Αριθμός 1759/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 1151/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ....., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 ΚΠΔ ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2 και 3, 83 και 42 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξ αιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως, είτε δια ειδικού πληρεξουσίου που έχει έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα. Η δι' ειδικού πληρεξουσίου παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, δεν αντίκειται προς τις, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974 και δεν φαλκιδεύει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 του ΚΠΔ, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά ένα τουλάχιστο μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και να ζητήσει από το δικαστήριο, που θα κρίνει κυριαρχικά και με αιτιολογημένη απόφασή του, κατά την διεξαγωγή της δίκης, να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να εξετασθούν και άλλοι μάρτυρες που δεν κλητεύθηκαν ή δεν εμφανίσθηκαν στη δίκη (άρθρο 352 και 353 ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ δ ΕΣΔΑ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, 1151/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας κατά την ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου διαδικασία και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας παρέστησαν οι ..... και ...... δικηγόροι Αθηνών και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση, 44 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που έχει υποστεί εξ αιτίας του εγκλήματος, ως πληρεξούσιοι της πολιτικώς ενάγουσας και μηνύτριας ...., δυνάμει της από 30-10-2006 εξουσιοδότησης, η οποία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με την οποία η τελευταία παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στους ως άνω δικηγόρους να δηλώσουν για λογαριασμό της ενώπιον του δικάσαντος ως άνω Δικαστηρίου, κατά την συγκεκριμένη δικάσιμο και μετά από κάθε αναβολή παράσταση πολιτικής αγωγής για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και την επιδίκαση σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης την οποία φέρεται ότι υπέστη εκ της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Κατά της εν λόγω παραστάσεως αντέλεξε ο κατηγορούμενος και το Δικαστήριο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε την σχετική ένσταση αυτού. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι απέρριψε σχετική ένστασή του και επέτρεψε την παράσταση στην ακροαματική διαδικασία των ως άνω δικηγόρων, ως πληρεξουσίων της πολιτικώς ενάγουσας και μηνύτριας ..... δυνάμει της ως άνω εξουσιοδότησης, διότι είναι νομικά επιτρεπτή και προσβάλλονται τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία θεμελιώνονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 362 και 363 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ. 2 Ν. 1738/1987 και μόνο Ν. 2243/1994, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του τύπου, που συντελείται με τη διανομή του σχετικού εντύπου, θα πρέπει να συντρέχει περίπτωση ισχυρισμού ή διάδοσης αναληθούς γεγονότος σε τρίτους. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην "εν γνώσει" του διαπράττοντος το αδίκημα, ότι τα όσα διαδίδει ή ισχυρίζεται εντύπως, είναι αναληθή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του παθόντος τρίτου. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η επιβαλλόμενη ένδικη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ερειδόμενος επί του άρθρου 367 του ΠΚ. Όμως ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, μπορεί να προταθεί, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρθρ. 361 παρ. 1 ΠΚ), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1151/2006 απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι, από τα σ'αυτή, κατά το είδος τους, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, όντας διευθυντής της εβδομαδιαίας εφημερίδας "....." και νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας της εν λόγω εφημερίδας εταιρείας με την επωνυμία "..........", διέδωσε στο ευρύ αναγνωστικό κοινό της ως άνω εφημερίδος που εκδίδεται στον Πειραιά και κυκλοφορεί στην ίδια πόλη, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, γεγονότα εν γνώσει του ψευδή, που αφορούσαν την εγκαλούσα ......, τραγουδίστρια και μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη αυτής. Συγκεκριμένα, στο υπ' αριθμ. 