Αριθμός 1597/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο - Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κόλια, περί αναιρέσεως της Α3081/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα τηνΖ, ως κληρονόμο του αποβιώσαντος συζύγου τηςΨ, που εκποσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ζαμπίτη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14/12/2005 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 6/12/2006 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 140/2006. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο Αντεισαγγελέας πρότεινε να η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. Στη συνέχεια ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 369 παρ. 1 του ΠΚ, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (363 ΠΚ), η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε το άρθρο 117 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχούς της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι η απόφαση επί εγκλήματος διωκόμενου κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμέτοχους αυτής. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (πλην άλλων και) για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης η οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τελέσθηκε την 11-11-1999 εις βάρος του εγκαλέσαντος Ψ. Όμως, ενώ η υποβληθείσα από τον παθόντα έγκληση, κατά την παραδεκτή στο σημείο αυτό επισκόπηση από το παρόν Δικαστήριο του περιεχομένου της, υποβλήθηκε στις 12-10-2000, δηλαδή μετά την πάροδο τριμήνου από την τέλεσή της ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχεται αιτιολογία που να αναφέρεται στο χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση ο εγκαλέσας. Ετσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης στο ζήτημα αυτό ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (δεύτερος του προσθέτου δικογράφου) όπως το περιεχόμενο του εκτιμάται από το Δικαστήριο, είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο αυτής κεφάλαιο. Ενόψει τούτου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως κατά το μέρος τους που αφορούν την καταδίκη του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της δυσφημήσεως. 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται να αποκρύπτει την αλήθεια. Από την πρώτη διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, εκτός των άλλων, ψευδής καταμήνυση ή ανακοίνωση στην αρχή, ότι τελέστηκε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. Για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται γνώση από εκείνον που κάνει την καταγγελία, ότι το περιεχόμενό της είναι αναληθές. Από τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της μεν αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση, πραγματικά περιστατικά που είναι ψευδή ή να αρνείται ή να αποκρύπτει την αλήθεια, της δε υποκειμενικής, απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι αυτός ενυπάρχει την παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν. Τέτοια, όμως, αιτιολογία απαιτείται στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο, όπως συμβαίνει στα πιο πάνω εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, ειδικός δόλος. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 23-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεστήθη, μεταξύ του κατηγορουμένου Χ και της συζύγου του εγκαλούντος Ζ, ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", με έδρα τη ... και σκοπό την κατασκευή και εμπορία, ετοίμων ενδυμάτων, με συμμετοχή καθενός στα κέρδη και τις ζημίες κατά 50%. Διαχειριστής και ταμίας της εταιρίας ορίστηκε η εκ των εταίρων Ζ και εκπρόσωποι της εταιρίας ορίστηκαν αμφότεροι. Η διαχειρίστρια, σύμφωνα με το καταστατικό, μπορούσε να ενεργεί όλες τις πράξεις διαχείρισης και να λαμβάνει αποφάσεις σχετικές με τις εταιρικές υποθέσεις, αφού προηγουμένως λάμβανε γνώση γι΄ αυτό ο έτερος εταίρος. Το ανωτέρω συμφωνητικό δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 24-7-1990, με αύξοντα αριθμ. 5454. Η εταιρία αυτή, από τα τέλη του 1994 με αρχές του 1995, κατέστη ζημιογόνα και ο κατηγορούμενος ενδιαφέρονταν έντονα και πιεστικά για τη λύση της. Προς τούτο επικοινωνούσε τηλεφωνικά από τη ... με το δικηγορικό γραφείο του εγκαλούντος, προκειμένου να επιταχυνθούν οι σχετικές διαδικασίες για τη λύση της εταιρίας, Ο εγκαλών σημειωτέον ουδέποτε ενεπλάκη σε διαχειριστικές πράξεις της εταιρίας οιασδήποτε μορφής, αλλά απλώς παρείχε σ΄ αυτή μόνο τη νομική συνδρομή του σε υποθέσεις με τρίτους, πελάτες της. Ο κατηγορούμενος είχε παράσχει ρητή εντολή και προφορική εξουσιοδότηση στη Ζ, για τη λύση της εταιρίας. Μάλιστα κοινωνοί αυτής της εντολής και της δήλωσης βούλησης του κατηγορουμένου, πέραν του εγκαλούντος, είχαν γίνει και οι συνεργάτες του δικηγόρου, ... και ..., προς τους οποίους, σε επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες με το γραφείο του εγκαλούντος, έδωσε την ακόλουθη εντολή "κλείστε την εταιρία, λύστε την (βλ. σχετικές καταθέσεις ως άνω μαρτύρων). Κατόπιν αυτού ηΖ, έχουσα την εντολή και προφορική εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου, προέβη στη σύνταξη του από 20-3-96 συμφωνητικού λύσης της Ο.Ε, θέσασα την υπογραφή του στη θέση των συμβαλλομένων, το οποίο δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αύξοντα αριθμό 1345, την 3-4-1996. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, στις 11-11-1999, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, την με ίδια χρονολογία έγκλησή του σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, ότι τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσης και συγκεκριμένα ότι έθεσε κατ΄ απομίμηση την υπογραφή του στο άνω από 20-3-96 συμφωνητικό λύσεως της εταιρία "...". Συνεπεία της άνω έγκλησης του ήδη κατηγορουμένου, ασκήθηκε σε βάρος του ήδη εγκαλούντος Ψ ποινική δίωξη για την προμνησθείσα αξιόποινη πράξη (πλαστογραφία μετά χρήσης). Όμως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το 410/2001 βούλευμά του, δεχόμενο ότι ο τελευταίος δεν άσκησε την πράξη αυτή, αποφάνθηκε να μην γίνει εναντίον του σχετική κατηγορία, Ακολούθως, με το 991/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, απερρίφθη εκ μέρους του τότε εγκαλούντος ασκηθείσα έφεση κατά του πρωτόδικου αυτού απαλλακτικού βουλεύματος, ως απαράδεκτη. Κατόπιν αυτών και εφόσον το περιεχόμενο της άνω μήνυσης που επιβεβαίωσε ενόρκως ο τότε εγκαλών και ήδη κατηγορούμενος ήταν ψευδές και τελούσε σαφώς αυτός εν γνώσει τις αναληθείας (σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έδωσε εντολή στην σύζυγο του κατηγορουμένου να θέσει την υπογραφή του στο συμφωνητικό λύσης της εταιρίας), γνώριζε δε περαιτέρω και αποδέχονταν ότι με τα εις αυτή ψευδή περιστατικά που διέδιδε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και του Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης μπορούσε να βλαβεί η τιμή και υπόληψη του εγκαλουμένου Ψ, είχε δε τέλος σκοπό να προκαλέσει, με την ψευδή ως άνω μήνυσή του την καταδίκη του τότε εγκαλουμένου για την καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αποδιδόμενες σ΄ αυτόν με το κατηγορητήριο α)της ψευδούς καταμηνύσεως, β)της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, αφού εξέθεσε σ΄ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Βασικό δε και κρίσιμο στοιχείο της όλης αιτιολογίας αποτελεί η παραδοχή του ουσιαστικού Δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει (προφορικώς) εντολή και πληρεξουσιότητα στην σύζυγο του εγκαλέσαντος να υπογράψει για λογαριασμό του το επίμαχο συμφωνητικό λύσης της εταιρίας, αφού τούτο, κατά λογική αναγκαιότητα, σημαίνει ότι αυτός γνώριζε, τόσο την αληθή πραγματική κατάσταση, όσο και το ψευδές των υπ΄ αυτού καταγγελθέντων και ενόρκως βεβαιωθέντων γεγονότων. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, τόσον ο τρίτος, λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε΄ Κ.Ποιν.Δ) με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα το άρθρο 224 § 2 ΠΚ, όσο και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο τρίτος του προσθέτου δικογράφου (εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπής αιτιολογία. Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. ως άνω δικαίωμά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είχε σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Δεν ιδρύεται επίσης ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν το έγγραφο που φέρεται ως μη ευθέως αναγνωσθέν προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου ή όταν το μη αναγνωσθέν έγγραφο απλώς αναφέρεται διηγηματικά στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση: α) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου προβάλλεται η εκ της ανωτέρω διατάξεως αιτίαση και υποστηρίζεται ότι ακύρως το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 23-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, το οποίο δεν είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο: (β) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του πρόσθετου δικογράφου, προβάλλεται η αυτή αιτίαση, επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη, αφενός μεν, το υπ' αριθμ. 998/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο δεν είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο, αφετέρου δε "6 φωτοτυπημένες σελίδες επιταγών" η ταυτότητα των οποίων, ως εγγράφων, δεν προσδιορίσθηκε επαρκώς. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι, με βάση τα προεκτεθέντα, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα: (Ι) Το συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας προφανώς αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης διηγηματικά, και δη για να καταστεί σαφές ποια εταιρία επρόκειτο να λυθεί στο μεταγενέστερο στάδιο, κατά το οποίο προέκυψε η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων, και δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο που θεμελιώνει (μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία) την ενοχή του αναιρεσείοντος στα αδικήματα που του αποδόθηκαν. (2) Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της δικογραφίας, σ' αυτή περιλαμβάνεται ένα και μόνο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο αναγνώσθηκε στην διαδικασία του ακροατηρίου και με το οποίο απορρίφθηκε έφεση κατά πρωτοδίκου βουλεύματος, απαλλακτικού για τον Ψ. Το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το βούλευμα αυτό αναφέρθηκε εκ παραδρομής με εσφαλμένο αριθμό δεν δημιουργεί αμφιβολία περί την ταυτότητά του ως εγγράφου. (3) Δεν δημιουργείται επίσης αμφιβολία για την ταυτότητα των αναγνωσθεισών "6 φωτοτυπημένων σελίδων επιταγών", αφού στην δικογραφία υφίστανται μόνον ισάριθμες προς αυτές "σελίδες επιταγών". Κατόπιν τούτων, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη (μόνο) κατά τις διατάξεις αυτής που αφορούν την καταδίκη του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, και την επιβολή ποινής γι' αυτό, όπως και για την επιβολή συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση, ενώ πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί μερικώς την 3081/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την στο σκεπτικό αίτηση αναίρεσης. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα 26 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