Αριθμός 922/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2561/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "ΒΟΜINFLOT HELLAS LIMITED", που εδρεύει στη Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1942/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 50/24.01.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ΄αριθμ. 2561/2005 βούλευμά του απέρριψε ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη την υπ΄αριθμ. 369/2005 έφεση του ........ κατά του υπ΄αριθμ. 2200/2005 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα έχει παραπεμφθεί ο ανωτέρω στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως α) υπεξαίρεσης αντικειμένου αφενός μεν που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και αφετέρου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ΄εξακολούθηση -375 § § 2-1, 98 § 1,2 Π.Κ. β) Απιστίας κατ΄εξακολούθηση (390 εδ. α, 98 § 1 Π.Κ.). Το ανωτέρω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στον παραπεμφθέντα στις 23-11-2006 (βλ. το από 23-11-2006 αποδεικτικό του ειδικού φρουρού .........) και κατ΄αυτού άσκησε στις 10-11-2006 (ήτοι προ της επιδόσεως του) ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών δια της πληρεξουσίου του ........, δικηγόρου Αθηνών, δυνάμει του από ....... πληρεξουσίου -επισυναφθέντος- της συμβολαιογράφου Αθηνών ......., την υπ΄αριθμ. 128/2006 αναίρεση προβάλλων έλλειψη αιτιολογίας και δη ότι δεν προκύπτει πως ενήργησε ως εντολοδόχος ή ως μισθωτός με ύπαρξη περαιτέρω εντολής και πληρεξουσιότητας για την ενέργεια πράξεων διαχείρισης αλλότριας περιουσίας...... ότι δεν προκύπτει ότι είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα να διαθέτει το χρηματικό ποσό σύμφωνα με την εντολή και πληρεξουσιότητα και δεν το διέθεσε κατά τους όρους της εντολής αυτής.......και ότι ο μισθωτός δεν είναι εντολοδόχος. Σε σχέση με το έγκλημα της απιστίας προβάλλει ότι "όλες οι ενέργειες ετύγχανον της εγκρίσεως του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας". Τέλος προβάλλει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδέν αναφέρει για το κινητό τηλέφωνο ένα φορητό ηλεκτρονικό σημειωματάριο και δύο εταιρικά αυτοκίνητα. ΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 περ. δ΄ Κ.Π.Δ., 18,19, 375 § § 1,2 ΠΚ η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ -όπως ισχύει και δη η §1 μετά το άρθρο 14 § 3α ν.2721/99 και η § 2 μετά το άρθρο 1 § 9 ν.2408/96 και 14 § 3 β ν.2721/99-. ΄Οποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, εάν δε στην περίπτωση αυτή το συνολικό αντικείμενο υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Στην τελευταία δηλαδή περίπτωση δεν απαιτείται το συνολικό ποσό να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ αλλά αρκεί ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εάν όμως το υπερβαίνει τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Το πότε το αντικείμενο είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο με βάση τις συνθήκες της αγοράς (βλ. ΑΠ 1516/2001, ΑΠ 1642/2002) και ανέλεγκτα (βλ. και ΑΠ 945/2006). Επειδή κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση (βλ. ΑΠ 765/2000, ΑΠ 1469/2001, ΑΠ 1313/2002, ΑΠ 1600/2004 κ.ά.). Η τυχόν ύπαρξη άλλης σύμβασης που συνδέει τον εντολέα με τον εντολοδόχο, όπως η μίσθωση εργασίας, δεν αποκλείει την ανάθεση στο μισθωτή ως εντολοδόχο του εργοδότη με ιδιαίτερη σύμβαση τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου (ΑΠ 114/2004). Εξ΄άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 εδ. α΄ Π.