Αριθμός 1034/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, περί αναιρέσεως της 1574α, 1833α και 1834/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή και 2) Ψ2 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 3 Ιανουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1722/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω κακουργηματική μορφή του, απαιτείται: αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι οποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, με την έννοια ότι, όταν ο κίνδυνος είναι διαρκής, η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού επίκειται ανά πάσα στιγμή, αν ο εξαναγκαζόμενος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής ή στις περιπτώσεις του εδαφ. β΄, η πράξη δεν τελείται κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια), πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ. γ' του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και, επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Τέλος, κατά το άρθρο 216 παρ. 2 του ΠΚ, με την ποινή εκείνου που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται όποιος, για τον ίδιο σκοπό, εν γνώσει κάνει χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. α΄ του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 7α του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν γίνεται από τρίτον, δηλαδή όχι από το δράστη της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου ή της νοθεύσεως του γνήσιου εγγράφου, συνιστά αυτοτελές έγκλημα και ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται, αντικειμενικώς, να καταστήσει ο δράστης προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις μεταφέρει το έγγραφο στον κύκλο της κυριαρχίας του τρίτου και να του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, να έχει ο δράστης πλήρη - εντελή γνώση (επίγνωση), ότι το χρησιμοποιούμενο από αυτόν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο και, περαιτέρω, να επιδιώκει να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενώ, για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης στην παρ. 3 εδ. α' του ως άνω άρθρου βαρύτερης μορφής της πράξης, που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαίτιου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή (κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου), να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η επιδιωκόμενη περιουσιακή βλάβη, αρκούντος ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της χρήσεως του πλαστού εγγράφου καταστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με τη χρήση του πλαστού εγγράφου οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της χρήσεως του πλαστού εγγράφου ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Το ότι δεν απαιτείται το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη να είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πλαστό έγγραφο, είναι έκδηλο, όταν η χρήση του πλαστού εγγράφου δεν γίνεται εναντίον του φερόμενου ως εκδότη αυτού επί καταρτίσεως πλαστού εγγράφου ή του πραγματικού εκδότη αυτού επί νοθεύσεως (στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτονόητο, ότι το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη συνδέονται αμέσως με το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο), αλλ' εναντίον του τρίτου, τον οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο δράστης, ως προς τη γνησιότητά τους, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος δια βλάβης του τρίτου ή να βλάψει τον τρίτο, οπότε το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη είναι δυνατό να μη συνδέονται άμεσα με το περιεχόμενο του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, αλλά έμμεσα, όπως στην περίπτωση που ο δράστης της πλαστογραφίας επιδιώκει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον δια βλάβης του τρίτου περιουσιακόν όφελος υπέρτερο του ποσού που εμφανίζεται στο εν λόγω έγγραφο ή να επιφέρει στον τρίτο ζημία μεγαλύτερη του ποσού αυτού. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία με οποιαδήποτε μορφή της ή διαβάθμισή της είναι έγκλημα σκοπού (σκοπούμενου αποτελέσματος) και προσβάλλεται με αυτήν, στην κακουργηματική μορφή της, το έννομο αγαθό της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών κυρίως και όχι της περιουσίας και ότι η αντικειμενική της υπόσταση στην περίπτωση αυτή (κακουργηματική μορφή της) διαπλάσσεται ενόψει της διακινδυνεύσεως (απειλής) βλάβης της περιουσίας με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και όχι της επελεύσεως αυτής. