Αριθμός 1003/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζαφειρόπουλο, περί αναιρέσεως της 432/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαναστασόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1252/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 493 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει, κατ' αρχήν, να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της έφεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στην οποίαν πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 432/2006 προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 30-3-2004 υπ' αρ. 183 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της υπ' αρ. 223/22.3.2004 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υπόθεσης κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών με τριετή αναστολή. Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος αναφέρεται ότι: "Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο Ψ1, ....., ...., ..., ....., .... και ...... τα έγγραφα που διαβάσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του πιο πάνω κατηγ/νου στο ακροατήριο προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 30/10/2000 και περί ώρα 13.30 η ποθούσα Ψ1 ένοιωσε έντονους πόνους στο αριστερό πόδι της. Κατόπιν αυτού μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πατρών ".....", με αρτηριακή απόφραξη, πάσχουσα από αρτηριακή εμβολή. Όμως ο κατηγ/νος, που ήταν υπεύθυνος ιατρός του ανωτέρω Νοσοκομείου με το βαθμό του επιμελητή χειρουργού και επελήφθη του περιστατικού αυτού, ενερνώντας αμελώς δεν προέβη, ως όφειλε σης απαραίτητες εκείνες ενέργειες, δηλαδή Dopler και αρτηριογραφία, ώστε να διαγνώσει με βεβαιότητα την αρτηριακή εμβολή την οποία είχε υποστεί η Ψ1 και να την οδηγήσει αμέσως στο χειρουργείο, αφού η πάθησή της έχρηζε άμεσης χειρουργικής επεμβάσεως εντός των αμέσως επόμενων ωρών από της εκδηλώσεως της. Επιπλέον αυτός, ενεργώντας αμελώς, χωρίς να λάβει υπ' όψιν του το βεβαρημένο ιστορικό της (κολπική μαρμαρυγή) και χωρίς να εξετάσει τα αλλεργικά δεδομένα της χορήγησε σ' αυτήν που ήταν αλλεργική, ηπαρίνη και παυσίπονα, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί καθυστερημένα και με επιβαρημένη κατάσταση στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου στις 9/11/2000 και να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και να ακρωτηριασθεί τελικά το αριστερό πόδι της από το ύψος του γονάτου και κάτω". Τέτοιο περιεχόμενο έχουσα η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, πλήρως και σαφώς η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως το εκδόσαν την πληττομένη απόφαση, προδιαληφθέν δικαστήριο, που δέχθηκε, ως τυπικά δεκτή την έφεση του προαναφερομένου Εισαγγελέα Εφετών και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, δεν υπερέβη την εξουσία του, γι'αυτό και είναι, ως αβάσιμος απορριπτέος ο περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ. 1Η, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού λόγος αναίρεσης. Από τον συνδυασμό της διατάξεως του 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, στην οποία ορίζεται, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατόν, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφ' ενός να μη καταβλήθηκε από το δράστη η κατά αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις αυτές πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο δεν προείδε. Ακόμα απαιτείται να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ειδικώς προς θεμελίωση ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, απαιτείται η σωματική βλάβη να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 315 παρ. Ι εδαφ. β' ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2207/1994 δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 423/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης (10) μηνών, η οποία ανεστάλει επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού της αναφέρεται ότι: "από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Την 30-10-2000 η εγκαλούσα, Ψ1 εισήλθε στο Νοσοκομείο Πατρών ".....", το οποίο εφημέρευε, ως έκτακτο περιστατικό, με ενδεικτικά σημεία αρτηριακής απόφραξης κάτω άκρου. Εκεί, ο κατηγορούμενος ιατρός ανέλαβε την ωςάνω ασθενή ως αρμόδιος χειρούργος. Η οξεία απόφραξη αποτελεί επείγουσα περίπτωση με απρόβλεπτο αποτέλεσμα, συνηθέστερη αιτία της οποίας αποτελεί η αρτηριακή εμβολή. Άμεση αντιμετώπιση αυτής είναι η χορήγηση ηπαρίνης, ουσίας αντιπηκτικής για να αποφευχθεί ή θρόμβωση. Στη συνέχεια θα πρέπει να γίνει περαιτέρω έλεγχος για την ακριβή, διάγνωση και για τον σχεδιασμό της θεραπείας. Ο έλεγχος αυτός γίνεται και με την διενέργεια αρτηριογραφίας, ιδίως όταν πρόκειται για ασθενή που πάσχει από καρδιακό νόσημα, όπως η εγκαλούσα, που έπασχε από κολπική μαρμαρυγή. Η αρτηριακή εμβολή αντιμετωπίζεται αμέσως χειρουργικά