15 φύλλο της εβδομαδιαίας αυτής εφημερίδος, με ημερομηνία εκδόσεως 28-8-2003, δημοσίευσε άρθρο στις σελίδες 2 και 3 αυτής για την εγκαλούσα, καθώς και μεγάλη φωτογραφία αυτής στο εξώφυλλο. Η φωτογραφία αυτή συνοδευόταν από τους κατωτέρω υπέρτιτλους: "ΞΕΣΚΕΠΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ...... - ......., ΥΜΝΕΙ ΤΟ ΣΑΤΑΝΑ Η .....". Στη συνέχεια ακολουθεί κείμενο αγνώστου αρθρογράφου στις σελίδες 2-3 το οποίο διανθίζεται και από φωτογραφίες της και στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "σοκ και αποτροπιασμό προκαλεί η αποκάλυψη ότι η...... υμνεί απροκάλυπτα το σατανά... Η είδηση αυτή αναμένεται να συγκλονίσει την κοινή γνώμη και να προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων μεταξύ των καλλιτεχνικών και των εκκλησιαστικών κύκλων... Το επίμαχο τραγούδι είναι το "......"... Η ακρόαση του τραγουδιού πραγματικά σοκάρει. Το επίμαχο σημείο προκαλεί τρόμο και απέχθεια σε όσους το ακούν... Προς το τέλος του, η μουσική χαμηλώνει και διαφοροποιείται από την αρχική. Γίνεται πιο υποβλητική και "μυστηριακή". Ακούγεται ήχος παρόμοιος με αυτόν που παράγεται από το εκκλησιαστικό όργανο. Ο ακροατής μεταφέρεται νοερά σε μια εκκλησία... νομίζει ότι ακούει ψαλμούς από τη Θεία Λειτουργία, στην πραγματικότητα όμως ακούει τη μελωδία του σατανά... ακούγεται μια αλλόκοτη φωνή ανδρική που "ψάλλει" ακαταλαβίστικους στίχους... ακολουθούν τα δαιμονικά λόγια... ακούγεται δυο φορές η φράση "είμαι σατανισμένη, είμαι σατανισμένη"... Το τραγούδι αναφέρεται σε μαγείες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες... Το ανατριχιαστικό της υπόθεσης είναι ότι η φράση "είμαι σατανισμένη" ακούγεται πεντακάθαρα στο CD ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και όταν εφαρμόσεις την αντίστροφη αναπαραγωγή του... Το γεγονός αυτό γεννά πολλά ερωτηματικά σχετικά με την εμπλοκή της δημοφιλούς τραγουδίστριας σε κυκλώματα που προωθούν το σατανισμό... Η μουσική είναι ένα από τα πιο σύγχρονα μέσα επηρεασμού των μαζών... οι νέοι - οι οποίοι αποτελούν στην πλειοψηφία τους το κοινό της ..... - είναι ο πιο εύκολος στόχος σε τέτοιου είδους περιπτώσεις... Με ποιο τρόπο και γιατί η .... εμπλέκεται σ' αυτή τη σκοτεινή υπόθεση προώθησης του σατανά; Τα στοιχεία την "καίνε" και η ίδια οφείλει να δώσει άμεσα απαντήσεις...". Από το περιεχόμενο των αναγραφομένων στο δημοσίευμα αυτό προκύπτει ότι αναφέρουν - πληροφορούν το αναγνωστικό κοινό για την αιτούσα ότι είναι σατανίστρια ότι υμνεί το σατανά στο τραγούδι "......" στο ομώνυμο CD. Την θέλουν να εμπλέκεται σε κυκλώματα σατανισμού που προσηλυτίζουν νέους. Κάνουν λόγο για οργανωμένο σχέδιο προσηλυτισμού των νέων, μέσω των στίχων και της μουσικής των τραγουδιών της, στο οποίο μετέχει και ο μουσικοσυνθέτης ..... Όλα τα ανωτέρω αναγραφόμενα ήταν ικανά να προσβάλουν και προσέβαλαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης, που είναι γνωστή και καταξιωμένη τραγουδίστρια, ως ατόμου, ως καλλιτέχνιδας και ως χριστιανής. Είναι δε εξαιρετικά βαρειές οι αποδιδόμενες σ' αυτήν κατηγορίες σε εποχή μάλιστα που το θέμα του σατανισμού έχει κατ' επανάληψη συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία, λόγω των σοβαρών κινδύνων που εγκυμονεί για τα μέλη της και κυρίως τους νέους. Όλα τα αναφερόμενα στο ως άνω δημοσίευμα ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τα καταχώρησε εν γνώσει της αναληθείας των, αφού η εγκαλούσα ουδέποτε έχει υμνήσει το σατανά σε τραγούδι της, ούτε προώθησε τους νέους στο σατανισμό. Το συγκεκριμένο τραγούδι έχει στο τέλος του ένα δείγμα (sample) γοτθικού θρησκευτικού ύμνου και η φράση που ακούγεται είναι "in exelcis", δηλαδή "εν υψίστοις". Το ψευδές των γεγονότων, όπως και η πρόθεση του κατηγορουμένου και η γνώση αυτού, αλλά και η βλάβη της τιμής και υπολήψεως της πολιτικώς εναγούσης προκύπτουν σαφώς από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται ανωτέρω, με προεξάρχουσα την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, οικονομικού διευθυντού της εγκαλούσης, ο οποίος αποδίδει ευθέως την δημοσίευση