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νόθευσης ή της χρήσεως του πλαστού εγγράφου από τρίτον να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη η εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, καθώς και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις ένορκες και ανώμοτες των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, έγγραφα που αναγνώστηκαν και απολογία του κατηγορουμένου), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: "Α) Ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος, εκδότης και διευθυντής των εφημερίδων "....." και ".....", ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του έτους 1980, επιδίωξε και πέτυχε σύναψη σχέσεων με μέλη της οικογένειας των Ψ1 και ειδικότερα, ένα εκ των θείων και τον πατέρα του πολιτικώς ενάγοντοςΨ1 του ....., εφοπλιστή. Ο ίδιος κατηγορούμενος, περί τα μέσα της ίδιας δεκαετίας, μέσω τρίτων προσώπων, προσπάθησε επανειλημμένα να έλθει σε επαφή με τον τότε αρχηγό της οικογενείας Ψ2 , τον μεγαλοεπιχειρηματία, ...... Τόσο από τη σύναψη σχέσεων με τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας των Ψ1 , όσο και από τις προσπάθειες επαφής με τον ....., ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος επιδίωκε να αποκομίσει παράνομα οφέλη. Ειδικότερα, ο ως άνω κατηγορούμενος, πλευρίζοντας τα μέλη της οικογενείας των Ψ1, άφηνε να διαφαίνεται κατά τις μεταξύ τους συζητήσεις, ότι είχε διασυνδέσεις με την τρομοκρατική οργάνωση "17 Νοέμβρη", οι οποίες παρείχαν εις αυτόν τη δυνατότητα να επιτυγχάνει την "αποστοχοποίηση" έναντι αδράς αμοιβής διακεκριμένων μελών της Ελληνικής Κοινωνίας, όπως ήταν οι Ψ1 , διατεινόμενος, ότι μπορούσε να επιτύχει με παρέμβασή του τη διαγραφή των προαναφερομένων φυσικών προσώπων από τους καταλόγους προγραφών που είχαν συνταχθεί από την παραπάνω εγκληματική οργάνωση, έναντι υψηλού οικονομικού ανταλλάγματος, η καταβολή του οποίου από τον από την πατρική γραμμή Θείο του πολιτικώς ενάγοντος, δεν εμπόδισε την δολοφονία του τελευταίου αυτού από την προαναφερόμενη εγκληματική οργάνωση κατά το έτος 1985. Ο ίδιος ο ανωτέρω κατηγορούμενος, εξακολούθησε και κατά τα επόμενα χρόνια, να προσκολλάται στην οικογένεια των Ψ1, από τους οποίους αποσπούσε διάφορα χρηματικά ποσά με διάφορες προφάσεις, όπως ανάγκη χρηματοδότησής του για τη συνέχιση της έκδοσης των εφημερίδων του, ιδίως εις ότι αφορούσε τις οφειλές του προς το ΙΚΑ και την αγορά δημοσιογραφικού χάρτου, στην πραγματικότητα όμως για να μη δημοσιευθούν βιβλία βλαπτικά της τιμής και της υπόληψης μελών της οικογένειας των Ψ1 και ιδιαίτερα, της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ3 , αλλά και του γενάρχου της οικογένειας των Ψ1 , και ιδρυτή της χαλυβουργικής ΑΕΒΕ, ενώ συστηματικά, βυσσοδομούσε, αρθρογραφώντας στις από αυτόν εκδιδόμενες ως άνω εφημερίδες εις βάρος τηςΨ3 , εις αυτήν δε τη ζοφερή κατάσταση, είχαν περιέλθει οι σχέσεις της οικογενείας των Ψ1 με τον κατηγορούμενο, μέχρι της 28/06/2002.- Β) Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος, επεσκέφθη τον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα, στο γραφείο του, που ευρίσκεται στην Αθήνα, όπου εμφανίσθηκε χλωμός και αδύναμος και προσποιούμενος ότι ευρίσκεται σε κατάσταση ασυνήθους ταραχής συνομίλησε με αυτόν, στον οποίο παρουσιάσθηκε ως μεταφέρων απειλητικό μήνυμα κάποιων τρίτων κατά το περιεχόμενο του οποίου κινδύνευε δήθεν η ζωή της συζύγου του Ψ3 και των παιδιών τους από την "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", αφήνοντας να εννοηθεί, ότι γνωρίζοντας, πολλά πράγματα, θα μπορούσε να τον βοηθήσει, με κάποια οικονομική ενίσχυση προς τούτο παρεχόμενη από το Ψ1 σ' αυτόν, δηλαδή στον κατηγορούμενο, για αγορά τυπογραφικού χαρτιού, αξίας 65.000.000 δραχμών (190.755 ευρώ), όπως είχε γίνει και στο πρόσφατο παρελθόν για την αντιμετώπιση των προς το ΙΚΑ οφειλών του κατηγορουμένου. Είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, πριν από πολλά χρόνια, επισείοντας τον κίνδυνο τις "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", είχε κατορθώσει να αποσπάσει σημαντικά χρηματικά ποσά από τον δολοφονηθέντα από την Οργάνωση αυτή θείο του Ψ1 , ......, προσπαθώντας να εκμεταλλευθεί και τη δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση των μελών της οικογένειας των Ψ1 , καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη εξαρθρωθεί η προαναφερόμενη τρομοκρατική οργάνωση, της οποίας η μέχρι τότε εγκληματική δραστηριότητα αποτελούσε όχι μόνο επαπειλούμενο αλλά και ανά πάσα στιγμή δυνάμενο να πραγματοποιηθεί κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή πολλών μελών διακεκριμένων της ελληνικής κοινωνίας, συνήθως πλουσίων, επιχείρησε να εκβιάσει τον Ψ1 , επισείοντας εις αυτόν τον κίνδυνο ζωής τον οποίο διέτρεχαν τα παιδιά και η σύζυγος του, υπαινισσόμενος