Κ. όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την (επιμέλεια ή) διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται... Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθενται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε (το συμβούλιο) ότι υπάρχουν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 1/2005 Ολ). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, για την άνω αιτιολογία, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός μέσου και τι από αυτό συνήγαγε (το συμβούλιο) αλλ΄αρκεί η μνεία του είδους αυτών, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 967/2004, ΑΠ 891/2004 κ.ά.). Η άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται (υιοθετεί) εξ ολοκλήρου την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση η οποία έχει τα άνω στοιχεία, δεδομένου ότι ο Εισαγγελέας έχει πλέον (βλ. άρθρα 87 επ. Συντ.) την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, τυχόν δε επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδεικτικών μέσων και συλλογισμών θα αποτελούσε άσκοπη και τυπολατρική ενέργεια (βλ. ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 2464/2005, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 645/2004, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006 κ.ά.)Η άνω αναφορά δεν είναι τυπική υπόθεση, όπως υποστηρίζεται. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης και από το συμβούλιο εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα και τούτο ελέγχεται. Επειδή η αναίρεση δεν έχει μεταβιβαστικόν αποτέλεσμα, δεν ανοίγει δηλαδή τρίτον βαθμόν ουσιαστικής δικαιοδοσίας, αλλά ελέγχεται η νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος και η τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων. ΄Ετσι ο ΄Αρειος Πάγος δεν μπορεί να εισέλθη στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, δηλαδή πραγματικών περιστατικών, περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο και συνεπώς κάθε λόγος αναιρέσεως, που πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για κακή εκτίμηση των εκ της ανακρίσεως προκυψάντων πραγματικών περιστατικών ή αντικρούων την ύπαρξη αυτών είναι απαράδεκτος (βλ. μόνο Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β΄ σελ. 195-6). ΙΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην υιοθετουμένη υπ΄αυτού εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα "από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου" προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια εταιρεία "BOMINFLOT HELLAS LIMITED" η οποία εδρεύει στη Βούλα Αττικής (Αλκυονίδων 7) και εκπροσωπείται νομίμως από το .......... είναι εταιρεία του ΑΝ 89/67 και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα στις αρχές του έτους 1999. Είναι δε μέλος του ομίλου εταιρειών "BOMINFLOT GROTB", η οποία ιδρύθηκε το έτος 1976 και έχει έδρα το Αμβούργο Γερμανίας. Ο όμιλος εταιρειών Bominflot δραστηριοποιείται στον τομέα του εφοδιασμού παντός είδους καυσίμων πλοίων, της προμήθειας λιπαντικών πλοίων, και της παροχής υπηρεσιών πρακτορείας στην Ισπανία, Κανάριους Νήσους και Σιγκαπούρη. Για την καλύτερη οργάνωση των δραστηριοτήτων του και την άμεση παροχή των υπηρεσιών ο όμιλος είναι χωρισμένος σε τρεις γεωγραφικές περιοχές (Ευρώπη - Αφρική, Άπω- Μέση Ανατολή και Αμερική) και διαθέτει 19 γραφεία (παραρτήματα) σε όλο τον κόσμο. Όταν οι μέτοχοι της μηνύτριας εταιρείας αποφάσισαν την εγκατάσταση γραφείου (παραρτήματος) στην Ελλάδα προτάθηκε στον κατηγορούμενο να αναλάβει τη διεύθυνση του. Για το σκοπό αυτό η εταιρεία "BOMINFLOT LIMITED" δια του εκπροσώπου της ........ του απέστειλε την από 8.3.99 επιστολή- προσφορά εργασίας, με προσφερόμενη θέση αυτή του Δ/ντή, στην οποία (επιστολή) περιγραφόταν λεπτομερώς όλοι οι προτεινόμενοι όροι εργασίας. Αναφερόταν δε ρητώς, μεταξύ των άλλων, ότι ο Δ/ντής θα είναι υπεύθυνος για την ίδρυση του γραφείου στην περιοχή της Αθήνας και για την επιτυχή διαχείριση του, για την πρόσληψη ημεδαπού προσωπικούς την προώθηση και ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της "Bominflot" στην Ελλάδα, τη δημιουργία περισσοτέρων επιχειρηματικών σχέσεων με νέους και υπάρχοντες πελάτες, την επιδίωξη πληρωμών και την καταβολή χρηματικών οφειλών όπου κρίνεται απαραίτητο και την παροχή τακτικών ενημερωτικών αναφορών που θα αφορούν την εξέλιξη δραστηριοτήτων των πελατών και σε προτάσεις για περαιτέρω επιχειρηματικές ευκαιρίες (βλ. την από 8.3.99 επιστολή της (BOMINFLOT). Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τη θέση του Δ/ντή του Ελληνικού παραρτήματος της εταιρείας και μάλιστα με τους όρους συνεργασίας που περιγράφονται στην προαναφερόμενη επιστολή και έτσι υπεγράφη η από 23.4.99 σύμβαση εργασίας. Στην πράξη, δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε λόγω και της θέσης του αποκλειστική διαχείριση του συνόλου των εταιρικών υποθέσεων στην Ελλάδα καθόσον του είχε δοθεί απόλυτη ελευθερία κινήσεων και οι αποφάσεις και πρωτοβουλίες του περί την εταιρική δέσμευση της εταιρείας και επηρέαζαν συνακόλουθα την εταιρική περιουσία. Αρχές του 2004 έφθασε στο Λονδίνο στην έδρα της "BOMINFLOT HELLAS LIMITED", η πληροφορία για κακοδιαχείριση εκ μέρους του κατηγορουμένου, γεγονός που προκάλεσε τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από τον οποίο προέκυψαν σοβαρές διαχειριστικές ατασθαλίες. Ειδικότερα προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2001 μέχρι το μήνα Ιανουάριο του 2003, με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα της μηνύτριας εταιρείας, της οποίας είχε την οικονομική διαχείριση αλλά και την εξουσία λόγω της θέσης του, να εκδίδει επιταγές για λογαριασμό της, για την κάλυψη των εξόδων της ή άλλων εταιρικών δραστηριοτήτων α) εξέδωσε στις 13-12-01 την υπ' αριθμ. ....... επιταγή της τράπεζας HSBC ποσού 22.212 €, συρρόμενη επί του υπ' αριθμ. ......., τραπεζικού λογαριασμού της μηνύτριας, επί της τράπεζας HSBC σε διαταγή ....., για κάλυψη χρεώνοντας ισόποση το λογαριασμό της παθούσας εταιρείας, ο οποίος και τον εισέπραξε στις 17.12.2001, β) εκδόθηκε, κατόπιν εντολής του, η υπ' αριθμ. .......τραπεζική επιταγή, με ημερομηνία επίδοσης 2.4.02 για ποσό 88.042 ευρώ, με χρέωση του υπ' αριθμ. ......... τραπεζικού λογαριασμού της μηνύτριας, επί της τραπέζης HSBC από την τελευταία σε διαταγή της εταιρείας "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης Α.Ε.", με την οποία η παθούσα εταιρεία ουδεμία συναλλαγή είχε προς κάλυψη δικής του υποχρεώσεως και γ) εξέδωσε επιταγή με ημερομηνία 31.1.2003 επί της τραπέζης HSBC ποσού 31.780 ευρώ, συρομένη επί του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού της μηνύτριας σε διαταγή του, την αποία αυθημερόν εισέπραξε, καταθέτοντας το ποσό αυτής στο λογαριασμό του. Με τα ποσά των παραπάνω επιταγών δεν πληρώθηκαν οφειλές της μηνύτριας εταιρείας, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 142.034 ευρώ (22.212 + 88.042 + 31.780 = 142.034€). Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο 2002 μέχρι και το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 κατά παράβαση των κανόνων της επιμελούς και καλής διαχείρισης της περιουσίας της εταιρείας που εκπροσωπούσε, προέβη σε δαπάνες, οι οποίες δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο των εργασιών της μηνύτριας εταιρείας, αλλά αφορούσαν την κάλυψη προσωπικών του εξόδων, τα οποία καταχωρούσε στο παθητικό της εταιρείας, ζημιώνοντας την κατά τα ποσά αυτά. Συγκεκριμένα: α) στις 15.12.03 μίσθωσε για λογαριασμό του με χρηματοδοτική μίσθωση από την εταιρεία "BUDGET ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΙΝΗΣΗΣ Α.Ε." ένα αυτοκίνητο μάρκας PORCHE CARRERA, με αριθμό κυκλοφορίας ........, το οποίο χρέωσε στη μηνύτρια εταιρεία εμφανίζοντας αυτή ως μισθώτρια στην σύμβαση που αυτός συνήψε με την παραπάνω εταιρεία, εν γνώσει του ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει, καθόσον η μηνύτρια εταιρεία για τις αναγκαίες μετακινήσεις του, του παραχώρησε ήδη ένα αυτοκίνητο μάρκας ALPHA ROMEO το οποίο είχε μισθώσει από την εταιρεία "PIRAIUS CAR LEAPING", με αποτέλεσμα να ζημιώσει κατά το ποσό των 59.850,51 ευρώ (11.738.64 ευρώ για μισθώματα, 43.177,87 ευρώ για ρήτρα πρόωρης εξαγοράς και 4.974 ευρώ για εγγύηση, β) την 12.10.02 κατέβαλε από την περιουσία της μηνύτριας εταιρείας ποσό 1.788,30 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών για το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, μάρκας PORSCE, στη δε μηνύτρια εταιρεία ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε το ποσό αυτό για τέλη κατηγορίας του αυτοκινήτου της εταιρείας και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 10.7.02 έως 6.6.2003 διακίνησε υπό την περιουσία της εταιρείας το συνολικό ποσό των 6.913,32 ευρώ για ταξίδια αναψυχής δικά του και της συζύγου του. Ειδικότερα για το ταξίδι της συζύγου του ...... στη Θεσσαλονίκη η μηνύτρια χρεώθηκε με το ποσό των 199,28 ευρώ για την αγορά των εισιτηρίων πλήρωσε επίσης για έξοδα διαμονής της στο ξενοδοχείο "..........." της Θεσσαλονίκης 350 ευρώ, στο δε ξενοδοχείο "......." 358 ευρώ. Για το ταξίδι του κατηγορουμένου και της συζύγου του από το Παρίσι στο Λονδίνο μετ' επιστροφής, για την αγορά εισιτηρίων ποσό 585,50 ευρώ, ενώ για το ταξίδι στο Παρίσι, με εισιτήρια πρώτης θέσης, δαπανήθηκε το ποσό των 3.137,54 ευρώ και έξοδα διαμονής στο Παρίσι 1865 ευρώ. Επίσης η μηνύτρια κατέβαλε τα έξοδα ταξιδιού του κατηγορουμένου στην Αιδηψό και παραμονή του στο κέντρο θαλασσοθεραπείας ".........", ύψους 418 ευρώ, δηλαδή ο κατηγορούμενος ζημίωσε την μηνύτρια εταιρεία με το συνολικό ποσό των 6.913,32 ευρώ για ταξίδια δικά του και της συζύγου του, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με τη δραστηριότητα της εταιρείας. Ο κατηγορούμενος αρνείται γενικά και αόριστα τις κατηγορίες ισχυριζόμενος, ότι όλες οι ενέργειες του έτυχαν της σιωπηρής έγκρισης της μηνύτριας εταιρείας και ότι η όλη υπόθεση αποτελεί επιλεγόμενη μεθόδευση για να καταγγελθεί αζημίως η σύμβαση εργασίας του, χωρίς όμως να έχει προσκύψει στα αστικά δικαστήρια κατά της μηνύτριας εταιρείας ομολογεί ότι το υπ' αριθμ. ......... αυτοκίνητο, μάρκας PORSCE αποτέλεσε αντικείμενο συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως που συνήφθηκε 15.12.02 με την εταιρεία "BUDGET" τυπικά μεν με αυτή μηνύτρια, ουσιαστικά όμως βαρύνει τον ίδιο ατομικά και ότι είναι πρόθυμος να συμπράξει στη διακοπή αυτή και να καταβάλλει προς την "BUDGET", το ποσό το οποίο θα προκύψει