και μάλιστα εντός 5-6 ωρών από της εμφάνισής της. Ο κατηγορούμενος όμως από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός ιατρός, προκάλεσε στην ανωτέρω εγκαλούσα σωματική κάκωση γιατί δεν προέβη στον παραπάνω έλεγχο αυτής, αλλά χορήγησε μόνο αντιπηκτική αγωγή και μάλιστα για δέκα (10) περίπου ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων αυτός απουσίαζε από το ως άνω νοσοκομείο, διότι μετέβη στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει ιατρικό συνέδριο, μ' αποτέλεσμα, λόγω της έλλειψης του ως άνω ελέγχου, να μην διαπιστωθεί ότι απαιτείτο άμεση χειρουργική επέμβαση του ασθενούς, οπότε αυτή (επέμβαση) έγινε καθυστερημένα στο Νοσοκομείο του Ρίου, όπου μεταφέρθηκε η ασθενής και να μη μπορεί να αντιμετωπισθεί διαφορετικά η δυσμενής εξέλιξη της νόσου, παρά μόνο με τον ακρωτηριασμό του αριστερού ποδός της πάνω από το γόνατο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δη διέλαβε σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από μη συνειδητή αμέλεια κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση, την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος που επήλθε, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε γιαυτά, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αναφορά σ'αυτές και η εξειδίκευση του τι από κάθε μία από αυτές προκύπτει, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 και 315 του ΠΚ που εφάρμοσε τις οποίες ορθά ερμήνευσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε ώστε να στερήσει την απόφαση της νομίμου βάσης. Ειδικότερα προσδιορίζεται α) το είδος της αμέλειας σε μη συνειδητή "από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός ιατρός..." και στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό "δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα" β) η σωματική βλάβη που προκλήθηκε χωρίς να υπάρχει αντίφαση στο σκεπτικό της απόφασης ως προς το είδος αυτής αφού εκ του όλου περιεχομένου της προκύπτει αυτή. Προσθέτως εφόσον το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι για τον σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη τις "καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν", παρέπεται ότι έλαβε υπόψη του και την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, από την παράθεση δε όλων των κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων και την εν συνεχεία αναφορά "αποδείχθηκαν τα ακόλουθα" προκύπτει σαφέστατα ότι το δικαστήριο εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αναφορά και η εξειδίκευση του τι από κάθε μία από αυτές προκύπτει. Περαιτέρω δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αντιμετώπιση του περιστατικού ασθένειας της πολιτικώς εναγούσης - παθούσης εν σχέσει με την χορηγηθείσα ουσία "Ηπαρίνη" αφού δέχεται ότι εν συνεχεία έπρεπε "να γίνει περαιτέρω έλεγχος για την ακριβή διάγνωση και για τον σχεδιασμό της θεραπείας που γίνεται και με τη διενέργεια αρτηριογραφίας" πράγμα που κατά τις παραδοχές της απόφασης δεν έγινε από τον κατηγορούμενο ως "αρμόδιο χειρουργό" που επελήφθη του περιστατικού. Ακόμη αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος "λόγω της έλλειψης του άνω ελέγχου να μη διαπιστωθεί ότι απαιτείτο άμεση χειρουργική επέμβαση της ασθενούς οπότε αυτή έγινε καθυστερημένα...". Εξ άλλου η αιτιολογία της προσβαλλόμενης δεν είναι τυπική ούτε επαναλαμβάνεται το διατακτικό στο σκεπτικό αυτής, το οποίο περιέχει ίδιες σκέψεις. Κατ' ακολουθίαν τούτων οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα των ανωτέρω είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθό δε μέρος πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ΄ του ΚΠΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δικαιούται να παραστεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων όμως δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι η έφεση του Εισαγγελέως προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό προς την πρωτόδικη τοιαύτη, το Εφετείο επελήφθη της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του Εισαγγελέως Εφετών κατά της αθωωτικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό στην εγκαλούσα που είχε παραστεί πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγουσα και νομίμως παρέστη με την ίδια ιδιότητα και στον δεύτερο βαθμό προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. (Ε) και Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση αυτών, συνιστάμενος εις το ότι παρέστη δια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καίτοι επρόκειτο περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως. Μετά ταύτα μη υπάρχοντος ετέρου λόγου δια διερεύνηση πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1, 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21/27 Ιουνίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 432/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