ότι η σχετική πληροφορία είχε περιέλθει εις αυτόν λόγω της ιδιότητας και της δραστηριότητάς του ως δημοσιογράφου, διευθυντή και εκδότη των προαναφερόμενων εφημερίδων, ενασχολούμενο κατ' εκείνη την εποχή και με το δημόσιο βίο της συζύγου του παθόντος ως Προέδρου του Οργανισμού 2004 [...] η οποία, ως εκ των καθηκόντων τα οποία είχε αναλάβει κατ' εκείνη την εποχή, είχε καταστεί πρόσωπο της ημέρας, τοποθετούμενη στο επίκεντρο της δημοσιότητας, με αυτόθροη συνέπεια την αύξηση των κινδύνων τους οποίους διέτρεχε, ως δυνάμενη να αποτελεί "στόχο" τρομοκρατικού κτυπήματος, ο δε ως άνω κατηγορούμενος, με τις προαναφερόμενες ιδιότητές του, ηδύνατο να συμβάλει στην "αποστοχοποίηση" των ανωτέρω φυσικών προσώπων/μελών της οικογένειας του Ψ1 , με τη χρηματοδότηση από τον τελευταίο, προδήλως φοβηθέντα για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή της ως άνω μελών της οικογένειάς του, ως εκ των κινδύνων τους οποίους συνεπήγετο η στοχοποίηση των τελευταίων αυτών και συνακολούθως, δυνάμενο να ενδώσει στις αξιώσεις οικονομικής ενίσχυσης του κατηγορουμένου, προκειμένου με ενέργειές του να αποτραπεί ο ως άνω κίνδυνος. Ανεξαρτήτως, του εάν και κατά πόσον η προαναφερόμενη πληροφορία ανταπεκρίνετο στην αλήθεια κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία, και ανεξάρτητα από το εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε ή είχε στην πραγματικότητα διασυνδέσεις με την "17 Νοέμβρη" μέχρι και αυτή την ίδια ημερομηνία ή και μεταγενέστερα, ως και ότι, μέσω αυτών, ηδύνατο να επηρεάσει τα μέλη της οργάνωσης αυτής, προκειμένου να αποστοχοποιηθούν η σύζυγος και τα παιδιά της οικογένειας του Ψ1 , εν όψει του ότι είχε διαρρεύσει μακρό χρονικό διάστημα από την δολοφονία του ...... μέχρι της προαναφερόμενης ημερομηνίας (1985 - 18/06/2002), η εγκληματική δραστηριότητα δε της "17 Νοέμβρη" παρουσίαζε, καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. εξάρσεις, οι δε υπάρχουσες πληροφορίες περί αυτής, ήσαν συγκεχυμένες και ασαφείς, τίποτε δεν απέκλειε τη δυνατότητα δημιουργίας διασυνδέσεων μεταξύ του κατηγορουμένου και της "17 Νοέμβρη", ούτε την εξ αυτού του λόγου δυνατότητα συμβολής αυτού στην αποστοχοποίηση των μελών της οικογένειας του Ψ1 , και, επομένως, η μεταξύ του τελευταίου αυτού και του κατηγορουμένου συνομιλία της 28/06/2002, έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο, παρά την εξαιρετικά επιτηδευμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, επιμελέστατα αποφυγόντος να ζητήσει την άμεση ικανοποίηση των παρανόμων αξιώσεών του, τις οποίες με αριστοτεχνικό τρόπο συνεκάλυψε εμφανίζων ως αιτήματα ενίσχυσης οικονομικής για την συνέχιση της έκδοσης των εφημερίδων του, συνιστά αρχή εκτελέσεως δηλαδή απόπειρα, διαπράξεως του εις βαθμόν κακουργήματος προβλεπομένου και τιμωρουμένου εγκλήματος της εκβίασης σύμφωνα με το άρθρο 385 § 1 στοιχ. (α΄) περίπτ. 2η του Π.Κ. Η δε ως άνω απόπειρα, εγκλείουσα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη συγκρότησή της, δηλαδή, πρόθεση του κατηγορουμένου ως δράστη και απειλή κινδύνου σώματος και/ή ζωής των προαναφερομένων οικείων του παθόντος για να εξαναγκασθεί το παθητικό υποκείμενο της εκβίασης, δηλ. ο παθών πολιτικώς ενάγων να ενδώσει στις στερούμενες νομιμότητας οικονομικές αξιώσεις του ενεργητικού υποκειμένου της ίδιας αυτής αξιόποινης πράξης της εκβίασης, δηλαδή του κατηγορουμένου δράστη αυτής ανεξαρτήτως του ότι ο εκβιαζόμενος δεν ενέδωσε στις απειλές και στην προσφερόμενη προστασία από αυτές, του προαναφερόμενου εκβιαστή, συνιστά έναντι της εκβίασης κόλουρο έγκλημα προβλεπόμενο και τιμωρούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 385 § 1 στοιχ. (α) περιπτ. δεύτερη, 42 § 1 και 83 του ισχύοντος Π.Κ. αυτοτελώς (Αρ.Π. 1553/2001, ΠοινΔικ 2002, 1731/1999, Ποιν.Χρ. Ν΄ 797, Α.Π. 1608/2001, ΠοινΔικ 2002, 227, κ.α.).- Γ) Μετά από την προαναφερόμενη συνομιλία του κατηγορουμένου με τον πολιτικώς ενάγοντα κατά την 28/06/2002, τις αμέσως επόμενες ημέρες, από τυχαίο περιστατικό, οι αστυνομικές και διωκτικές αρχές και υπηρεσίες της χώρας μας πέτυχαν την σύλληψη μέλους της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", η οποία και απετέλεσε την αφετηρία πολλών ερευνών και συλλήψεων προς αποκάλυψη κρησφυγέτων, κατάσχεση οπλισμού και σύλληψη προσώπων μελών της οργάνωσης αυτής, κλιμάκιο της οποίας και αποδιαρθρώθηκε. Στο ενδιάμεσο, όμως, χρονικό διάστημα, που εκτείνεται, από τις 29/06/2002 και φθάνει στα τέλη του μηνός Ιουλίου του ίδιου έτους, ο κατηγορούμενος, συνεχίζοντας την προσπάθεια πειθαναγκασμού του Ψ1 προς παροχή εις αυτόν οικονομικών ανταλλαγμάτων/ενισχύσεων, προς χρηματοδότηση των προσπαθειών αυτού προς "αποστοχοποίηση της συζύγου και των παιδιών