ως ποινική ρήτρα από τη διακοπή αυτή, πράγμα το οποίο βεβαίως δεν έχει πράξει κατά τους ισχυρισμούς της μηνύτριας εταιρείας". Με όσα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα τούτο περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων [για την πρώτη πράξη γίνεται δεκτό ότι αυτή συνίσταται στην ιδιοποίηση (είσπραξη) για λογαριασμό του από τους κομιστές των επιταγών τις οποίες εξέδωσε με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, δηλ. της αναφερομένης εταιρείας, στο λογαριασμό της τελευταίας (της οποίας κατείχε τα χρήματα λόγω της άνω ιδιότητάς του και από αυτή) και για ατομικά του χρέη εν γνώσει τούτων], τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών (πραγματικών περιστατικών) στις ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Επομένως ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Σε σχέση με τον λόγο που αναφέρεται στην μνεία των αναφερομένων αντικειμένων είναι απαράδεκτος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη τα αντικείμενα αυτά δεν είναι υλικά αντικείμενα κάποιου από τα εγκλήματα για τα οποία χώρησε η παραπομπή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 128/2006 αναίρεση του ........ κατά του υπ΄αριθμ. 2561/2005 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Ιανουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη 128/10-11-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του ......... κατά του 2561/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η έφεση αυτού κατά του 2200/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί α) για υπεξαίρεση αντικειμένου, αφενός μεν, που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ και, αφετέρου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση (375 εδ. α, 98 παρ. 1 ΠΚ) και β) για απιστία, κατ'εξακολούθηση, (άρθρα 390 εδ. α, 98 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 385 ΠΚ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη. γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά το χρόνο της τέλεσής της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές. Γιαυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Το πότε το αντικείμενο είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο με βάση τις συνθήκες της αγοράς και ανέλεγκτα. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Η τυχόν ύπαρξη άλλης σύμβασης που συνδέει τον εντολέα με τον εντολοδόχο, όπως η μίσθωση εργασίας, δεν αποκλείει την ανάθεση στο μισθωτή ως εντολοδόχο του εργοδότη με ιδιαίτερη σύμβαση τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου. Με το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, διατηρήθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 375 παρ/φοι 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αλλά επιπλέον στη μεν παρ/φο 1, προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης από το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παράγραφο 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτήν κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξης υπερβαίνει το ίδιο προαναφερόμενο ποσό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Επομένως, σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, αν όλες οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του ν. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, αρκεί και λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν βέβαια ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 εδ. α΄ Π.