Αριθμός 1538/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο-Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Ναυπλίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της 102/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αρτέμη Κυριαζή. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1266/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 1738/87, στον ένοχο του αδικήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (258 Π Κ) που στρέφεται κατά τράπεζας η οποία κατά το νόμο ή το καταστατικό της εδρεύει στην ημεδαπή, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προκλήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. επιβάλλεται ποινή κάθειρξης (5 έως 20 έτη) και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο δράστης εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Με το άρθρο 4 παρ.3 του νεότερου νόμου 2408/96, τροποποιήθηκε το παραπάνω άρθρο και ορίστηκε ότι τα προβλεπόμενα από αυτό εγκλήματα, όταν στρέφονται κατά του Δημοσίου, Τράπεζας κλπ. είναι κακουργήματα και επιβάλλονται οι παραπάνω αναφερόμενες ποινές όταν το όφελος ή ζημία κλπ. υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ν.δ. 2576/53, "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 του ν. 1608/50 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικωτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων". Με βάση τη ρύθμιση αυτή, για το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση σε βάρος τράπεζας και για το χαρακτηρισμό αυτού ως κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος από τον δράστη οφέλους ή της ζημίας που προκλήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, από τις μερικότερες πράξεις του δράστη που συνιστούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα (ΑΠ 1260/86). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 258 Π.Κ. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β ν. 2721/99 και ως επιεικέστερο της ίδιας αυτής διάταξης όπως ίσχυε πριν την παραπάνω τροποποίησή της εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, προκύπτουν τα εξής : Το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία τελείται από υπάλληλο, με την έννοια του άρθρου 13 Π Κ, ως υπαλλήλου θεωρουμένου και εκείνου που υπηρετεί μόνιμα ή πρόσκαιρα σε τράπεζα που εδρεύει κατά το νόμο ή το καταστατικό της στην ημεδαπή. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, που περιλαμβάνει στην αντικειμενική του υπόσταση την κατά το άρθρο 375 παρ.1 Π Κ υπεξαίρεση, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο από τον δράστη κινητό πράγμα ή χρήματα είναι ξένο. Ως ξένο θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη εν σχέσει με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο. Η κατοχή του πράγματος από τον δράστη με την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι΄ αυτό, συντελείται, προκειμένου περί χρημάτων σε τράπεζα, όχι μόνο με την υλική ανάληψη αυτών από το δράστη αλλά και με λογιστική μεταφορά αυτών σε λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου στην τράπεζα, αφού με τον τρόπο αυτό ο δράστης έχει στην κατοχή του το ποσό των υπεξαιρεθέντων λογιστικά χρημάτων, δυνάμενος να διαθέτει αυτά κατά βούληση ως κύριος. Ιδιοποίηση του ξένου πράγματος αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος του. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα νοούνται ενέργειες και παραλείψεις του δράστη για την επίτευξη ή συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως είναι οι ψευδείς και πλαστές εγγραφές, οι αλλοιώσεις αριθμών ή σημείων και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη ικανή να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην απόφασή του αυτή αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και της απολογίας του αναιρεσείοντος τα εξής: "Ο κατηγορούμενος ήταν μόνιμος υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας και από το έτος 1988 υπηρετούσε στο κατάστημα αυτής στην Τρίπολη, αρχικώς και μέχρι το έτος 1992 ως προϊστάμενος του Τμήματος Εισπράξεως Αξιών και Χρεογράφων, στην συνέχεια μέχρι το έτος 1994 ως υπάλληλος του λογιστηρίου, ενώ από το έτος 1995 τοποθετήθηκε τμηματάρχης πελατείας ιδιωτών και από 13.2.2001 εκτελούσε καθήκοντα υποδιευθυντή του εν λόγω