του εκβιασθέντος ως άνω παθόντος από την προαναφερόμενη εγκληματική οργάνωση, απέστειλε στον τελευταίον αυτόν, εντός φακέλου, φωτοτυπία σημειώματος, έχουσα περιέλθει στην κατοχή του από πολλών ετών, το οποίο σε φωτοτυπία σημείωμα έφερε το σήμα του Ομίλου των επιχειρήσεων Ψ2 , με την υπογραφή "....." και κατά το περιεχόμενο του οποίου εφέρετο, ότι ο ......., μεταξύ άλλων καταβολών σε τρίτους, είχε καταβάλει 8.500.00 δραχμές (24.944,97 ευρώ) στην ως άνω τρομοκρατική οργάνωση της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", προκειμένου να τεθεί εκτός των καταλόγων των προγραφών που είχαν συναχθεί από αυτήν "αποστοχοποιούμενο". Με τη χρησιμοποίηση δε του ως άνω φωτοτυπικού σημειώματος, το οποίο είναι καθ' ολοκληρία πλαστό, ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, υπερβαίνον το ποσό των 25.000.000 δρχ., αφού με την παραλαβή και ανάγνωσή του ο Ψ1 θα επείθετο ότι και άλλα διακεκριμένα μέλη της ελληνικής κοινωνίας έχουν ενδώσει για την αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη αιτία στις παράνομες αξιώσεις της "17 Νοέμβρη" και επομένως, πειθαναγκαζόμενος, θα ενέδιδε στις εκβιαστικού χαρακτήρα απαιτήσεις του κατηγορουμένου και θα κατέβαλλε εις αυτόν το προαναφερόμενο ποσό των 65.000.000 δρχ., με αντίστοιχη βλάβη του ως άνω παθόντος. Είναι αλήθεια, ότι, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προκύπτει, ότι πλαστογράφος του ως άνω καθολοκληρία πλαστού εγγράφου, είναι ο κατηγορούμενος. Όμως, το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα, πριν από πολλά χρόνια, είχαν περιέλθει σε φωτοτυπίες ως προϊόντα υποκλοπών, από τα προσωπικά γραφεία/αρχεία του ....., όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος επανειλημμένα έχει ομολογήσει, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος επανειλημμένα έχει δηλώσει και δηλώνει ότι έχει εξειδικευμένες γνώσεις γραφολόγου, είναι δε προφανές ότι μεταξύ των κατεχομένων από αυτόν εγγράφων, που προέρχονται από τα προσωπικά αρχεία του ..... στα προσωπικά γραφεία αυτού, τόσον στην Αθήνα, όσο και στη JEDDA Σαουδικής Αραβίας περιλαμβάνονται και γνήσια έγγραφα του ....., με απλή παραβολή των οποίων προς το ανωτέρω έγγραφο προκύπτει η πλαστότητα του τελευταίου, την οποία ηδύνατο να διαπιστώσει και διαπίστωσε ο ως, άνω κατηγορούμενος, ο οποίος, για να καταλύσει την από το προαναφερόμενο αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου εις βαθμό κακουργήματος, ποινική ευθύνη αυτού, διατείνεται ότι το έγγραφο αυτό απεστάλη στον Ψ1 , κατόπιν αιτήματος του τελευταίου προς αυτόν, για να συγκριθεί με άλλο πανομοιότυπο φωτοτυπικό επίσης έγγραφο που ευρίσκετο στην κατοχή του τελευταίου από πολλών ετών. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του κατηγορουμένου δεν προσεπιβεβαιώθηκε από τον ως άνω πολιτικώς ενάγοντα, ούτε κατά την εις τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εξέτασή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ούτε κατά την εις τον δεύτερο βαθμό εξέτασή του στο ακροατήριο του παρόντος κατ' έφεση δικάζοντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ως εκ τούτου παραμένει αναπόδεικτος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ουσιαστικά, ενώ, κατά θεμιτή της κατηγορίας μεταβολή, ο ως άνω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος χρήσεως πλαστού εγγράφου, σε βαθμό κακουργήματος κατ'άρθρο 216 § § 2 και 3 του ισχύοντος Π.Κ.- Δ) Κατά τα λοιπά και εις ότι αφορά το από τον ίδιο ως άνω κατηγορούμενο διαπραχθέν αδίκημα της απόπειρας εκβίασης στην Αθήνα, κατά την 28/06/2002, εις βάρος του Ψ1 , προκύπτουν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί υπό το στοιχείο (Β) της παρούσας αιτιολογίας, η ως άνω απόπειρα εκβίασης είναι πεπερασμένη, αφού ο κατηγορούμενος δράστης αυτής, επραγμάτωσε και επεράτωσε την αλυσίδα των εξωτερικών πράξεων που περιγράφονται ως αποδεδειγμένες και κρίνονται, ότι συνιστούν αρχή εκτελέσεως του (πλήρους) εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης, το επιδιωκόμενο όμως εγκληματικό αποτέλεσμα δεν επήλθε εκ λόγων μη οφειλομένων, ούτε στη φύση των απειλουμένων κινδύνων, ούτε στην βούληση του δράστη της απόπειρας αυτής, αλλά εκ λόγων οφειλομένων στην βούληση του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος, για όσους λόγους έχουν ήδη αναπτυχθεί εφοβήθη από τις κατά των μελών της οικογενείας του εκτοξευθείσες απειλές πραγμάτωσης κινδύνων ζωής και, ή σωματικής ακεραιότητας αυτών πλην, όμως, δεν κατελήφθη από πανικό, ούτε έσπευσε να ενδώσει προς άμεση ικανοποίηση των παρανόμων οικονομικών αξιώσεων του ως άνω δράστη της εις βάρος αυτού διαπραχθείσης απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης, αλλά, προέκρινε την προσφυγή