Κ. (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του ν. 3242/2004), όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία του πλημμελήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου χωρίς σκοπό ιδιοποιήσεως κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή εκ δικαιοπραξίας, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσία του με ενέργεια εξωτερική. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 2561/2005 βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια εταιρεία "ΒΟΜΙΝFLΟΤ ΗΕLLAS LIMITED " η οποία εδρεύει στη Βούλα Αττικής (Αλκυονίδων 7) και εκπροσωπείται νομίμως από το ...... είναι εταιρεία του ΑΝ 89/67 και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα στις αρχές του έτους 1999. Είναι δε μέλος του ομίλου εταιρειών "ΒΟΜΙNFLOT GRΟΤΒ", η οποία ιδρύθηκε το έτος 1976 και έχει έδρα το Αμβούργο Γερμανίας. Ο όμιλος εταιρειών Βοminflot δραστηριοποιείται στον τομέα του εφοδιασμού παντός είδους καυσίμων πλοίων, της προμήθειας λιπαντικών πλοίων, και της παροχής υπηρεσιών πρακτορείας στην Ισπανία, Κανάριους Νήσους και Σιγκαπούρη. Για την καλύτερη οργάνωση των δραστηριοτήτων του και την άμεση παροχή των υπηρεσιών ο όμιλος είναι χωρισμένος σε τρεις γεωγραφικές περιοχές (Ευρώπη - Αφρική, Άπω - Μέση Ανατολή και Αμερική) και διαθέτει 19 γραφεία (παραρτήματα) σε όλο τον κόσμο. Όταν οι μέτοχοι της μηνύτριας εταιρείας αποφάσισαν την εγκατάσταση γραφείου (παραρτήματος) στην Ελλάδα προτάθηκε στον κατηγορούμενο να αναλάβει τη διεύθυνση του. Για το σκοπό αυτό η εταιρεία "ΒΟΜΙΝFLΟΤ LIΜΙΤΕD" δια του εκπροσώπου της ....... του απέστειλε την από 8.3.99 επιστολή προσφορά εργασίας, με προσφερόμενη θέση αυτή του Δ/ντή, στην οποία (επιστολή) περιγραφόταν λεπτομερώς όλοι οι προτεινόμενοι όροι εργασίας. Αναφερόταν δε ρητώς, μεταξύ των άλλων, ότι ο Δ/ντής θα είναι υπεύθυνος για την ίδρυση του γραφείου στην περιοχή της Αθήνας και για την επιτυχή διαχείριση του, για την πρόσληψη ημεδαπού προσωπικούς την προώθηση και ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της "Bominflot" στην Ελλάδα, τη δημιουργία περισσοτέρων επιχειρηματικών σχέσεων με νέους και υπάρχοντες πελάτες, την επιδίωξη πληρωμών και την καταβολή χρηματικών οφειλών όπου κρίνεται απαραίτητο και την παροχή τακτικών ενημερωτικών αναφορών που θα αφορούν την εξέλιξη δραστηριοτήτων των πελατών και σε προτάσεις για περαιτέρω επιχειρηματικές ευκαιρίες (βλ. την από 8.3.99 επιστολή της (ΒΟΜΙΝFLΟΤ). Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τη θέση του Δ/ντή του Ελληνικού παραρτήματος της εταιρείας και μάλιστα με τους όρους συνεργασίας που περιγράφονται στην προαναφερόμενη επιστολή και έτσι υπεγράφη η από 23.4.99 σύμβαση εργασίας. Στην πράξη, δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε λόγω και της θέσης του αποκλειστική διαχείριση του συνόλου των εταιρικών υποθέσεων στην Ελλάδα καθόσον του είχε δοθεί απόλυτη ελευθερία κινήσεων και οι αποφάσεις και πρωτοβουλίες του περί την εταιρική δέσμευση της εταιρείας και επηρέαζαν συνακόλουθα την εταιρική περιουσία. Αρχές του 2004 έφθασε στο Λονδίνο στην έδρα της "ΒΟΜΙΝFLOT HELLAS LIMITED", η πληροφορία για κακοδιαχείριση εκ μέρους του κατηγορουμένου, γεγονός που προκάλεσε τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από τον οποίο προέκυψαν σοβαρές διαχειριστικές ατασθαλίες. Ειδικότερα προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2001 μέχρι το μήνα Ιανουάριο του 2003, με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα της μηνύτριας εταιρείας, της οποίας είχε την οικονομική διαχείριση αλλά και την εξουσία λόγω της θέσης του, να εκδίδει επιταγές για λογαριασμό της, για την κάλυψη των εξόδων της ή άλλων εταιρικών δραστηριοτήτων α) εξέδωσε στις 13-12-01 την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της τράπεζας ΗSΒC ποσού 22.212 €, συρρόμενη επί του υπ' αριθμ. ........ τραπεζικού λογαριασμού της μηνύτριας, επί της τράπεζας ΗSΒC σε διαταγή ......, για κάλυψη χρεώνοντας ισόποση το λογαριασμό της παθούσας εταιρείας, ο οποίος και τον εισέπραξε στις 17.12.2001, β)εκδόθηκε, κατόπιν εντολής του, η υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή, με ημερομηνία επίδοσης 2.4.02 για ποσό 88.042 ευρώ, με χρέωση του υπ' αριθμ. .... τραπεζικού λογαριασμού της μηνύτριας, επί της τραπέζης ΗSΒC από την τελευταία σε διαταγή της εταιρείας "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης Α.Ε.", με την οποία η παθούσα εταιρεία ουδεμία συναλλαγή είχε προς κάλυψη δικής του υποχρεώσεως και γ) εξέδωσε επιταγή με ημερομηνία 31.1.2003 επί της τραπέζης ΗSΒC ποσού 31.780 ευρώ, συρομένη επί του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού της μηνύτριας σε διαταγή του, την α-ποία αυθημερόν εισέπραξε, καταθέτοντας το ποσό αυτής στο λογαριασμό του. Με τα ποσά των παραπάνω επιταγών δεν πληρώθηκαν οφειλές της μηνύτριας εταιρείας, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 142.034 ευρώ (22.212 + 88.042 + 31.780 = 142.034€). Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο 2002 μέχρι και το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 κατά παράβαση των κανόνων της επιμελούς και καλής διαχείρισης της περιουσίας της εταιρείας που εκπροσωπούσε, προέβη σε δαπάνες, οι οποίες δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο των εργασιών της μηνύτριας εταιρείας, αλλά αφορούσαν την κάλυψη προσωπικών του εξόδων, τα οποία καταχωρούσε στο παθητικό της εταιρείας, ζημιώνοντας την κατά τα ποσά αυτά. Συγκεκριμένα: α) στις 15.12.03 μίσθωσε για λογαριασμό του με χρηματοδοτική μίσθωση από την εταιρεία "ΒUDGΕΤ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΙΝΗΣΗΣ Α.Ε." ένα αυτοκίνητο μάρκας ΡΟRCΗΕ CΑRRΕRΑ, με αριθμό κυκλοφορίας........, το οποίο χρέωσε στη μηνύτρια εταιρεία εμφανίζοντας αυτή ως μισθώτρια στην σύμβαση που αυτός συνήψε με την παραπάνω εταιρεία, εν γνώσει του ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει, καθόσον η μηνύτρια εταιρεία για τις αναγκαίες μετακινήσεις του, του παραχώρησε ήδη ένα αυτοκίνητο μάρκας ΑLΡΗΑ RΟΜΕΟ το οποίο είχε μισθώσει από την εταιρεία "ΡΙRAIUS CAR LEAPING", με αποτέλεσμα να ζημιώσει κατά το ποσό των 59.850,51 ευρώ (11.738.64 ευρώ για μισθώματα, 43.177,87 ευρώ για ρήτρα πρόωρης εξαγοράς και 4.974 ευρώ για εγγύηση, β) την 12.10.02 κατέβαλε από την περιουσία της μηνύτριας εταιρείας ποσό 1.788,30 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών για το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, μάρκας ΡΟRSCE, στη δε μηνύτρια εταιρεία ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε το ποσό αυτό για τέλη κατηγορίας του αυτοκινήτου της εταιρείας και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 10.7.02 έως 6.6.2003 διακίνησε υπό την περιουσία της εταιρείας το συνολικό ποσό των 6.913,32 ευρώ για ταξίδια αναψυχής δικά του και της συζύγου του. Ειδικότερα για το ταξίδι της συζύγου του .... στη Θεσσαλονίκη η μηνύτρια χρεώθηκε με το ποσό των 199, 28 ευρώ για την αγορά των εισιτηρίων πλήρωσε επίσης για έξοδα διαμονής της στο ξενοδοχείο "....." της Θεσσαλονίκης 350 ευρώ, στο δε ξενοδοχείο "......" 