καταστήματος της τράπεζας. Από το έτος 1988 και μέχρι το έτος 2003, αυτός, ως υπάλληλος της τράπεζας στο κατάστημα της Τρίπολης, ασχολείτο αποκλειστικά με εργασίες διαχείρισης χρεογράφων (REPOS και ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου), συναλλασσόμενος αυτός προσωπικώς με τους πελάτες της τράπεζας που επένδυαν στους τίτλους αυτούς και διεκπεραιώνοντας τις σχετικές διαδικασίες για την αγορά τέτοιων τίτλων ή εξόφληση αυτών στους πελάτες της τράπεζας. Λόγω των ικανοτήτων του και της εμπειρίας του, σε συνδυασμό και με την γνωριμία του με τους πελάτες της τράπεζας που συναλλάσσονταν για αγορές και εξοφλήσεις των προαναφερομένων τίτλων, εκμεταλλευόμενος δε την έλλειψη παντελούς ελέγχου των προϊσταμένων του σχετικά με την κανονική διεξαγωγή των καθηκόντων του και την ολιγωρία των συνεργατών των υπαλλήλων του ιδίου καταστήματος (ταμιών), από τις αρχές του έτους 1991, αποφάσισε όπως, εκμεταλλευόμενος τον προαναφερόμενο τρόπο συναλλαγών, ιδιοποιηθεί παρανόμως χρήματα από την τράπεζα, τα οποία αυτός είχε τη δυνατότητα να διαχειρίζεται με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, ως υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η διαδικασία συναλλαγών για την αγορά ή εξόφληση των τίτλων. Για την επίτευξη του σκοπού του αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 31.1.1991 μέχρι και 2.5.2003, ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα για τη συγκάλυψη των πράξεων του, ακολούθησε κυρίως δύο μεθόδους α) χωρίς την εντολή των πελατών της τράπεζας που είχαν αποκτήσει τίτλους (φυσικούς ή άϋλους) προέβαινε σε προεξόφληση τίτλων, αφού συμπλήρωνε και υπέγραφε ο ίδιος τα σχετικά παραστατικά, θέτοντας επ' αυτών κατ' απομίμηση την υπογραφή του δικαιούχου, παρέδιδε αυτά στον αρμόδιο ταμία, ο οποίος προέβαινε σε προεξόφληση του τίτλου, στη συνέχεια δε το ποσό αυτής (κεφάλαιο και τόκους) είτε παρέδιδε σε μετρητά στον κατηγορούμενο, είτε κατέθετε αυτά ή μέρος της προεξόφλησης σε λογαριασμό του κατηγορουμένου ή τρίτων τους οποίους ο ίδιος υποδείκνυε. Με τη μέθοδο αυτή ο κατηγορούμενος προέβη σε προεξοφλήσεις τίτλων 23 πελατών που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό και εισέπραξε, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (λήψη μετρητών ή καταθέσεις σε λογαριασμό του ιδίου ή τρίτων που αυτός υποδείκνυε), το συνολικό ποσό των 1.802.052,89 ευρώ β) όταν εμφανίζονταν στην τράπεζα πελάτες για την αγορά τίτλων, αφού ολοκλήρωνε τη σχετική διαδικασία και παρέδιδε στον πελάτη το σχετικό παραστατικό, αμέσως μετά την αναχώρηση του πελάτη από το κατάστημα, συνέτασσε και υπέγραφε, χωρίς την έγκριση ή εντολή του πελάτη, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του πελάτη, δικαιολογητικά αντιλογισμού (ακύρωσης της γενομένης συναλλαγής), τα οποία, αφού παρέδιδε στον αρμόδιο ταμία, εισέπραττε το ποσό του τίτλου είτε σε μετρητά είτε κατ' εντολή του αυτό καταθέτονταν λογιστικά σε λογαριασμούς που αυτός υποδείκνυε. Με τη δεύτερη αυτή μέθοδο προέβη σε αντιλογισμούς τίτλων 12 πελατών και εισέπραξε το συνολικό ποσό των 1.285.318,03 ευρώ, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναλύονται. Έτσι, το συνολικό ύψος του υπεξαιρεθέντος με τους παραπάνω τρόπους από τον κατηγορούμενο ποσού ανήλθε σε 3.087.370,92 ευρώ". Με τις παραδοχές του αυτές, το προμνημονευθέν Δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα σε βάρος Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή, με προξενηθείσα συνολική ζημία αυτής που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (ή το ισόποσο των 146.735,14 ευρώ), οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, ότι τέλεσε την παραπάνω αξιόποινη πράξη, καθώς και οι σκέψεις, με τις υπήγαγε τα υπό τούτο δεκτά γενόμενα και προεκτεθέντα περιστατικά στις προαναφερθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις, που εφάρμοσε, δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλαμβάνονται σε αυτή, για την πληρότητά της, και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση στοιχεία, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί η παραπάνω αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-7-2006 αίτηση του αναιρεσείοντος ...... για αναίρεση της 102/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