του στον τότε Πρωθυπουργό της Χώρας, δικαιολογημένη από το είδος και τις δυνατότητες πραγμάτωσης των απειλουμένων κινδύνων, καθώς και από την ανάγκη λήψεως ειδικών μέτρων, όχι μόνο προστασίας των μελών της οικογενείας του, αλλά και προλήψεως, προς διασφάλιση της χωρίς τρομοκρατικά κτυπήματα προετοιμασίας διεξαγωγής και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004 στην Αθήνα. Πρέπει, στο σημείο αυτό να επισημανθεί, ότι μόνη η σύλληψη ορισμένων από τα μέλη της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ" και η ανακάλυψη ορισμένων κρησφυγέτων της οργάνωσης αυτής, μη εγγυώμενες την ολοσχερή εξάρθρωσή της, ούτε τη δυνατότητα πραγμάτωσης των απειλουμένων κινδύνων εκμηδενίζουν απόλυτα, ούτε οδηγούν στην χωρίς τίποτε άλλο, άρση του φόβου του παθόντος για την επέλευση των απειλουμένων κινδύνων ζωής και σωματικής ακεραιότητας των μελών της οικογενείας αυτού, από τη δραστηριότητα της οργάνωσης αυτής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, κλιμάκιο της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", εξαρθρώθηκε, χωρίς να είναι βέβαιη, η ολοκληρωτική διάλυση αυτής στο σύνολό της. Επομένως, δεν παρέχεται πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43 § 1 του ισχύοντος Ποιν.Κ., ούτε του άρθρου 44 § § 1,2 του ίδιου Κώδικα, αφού, ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος και μετά τις πρώτες συλλήψεις μελών της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ" εξηκολούθησε την προσπάθειά του προς πειθαναγκασμό του παθόντος προς ικανοποίηση των ως άνω στερουμένων νομιμότητας αξιώσεών του, χρησιμοποιώντας προς τούτο το υπό στοιχείο (Γ) της παρούσας αναφερόμενο πλαστό έγγραφο. Η μετά δε την αποστολή του ως άνω εγγράφου στον παθόντα, διακοπή της μεταξύ αυτών επικοινωνίας, υπαγορευόμενη από πλευράς μεν του παθόντος εκ λόγων αποφυγής δημοσιοποίησης γνωστοποίησης των όσων διημείφθησαν με τον Πρωθυπουργό της Χώρας και των επιληφθεισών της περίπτωσης δικαστικών και αστυνομικών αρχών, από την πλευρά δε, του κατηγορουμένου/δράστη της ως άνω απόπειρας εκβίασης, από την αλλαγή των συνθηκών και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας σε συσχετισμό με τις εξελίξεις του κοινωνικού/πολιτικού γίγνεσθαι μετά την εξάρθρωση κλιμακίου της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", δεν αποτελεί υπαναχώρηση ή παρεμπόδιση της επέλευσής του από τον κατηγορούμενο σχεδιασθέντος και μη επελθόντος από τα προαναφερόμενα εξωτερικά εμπόδια και χωρίς την αυτοπροαίρετη βούληση του ως άνω κατηγορουμένου, εγκληματικού αποτελέσματος, ενώ, η από τον τελευταίο αυτόν, αποστολή στην οικογένεια Ψ1 ευμεγέθους ιχθύος προς κατανάλωση συνοδευόμενου με ιδιόχειρο σημείωμά του γραμμένο με κόκκινη μελάνη, συνιστά απλή προσπάθεια επανάληψης της διακοπείσης επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τον παθόντα, ο οποίος, παραμονές Χριστουγέννων του έτους 2002, απέστειλε στον κατηγορούμενο ποσό 6.000.000 δρχ. (=17.608,22 ευρώ) για έξοδα ανέγερσης Μουσείου στην Αίγινα, φερομένου ως αποτελούντος ιδιοκτησία ιδρύματος ανήκοντος στον κατηγορούμενο, έχοντος υποσχεθεί παλαιότερα, δηλαδή πριν από τα γεγονότα των τελευταίων ετών, ότι μία από τις αίθουσες/πτέρυγες του Μουσείου αυτού θα έφερε το όνομα μέλος της οικογενείας των Ψ1 , δεν συνιστούν τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από εκδηλώσεις κοινωνικής αβροφροσύνης οι οποίες δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν λόγους, είτε απαλλαγής του κατηγορουμένου από την βαρύνουσα αυτόν κατηγορία της διαπραχθείσης εις βάρος του Ψ1 απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, είτε λόγους μειώσεως της επιβληθησόμενης εις αυτόν ποινής ως ένοχο της προαναφερόμενης ποινικά αξιολόγησης αδικοπραγίας, κατ' άρθρο 44 § § 1,2 του ισχύοντος Ποιν.Κ. Επομένως, οι από τον ως άνω κατηγορούμενο προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί προς απαλλαγή αυτού από την προαναφερόμενη κατηγορία, άλλως, προς μείωση της εις αυτόν επιβληθησόμενης ποινής κατά το ήμισυ της από το άρθρο 83 του ίδιου Ποιν.Κ. προβλεπομένης, αβάσιμοι ελεγχόμενοι, απορρίπτονται. Και συνακολούθως, πρέπει ο ως άνω κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της διαληφθείσης αξιόποινης πράξης ως εις το διατακτικό. Ε) Περαιτέρω, όπως έχει ήδη επισημανθεί υπό τα στοιχεία (Α) και (Γ) της παρούσας αιτιολογίας, στην κατοχή του κατηγορουμένου, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980, είχαν περιέλθει σε φωτοτυπίες διάφορα έγγραφα, τα οποία γνώριζε ότι ήσαν προϊόντα υποκλοπών, διενεργηθεισών, με φωτοτύπηση/ φωτογράφηση εγγράφων ανηκόντων στα προσωπικά αρχεία του ......, τα οποία διατηρούσε ο τελευταίος αυτός στα προσωπικά γραφεία αυτού, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην JEDDA στην Σαουδική Αραβία, ως και ότι οι άγνωστης έκτασης υποκλοπές είχαν γίνει από τότε έμπιστους και μετέπειτα αποπεμφθέντες συνεργάτες του ως άνω μεγαλοεπιχειρηματία. Την ως άνω κατάσταση αποφάσισε να εκμεταλλευθεί για ιδικό του προσωπικό και παράνομο όφελος ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος δημοσιογράφος, εκδότης και διευθυντής των προαναφερομένων εφημερίδων, με την προσφιλή εις αυτόν μέθοδο των εκβιασμών, με τους οποίους, απειλώντας με δημοσίευση στοιχείων αφορώντων στο βίο και την πολιτεία του ......