358 ευρώ. Για το ταξίδι του κατηγορουμένου και της συζύγου του από το Παρίσι στο Λονδίνο μετ' επιστροφής, για την αγορά εισιτηρίων ποσό 585,50 ευρώ, ενώ για το ταξίδι στο Παρίσι, με εισιτήρια πρώτης θέσης, δαπανήθηκε το ποσό των 3.137,54 ευρώ και έξοδα διαμονής στο Παρίσι 1865 ευρώ. Επίσης η μηνύτρια κατέβαλε τα έξοδα ταξιδιού του κατηγορουμένου στην Αιδηψό και παραμονή του στο κέντρο θαλασσοθεραπείας "....", ύψους 418 ευρώ, δηλαδή ο κατηγορούμενος ζημίωσε την μηνύτρια εταιρεία με το συνολικό ποσό των 6.913,32 ευρώ για ταξίδια δικά του και της συζύγου του, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με τη δραστηριότητα της εταιρείας. Ο κατηγορούμενος αρνείται γενικά και αόριστα τις κατηγορίες ισχυριζόμενος, ότι όλες οι ενέργειες του έτυχαν της σιωπηρής έγκρισης της μηνύτριας εταιρείας και ότι η όλη υπόθεση αποτελεί επιλεγόμενη μεθόδευση για να καταγγελθεί αζημίως η σύμβαση εργασίας του, χωρίς όμως να έχει προσκύψει στα αστικά δικαστήρια κατά της μηνύτριας εταιρείας ομολογεί ότι το υπ' αριθμ. ....... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ΡΟRSCΕ αποτέλεσε αντικείμενο συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως που συνήφθηκε 15.12.02 με την εταιρεία "ΒUDGET" τυπικά μεν με αυτή μηνύτρια, ουσιαστικά όμως βαρύνει τον ίδιο ατομικά και ότι είναι πρόθυμος να συμπράξει στη διακοπή αυτή και να καταβάλλει προς την "ΒUDGET", το ποσό το οποίο θα προκύψει ως ποινική ρήτρα από τη διακοπή αυτή, πράγμα το οποίο βεβαίως δεν έχει πράξει κατά τους ισχυρισμούς της μηνύτριας εταιρείας". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαιρέσεως, κατ' εξακολούθηση και το πλημμέλημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση (26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94, παρ. 1, 98, 375 εδ. α, (375 παρ. 2-1, 390 εδ. α, εμπρησμό (άρθρο 264 στοιχ. α ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 2200/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 2-1, όπως ισχύουν, και 390 εδ. α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προκύπτει αν ενήργησε ως εντολοδόχος ή ως μισθωτός με ύπαρξη περαιτέρω εντολής και πληρεξουσιότητας για την ενέργεια πράξεων διαχείρισης αλλότριας περιουσίας. Επίσης για την πράξη της υπεξαίρεσης γίνεται δεκτό ότι αυτή συνίσταται στην ιδιοποίηση (είσπραξη) για λογαριασμό του από τους κομιστές των επιταγών τις οποίες εξέδωσε με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, δηλ. της αναφερομένης εταιρείας, στο λογαριασμό της τελευταίας (της οποίας κατείχε τα χρήματα λόγω της άνω ιδιότητας του) και για ατομικά του χρέη εν γνώσει τούτων. Επομένως, οι από τις διατάξεις του άρθρου 484 στοιχ. β και δ, ΚΠΔ όπως εκτιμώνται, λόγοι αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και η αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνονται τα αναφερόμενα στο πρωτόδικο βούλευμα περιστατικά σε σχέση με την επιστροφή ορισμένων αντικειμένων (ενός κινητού τηλεφώνου, ενός φορητού ηλεκτρονικού σημειωματαρίου και δύο εταιρικών αυτοκινήτων) απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου. Επιπλέον, η πιο πάνω αιτίαση, στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, τα αντικείμενα αυτά δεν είναι υλικά αντικείμενα κάποιου από τα εγκλήματα για τα οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 128/10-11-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του ....., κατά του 2561/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