' εξακολούθηση σε βάρος του εγκαλούντος ..., που τελέσθηκε στις 19-3-1999 και 3-2-1999, δηλαδή σε χρόνο που υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την υποβολή της εγκλήσεως από τον παραπάνω παθόντα, που έγινε στις 13-9-1999, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 13-9-1999 εγκλήσεώς του. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων έλαβε γνώση της ως άνω πράξεως και του δράστη-κατηγορουμένου περί τα τέλη Ιουλίου 1999 και ότι από του χρόνου τούτου και μέχρι της ως άνω υποβολής της εγκλήσεως δεν παρήλθε τρίμηνο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε εμπρόθεσμα την έγκληση και απέρριψε κατ' ουσίαν τον περί εμπροθέσμου αυτής αντίθετον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την προεκτεθείσαν έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με τον χρόνον κατά τον οποίον ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων έλαβε γνώση του χρόνου τελέσεως της παραπάνω σε βάρος του πράξεως και του προσώπου του δράστη αυτής και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να δεχθεί ως εμπρόθεσμη την ως άνω υποβληθείσα έγκληση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος. Εξάλλου, όπως αναπτύχθηκε και στη νομική σκέψη, δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του το δικαστήριο να κάνει ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων και του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά χωριστά ούτε είναι αναγκαίο να προβαίνει και σε αξιολογική συσχέτιση του αποδεικτικού υλικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά αρκεί ότι δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι εκτίμησε εξολοκλήρου το αποδεικτικό υλικό. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος) με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η περαιτέρω περιεχομένη στο λόγο αυτό αιτίαση, ότι από τις αποδείξεις προκύπτει προγενέστερος χρόνος γνώσεως του εγκαλούντος, από τον οποίο είχε συμπληρωθεί τρίμηνο προ της υποβολής της εγκλήσεως, αναγόμενη στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτη. 2. Από τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του δράστη έχει αξίωση κατ' αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού, ολικώς ή μερικώς, από τα περιουσιακά του στοιχεία, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, ολικώς ή μερικώς, με μια από τις ρητώς και περιοριστικώς οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη ενέργειες, που αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως του εγκλήματος τούτου, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Η ματαίωση ικανοποίησης του δανειστή επέρχεται, όταν ο οφειλέτης κατά το χρόνο της ενέργειάς του δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, που να επαρκούν για την ικανοποίηση του δανειστή του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα χωριστά από αυτά ούτε ν' απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των διαφόρων αποδεικτικών μέσων. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και την εξέδωσε δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ (ήδη αναιρεσείων) στην ... την 19.3.1999 και 3-2-1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος οφειλέτης ων με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του απαλλοτριώνοντας, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία. Ειδικότερα, ενώ όφειλε στον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα ... τα ποσά των 12.500.000 δραχμών και 10.300.000 δραχμών από τις αναφερόμενες στο διατακτικό δυο τραπεζικές επιταγές, ήτοι μια της Ιονικής Τράπεζας και μια της Eurobank εκδόσεώς του στις 28-2-1999 και 10-1-1999 αντιστοίχως, τις οποίες μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον ως άνω εγκαλούντα, με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του τελευταίου με τις παρακάτω απαλλοτριώσεις: α) την 19-3-1999 με το υπ' αριθμ. 1263 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Τριαντάφυλλου - Παπακωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα παραιτήθηκε λόγω γονικής παροχής προς την ανήλικη θυγατέρα του ... του δικαιώματος επικαρπίας σε ποσοστό 25% επί ενός διαμερίσματος επί οικοδομής κειμένης στην οδό ..., εμβαδού μικτού 125,56 τ.μ. χωρίς τη λήψη οιουδήποτε ανταλλάγματος, του ανωτέρω εμπραγμάτου δικαιώματος εκτιμηθέντος στο ποσό των 2.789.000 δρχ. και β) την 3.2.1999 με το 2604 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πηνελόπης Τσεκούρα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το 12,5% οικοδομής κειμένης στην οδό..., αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 385,502 μ., ισόγειο εμβαδού 310 τ.μ., μεσοπάτωμα εμβαδού 252,652 τ.μ., κύριο όροφο εμβαδού 262,41 τ.μ., αντί τιμήματος 35.000.000 δρχ. στον Ζ, ήτοι χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, της αγοραίας αξίας του ανωτέρω ποσοστού κυριότητας, ανερχομένης στο διπλάσιο, δεδομένου ότι η τιμή που φέρεται ότι έλαβε χώρα η μεταβίβαση είναι ίση με την αξία του αντικειμενικού προσδιορισμού, η οποία στη συγκεκριμένη περιοχή του κέντρου της Θεσσαλονίκης είναι πράγματι πολύ κατώτερη της αγοραίας και πραγματικής αξίας των ακινήτων. Δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχον τον αναιρεσείοντα του πιο πάνω εγκλήματος και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τρία (3) έτη. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που προεκτέθηκε και σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση η εκτιμηθείσα αξία του προαναφερθέντος ποσοστού του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας επί του πρώτου ακινήτου και η αγοραία και πραγματική αξία του προαναφερθέντος ποσοστού κυριότητας επί του δευτέρου ακινήτου, από τη συνολική αξία των οποίων, αν δεν ελάμβαναν χώρα οι απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, επήρχετο πλήρης ικανοποίηση της απαιτήσεως του εγκαλούντος. Επομένως, οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' αναιρέσεως λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη ως άνω αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. ΙΙ. Επί της από 22.3.2006 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 1.- Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. (άρθρο 483 παρ. 3). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου για όλους τους λόγους που ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 92/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ύστερα από εφέσεις των κατηγορουμένων Χ και Ζ κατά της 21573/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που τους είχε κηρύξει ενόχους, τον πρώτο για καταδολίευση δανειστών κατ' εξακολούθηση και τον δεύτερο για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ανωτέρω πρώτο κατηγορούμενο για την προαναφερόμενη πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών την οποία και ανέστειλε επί τρία (3) έτη, τον δε δεύτερο κατηγορούμενο κήρυξε αθώο για την προαναφερόμενη πράξη. Ως μόνη αιτιολογία της απαλλακτικής κρίση αναφορικά με τον άνω δεύτερο κατηγορούμενο, το Εφετίο αφού στην αρχή του σκεπτικού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και ακολούθως εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών για το οποίο κήρυξε ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο και του επέβαλε την πιο πάνω ποινή, στη συνέχεια διαλαμβάνει, κατά λέξη, τα εξής: "Περαιτέρω πρέπει λόγω αμφιβολιών ως προς τη γνώση να κηρυχθεί αθώος ο δεύτερος κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της άμεσης συνέργειας στην καταδολίευση κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την παραπάνω έννοια, αφού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και αποκλείουν την ύπαρξη του δόλου του εν λόγω κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός. Έτσι, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη ανωτέρω απόφαση (92/2006) και δη μόνο ως προς την ως άνω αθωωτική διάταξη που αφορά την άμεση συνέργεια σε καταδολίευση δανειστών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.3.2006 αίτηση του Χ, για αναίρεση ως προς αυτόν της υπ' αριθ. 92/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει κατά την αθωωτική διάταξη την υπ' αριθ. 92/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της άμεσης συνέργειας, όσον αφορά τον κατηγορούμενο Ζ. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