και των μελών της οικογενείας του και δυναμένων, να προκαλέσουν βλάβη των επαγγελματικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και συμφερόντων αυτών, τόσο στην ημεδαπή, όσο και στην αλλοδαπή, προσπαθούσε να αποσπάσει από αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά, επιδιώκοντας την περιέλευση αυτού σε κατάσταση τρόμου και ανησυχίας με συνακόλουθη συνέπεια τον πειθαναγκασμό του προς πληρωμή διαφόρων χρηματικών ποσών, εμμέσως προσδιοριζομένων όχι μικρότερων από 25.000.000 έως 20.000.000 δρχ. (73.367,57 έως 58.694,06 ευρώ). Προς τούτο, ο ίδιος αυτός κατηγορούμενος, άρχισε να διαμηνύει, μέσω τρίτων προσώπων συνεργατών του, σε ανθρώπους του αμέσου επιχειρηματικού περιβάλλοντος του ως άνω μεγαλοεπιχειρηματία, και της εμπιστοσύνης του τελευταίου, ότι είχε στα χέρια του διάφορα έγγραφα ποικίλλου περιεχομένου, δηλωτικά του ποιού αυτού και των μελών της οικογενείας του, των οποίων η δημοσίευση θα αμαύρωνε τη φήμη, την αίγλη και το κύρος των ανωτέρω φυσικών προσώπων όχι μόνο από ηθικοκοινωνική άποψη, αλλά και από επαγγελματική και επιχειρηματική πλευρά, εις ότι αφορά στην ακεραιότητα, την εντιμότητα και την φερεγγυότητα αυτών ως υψηλής πιστότητας δημιουργού και ηγητόρων επιχειρηματικών μονάδων και δραστηριοτήτων, οι οποίες ήσαν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, διευθυνόμενες και ενασκούμενες από τα προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα. Περαιτέρω, τα προαναφερόμενα παρένθετα πρόσωπα - διακομιστές των μηνυμάτων του κατηγορουμένου προς τα στελέχη των επιχειρήσεων του Ομίλου Ψ2 , διεβεβαίωναν τα τελευταία, αφενός για την ύπαρξη των προαναφερομένων αποκαλυπτικού χαρακτήρα στοιχείων, τα οποία κατείχε ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος, και αφετέρου, ότι ο τελευταίος αυτός, επροτίθετο να μη δημοσιεύσει αυτά, έναντι κάποιας αμοιβής 25.000.000 δρχ., με το επιχείρημα, ότι και άλλα διακεκριμένα μέλη της ελληνικής κοινωνίας, συνήθως επιτυχημένοι και μεγάλης εμβέλειας επιχειρηματίες, κατέβαλλαν ποσά ύψους 20.000.000 δρχ., αφενός για να παύσουν να αποτελούν στόχους της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ" και αφετέρου, για να αποφεύγουν την δημοσιοποίηση, μέσω δημοσιεύσεως εις τον τύπο, ποικίλλου περιεχομένου πληροφοριών, δυναμένων να επιδρούν δυσμενώς στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης και να δημιουργούν εχθρικά συναισθήματα στο περιβάλλον όπου ζουν οι ίδιοι και λειτουργούν αναπτυσσόμενες οι επιχειρηματικές μονάδες και δραστηριότητες αυτών, και ότι, ανεμένετο από τον κατηγορούμενο, να καταβάλει ο ..... προς αυτόν τουλάχιστον 25.000.000 δρχ., ως και ότι τούτο έπρεπε να περιέλθει στην γνώση του τελευταίου αυτού, ενδιαφερομένου για την από κάθε άποψη απρόσκοπτη και αταλάντευτη λειτουργία των επιχειρήσεών του. Τα ανωτέρω, εμφανώς εκβιαστικού χαρακτήρα μηνύματα του κατηγορουμένου, μετεφέρθησαν στον παραλήπτη αυτών ..... από τα στελέχη των επιχειρήσεών του στην Ελλάδα, και ο τελευταίος αυτός, δηλαδή, ο ...., μη δυνάμενος ως εκ του τρόπου με τον οποίο έγιναν οι υποκλοπές, ούτε την έκταση ούτε την ποιότητα των υποκλαπέντων εγγράφων, ούτε το είδος και την σημασία των υποκλαπεισών με την φωτοτύπηση/φωτογράφηση αυτών πληροφοριών, να αντιληφθεί, εύλογο ήταν να περιέλθει σε κατάσταση τρόμου και ανησυχίας, αφού δεν μπορούσε να προβεί εις μία, έστω, αδρομερή, προεκτίμηση των συνεπειών και των επιπτώσεων, που θα είχε στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, η δημοσίευση του αγνώστου περιεχομένου μεν, επιληψίμου όμως και απαξιωτικού, κατά τεκμήριο, γιαυτόν και για τα μέλη της οικογενείας του, υλικού. Παρόλα αυτά, κατόρθωσε ο .....να μη υποκύψει στους προαναφερόμενους εκβιασμούς, επιστρατεύοντας προς τούτο αποθέματα ψυχικού σθένους. Η αποτυχία των ανωτέρω εκβιασμών, οι οποίοι παρέμειναν στο στάδιο της απόπειρας, λόγω της στάσης την οποία ετήρησε ο ..., και ήταν αρνητική, δεν απογοήτευσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος, χρησιμοποιώντας την εφημερίδα του προανήγγειλε την έκδοση και κυκλοφορία βιβλίου του "τύπου" "...", με τον τίτλο "......", προκειμένου, πιέζοντας αυτόν λόγω απειλών αποκάλυψης επιχειρηματικών μυστικών του, να επιτύχει την κάμψη της θελήσεώς του και να τον πειθαναγκάσει να ενδώσει στην ικανοποίηση των παρανόμων οικονομικών αξιώσεων τις οποίες επιμελώς μετεμφίεζε, εμφανίζοντας αυτές ως προσκλήσεις προς συζήτηση, είτε μεταξύ τους, είτε με παρένθετα πρόσωπα, κοινούς φίλους και των δύο.