του επίμαχου άρθρου στην πρόθεση του κατηγορουμένου, που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να κερδίσει χρήματα επωφελούμενος του ονόματος και της πολύ καλής εικόνας στην κοινωνία της ως άνω τραγουδίστριας, την οποία έπληξε με το επίμαχο ψευδές δημοσίευμα. Αναφέρει δε και πλέον, ως ενδεικτικό της γνώσεως και της δoλίας προαιρέσεως του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι, ενώ έχει εκδοθεί απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που δέχεται την αίτηση της εγκαλούσης και τον υποχρεώνει να προβεί σε δημοσίευση αυτής (αποφάσεως) στην ανωτέρω εφημερίδα και στην ίδια θέση με το επίμαχο συκοφαντικό δημοσίευμα, αυτός δεν έχει μέχρι σήμερα συμμορφωθεί προς τη συγκεκριμένη απόφαση. Πρόκειται ειδικότερα για την υπ' αριθμ. 1074/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση της πολιτικώς εναγούσης κατά της ιδιοκτήτριας της προειρημένης εφημερίδος και του εκδότου αυτής ....., ο οποίος ήταν κατηγορούμενος πρωτοδίκως για την ίδια πράξη και καταδικάσθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση στην ίδια ποινή. Αξιομνημόνευτες είναι επίσης οι από 6-9-2003, 11-9-2003 και 1-10-2003 απαντήσεις της εταιρείας παραγωγής και του συνθέτη του επίμαχου CD από τις οποίες προκύπτει ότι η φράση "in excelsis" που ακούγεται στο εν λόγω CD προέρχεται από το λατινικό κείμενο "Gloria in excelsis deo" που σημαίνει "Δόξα στον Ύψιστο Θεό". Τούτο άλλωστε ευχερώς θα μπορούσε να διαπιστώσει και ο κατηγορούμενος από την ακρόαση του CD και ερμηνεία του επίμαχου ως άνω όρου "in excelsis". Και βεβαίως το είχε διαπιστώσει και το γνώριζε, αλλά, παρά ταύτα, προέβη στην δημοσίευση του συκοφαντικού ως άνω δημοσιεύματος, βλάπτοντας την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα συκοφαντικής δυσφήμισης διά του τύπου και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 Ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης όπως γι'αυτήν τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ και άρθρων 4 παρ. 2 Ν. 1738/1987 και μόνου Ν. 2243/1994. Ειδικότερα δε εφόσον το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση, ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι "ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού του λειτουργήματος προς ενημέρωση του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας, επιδεικνύουσας επί του θέματος ιδιαίτερο ενδιαφέρον", αφού δεν συνέτρεχε, κατά τα προεκτεθέντα, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. α του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα, όσον αφορά την απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με τον προβληθέντα στο ακροατήριο αυτοτελή, επί του άρθρου 367 ΠΚ στηριζόμενου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφαση του, διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει, ακόμα και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, επέβαλε στον αναιρεσείοντα στερητική της ελευθερίας ποινή δεκαπέντε (15) μηνών και ακολούθως, προέβη στη μετατροπή της σε χρηματική, διέλαβε δε σ'αυτή την εξής σχετική αιτιολογία: Επειδή η ως άνω ποινή υπερβαίνει μεν το ένα έτος, όχι όμως και τα δύο έτη, πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική ποινή (άρθρο 82 ΠΚ, όπως ισχύει τώρα. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι του κατηγορουμένου, που κηρύχθηκε ένοχος, πρέπει κάθε ημέρα να υπολογιστεί προς 4,40 ΕΥΡΩ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική διότι, δεν αναφέρει τα στοιχεία εκείνα που, επειδή συντρέχουν, αποκλείουν την αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Έτσι, όμως, υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Θ΄ του ΚΠΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο της αιτήσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση δηλαδή μόνο ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε και της μετατροπής αυτής σε χρηματική ποινή και η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος της, για νέα εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την έχουν εκδώσει (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς τη διάταξη για τη μη αναστολή της εκτέλεσής της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, την με αριθμό 1151/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