- Οι με το ανωτέρω περιεχόμενο, δια του τύπου γενόμενες, εκβιαστικού, κατά τα προεκτεθέντα, χαρακτήρα αγγελίες, αποτελούν συνέχεια των προεκτεθέντων μέσω τρίτων προσώπων μεταφερθέντων σε εν ενεργεία στελέχη των επιχειρήσεων του Ομίλου Ψ2 για να διαβιβασθούν στον ....., προφορικών μηνυμάτων, και οι σχετικές αναγγελίες έλαβαν χώρα κατά την 01/03/1989, την 05/03/1989 και την 12/04/1989. Και ναι μεν, οι προαναφερόμενες ως κατ' εξακολούθηση γενόμενες απόπειρες κακουργηματικής εκβίασης έχουν υποπέσει στην από το άρθρο 111 §§§ 1, 2, 6 ΠοινΚ προβλεπόμενη παραγραφή, συνιστούν όμως γεγονότα αποδεικτικά της επανειλημμένης τέλεσης του ίδιου ως άνω εγκλήματος και του με την πραγμάτωση αυτής επιδιωκομένου/σκοπουμένου πορισμού εισοδήματος, λαμβανόμενα υπόψη, τόσο για τον χαρακτηρισμό των ομοίου περιεχομένου επιμέρους αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης κατ' εξακολούθηση, ως κατ' επάγγελμα τελεσθεισών, όσο και για τον χαρακτηρισμό των ίδιων αυτών μερικοτέρων αξιοποίνων πράξεων που ετελέσθησαν κατ' εξακολύθηση από τον ίδιο κατηγορούμενο κατά του ιδίου παθόντος ως κατά συνήθεια διαπραχθεισών αφού από την επανειλημμένη διάπραξη αυτών κατά τις ημερομηνίες της 10/08/1989, 4/11/1989 και 09/02/1990, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού.- (ΑρΠ 692, 1082/2000, Ποιν.Χρ.ΝΑ΄ σελ. 47 και 333, ΑρΠ 1405/1998, ΠοινΧρ ΜΕ 743, Μιχ. Μαργαρίτη, ΠοινΚ, αριθμ. 10 - 11 ερμηνευτ. σχολίων, υπό το άρθρο 13 του ισχύοντος υπό στοιχ. (στ) σελ. 37-38). ΣΤ) Ειδικότερα, μετά τις προαναφερόμενες δημοσιεύσεις της 01/03, 05/03 και 12/04/1989 με το προαναφερόμενο περιεχόμενο που έγιναν στην από τον κατηγορούμενο εκδιδόμενη και διευθυνόμενη εφημερίδα "....", ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος, με τις προαναφερόμενες ιδιότητες αυτού, στην ίδια ως άνω εφημερίδα, προήλθε στις ακόλουθες δημοσιεύσεις έχουσες το κατωτέρω παρατιθέμενο περιεχόμενο: (α) Στις 10/08/1989: "....., επειδή τα έγγραφα στοιχεία που έχω εις βάρος σου και της κορούλας σου Ψ2 είναι αρκετά, σε πληροφορώ, ότι δεν χρειάζομαι άλλα, βγάλε λοιπόν, μια ανακοίνωση και πες στους δικούς σου να μη μου στείλουν άλλα έγγραφα, διότι δεν τα χρειάζομαι, αφού, δια κάθε κομπίνα και απάτη σου έχω ξεχωριστούς φακέλους. Το πόσο καλά είμαι ....θα το δεις στις σελίδες του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα με τον τίτλο ".....". Τότε, ......, θα παραδεχτείς ότι κανένας άλλος μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να σε βάλει στο χέρι και να σου πάρει μυστικά μέσα από το συρτάρι σου...". (β) Στις 04/11/1989: "... ...ι... σου προτείνω να στείλεις τον κοινό μας φίλο... να του δώσω μερικά χαρτιά που αποδεικνύουν ότι το βιβλίο είναι ήδη έτοιμο και ακολουθεί το δρομολόγιο για το τυπογραφείο. Αν θέλεις λοιπόν στείλε το φίλο μας να δει και να σε καταστήσει, ενήμερο όλου του υλικού που θα βγει στη φόρα και θα σε κάνει ρεζίλι των σκυλιών και σένα και τη Ψ2". (γ) Στις 09/02/1990: "Περίμενε ..... και σύντομα θα φιγουράρεις στα βιβλιοπωλεία Αθηνών, Αμερικής... Το ηθικό σου τέλος είναι επι θύραις γκομενιάρη ....". Ζ) Είναι φανερό, ότι και οι αμέσως ανωτέρω υπό το στοιχείο (ΣΤ) της παρούσας παρατιθέμενες δημοσιεύσεις εγκλείουν απειλές δημοσίευσης μυστικών της επιχειρηματικής δραστηριότητας αλλά και του ιδιωτικού βίου του .... και του μέλους της οικογένειάς του και θυγατέρας του Ψ2 , προκειμένου, ο τελευταίος αυτός, περιερχόμενος σε κατάσταση τρόμου και ανησυχίας λόγω των δυσμενών συνεπειών οι οποίες μπορούσαν να επέλθουν στις από αυτόν, ως μεγαλοεπιχειρηματία, ενασκούμενες, επιχειρηματικές δραστηριότητες στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, εξ αιτίας της δημοσίευσης/δημοσιοποίησης, επιληψίμων γεγονότων αφορώντων στον βίο και την πολιτεία αυτού του ίδιου και του ως άνω μέλους της οικογενείας του, να εξαναγκασθεί, πειθαναγκαζόμενος, να ενδώσει στις στερούμενες νομιμότητας οικονομικές αξιώσεις του ως άνω κατηγορουμένου, ο οποίος απέβλεπε, στον προσπορισμό εισοδήματος από την επανειλημμένη τέλεση των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, χρησιμοποιώντας προς τούτο την από αυτόν τον ίδιο εκδιδόμενη και διευθυνόμενη εφημερίδα ".....", ως μέσο για την ενάσκηση των από αυτόν ενεργηθεισών ως άνω, κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες της 10/08/1989, της 04/11/1989 και της 09/02/1990 κατ' εξακολούθηση εκβιάσεως, αποσκοπώντας από την τέλεση αυτών, στον προσπορισμό εις αυτόν παρανόμων, οικονομικών οφελημάτων, ως εισόδημα - προϊόν της από αυτόν ενασκούμενης κατ' επάγγελμα εγκληματικής δραστηριότητας, οι προαναφερόμενες ως κατ' επανάληψη τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις της οποίας, ως τμήματα αυτής, υποδηλώνουν, όχι μόνο επαγγελματισμό, αλλά και ροπή προς τέλεση αυτών, ως εγκληματικών και ζημιογόνων πράξεων, δυναμένων να προκαλέσουν παράνομες βλάβες στα περιουσιακά στοιχεία και ειδικότερα στις επιχειρήσεις, στις επιχειρηματικές δραστηριότητες και στα επιχειρηματικά συμφέροντα των εκβιαζομένων μεγαλοεπιχειρηματιών, και ειδικότερα του εξ αυτών εκβιασθέντος και μη ενδώσαντος, ......, οι προς τον οποίο γενόμενες, κατά τον προπεριγραφόμενο υπό στοιχείο (ΣΤ) της παρούσας αιτιολογίας τρόπο από τον κατηγορούμενο προτάσεις εξαγοράς της σιωπής του από τον εκβιασθέντα, δεν έγιναν δεκτές από αυτόν, αρνηθέντα, παρά την πίεση των επαπειλουμένων αποκαλύψεων, να ενδώσει στις παράνομες αξιώσεις του κατηγορουμένου, ο οποίος ενεφάνιζε αυτές, ως προτάσεις συναντήσεων με κοινό ή κοινούς, φίλο ή φίλους. Είναι δε φανερό, ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κατά τρόπο αριστοτεχνικό και επαγγελματικό, έπραξε κάθε τι το οποίο απαιτείτο για να επέλθει το από αυτόν επιδιωκόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα της αποκομιδής παρανόμων οικονομικών οφελημάτων, πλην, όμως, το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν επήλθε λόγω της σταθερής αρνητικής στάσης του επανειλημμένα, κατά τα προεκτεθέντα, και επί σειράν ετών εκβιασθέντος ......, το ψυχικό σθένος του οποίου εματαίωσε την επέλευση του επιδιωχθέντος κατά τρόπο επαγγελματικό εγκληματικού αποτελέσματος από την διάπραξη του εγκλήματος της κακουργηματικής εκβίασης κατ' εξακολούθηση, από τον έχοντα προς διάπραξη της αξιόποινης αυτής πράξης έκδηλη ροπή ως άνω κατηγορούμενο, ο οποίος συνακόλουθα με τα ανωτέρω αναπτυχθέντα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αποπειρών κακουργηματικής εκβίασης κατ' εξακολούθηση κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 385 § 1 στοιχ. (β) εδ. 2ο, 42 § 1, 83 και 98 § § 1,2 ΠοινΚ, (Αρ.Π. 551/1995, ΠοινΧρ ΜΕ 818, 1047/1994, ΠοινΧρ ΜΔ 938 σε συνδυασμό με ΑρΠ 419/1990, ΠοινΧρ 11, 1122 και ΑρΠ 692/1990, ΠοινΧρ ΜΑ¨ 171), μετ' απόρριψη των ισχυρισμών αυτού περί του απρόσφορου των από αυτόν τελεσθεισών αποπειρών, περί ανυπαρξίας ποινικής ευθύνης του, ως μη καθορίσαντος συγκεκριμένα οικονομικά ανταλλάγματα και επομένως, ως μη επιδιώξαντος τοιαύτα, καθώς, και χαρακτηρισμού των αποπειρών αυτών ως πλημμεληματικών με επακόλουθη συνέπεια την παραγραφή αυτών ως πλημμελημάτων, όπως επίσης και αναγνώρισης του από το άρθρο 84 § 2 στοιχ. (ε) του ΠοινΚ, ελαφρυντικού, διότι μόνη η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος (από 04/11/1990 και μετά), μη συνδενόμενη από θετικές ενέργειες/δηλώσεις και εκδηλώσεις του ως άνω κατηγορουμένου, σε συσχετισμό με το ως άνω κατ' εξακολούθηση διαπραχθέν αδίκημα, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί η σιωπή αυτού, ως καλή συμπεριφορά, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης. Η) Τέλος, πρέπει να επισημανθεί, ότι η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για τις εις βαθμό κακουργήματος προβλεπόμενες και διωκόμενες αξιόποινες πράξεις αποπειρών εκβίασης τελεσθείσες από αυτόν την 10/08/1989, την 04/11/1989 και την 09/02/1990, δεν έχει υποπέσει στην από τα άρθρα 111 § 2 στοιχ. (β), 112 και 113 §§2, 3 του ισχύοντος ΠοινΚ, προβλεπόμενη δεκαπενταετή παραγραφή, διότι οι ως άνω αξιόποινες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα ετελέσθησαν τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, η δε προς εμφάνιση του κατηγορουμένου πρώτη κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας, επεδόθη εις αυτόν την 30/06/2004, σύμφωνα με το αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων ..... και συνεπώς, το μεν διαδραμόν χρονικό διάστημα από της τελέσεως αυτών μέχρι της κατά την ανωτέρω ημερομηνία έναρξης της κύριας διαδικασίας είναι μικρότερο της δεκαπενταετίας, η δε διάρκεια των τριών (3) ετών της από το Νόμο προβλεπόμενης αναστολής παραγραφής δεν έχει ακόμη μέχρι σήμερα συμπληρωθεί με επακόλουθη συνέπεια η ποινική αξίωση της πολιτείας να παραμένει ενεργός. (ΑρΠ 1496/1990, Υπερ 1992, 1079, 288/1988, ΠοινΧρ ΛΗ 527, 1800/1984, ΠοινΧρ λΕ, 558, 1248/1976, ΠοινΧρ ΚΖ 478 σε συνδυασμό με ΑρΠ 1329/1992, ΠοινΧρ ΜΒ 854, εις ότι αφορά την τριετή διάρκεια της αναστολής και επί κακουργημάτων τελεσθέντων προ της ενάρξεως της ισχύος του Νόμου 1941/18.03.1991 και Μιχ. Μαργαρίτη, ΠοινΚ, ερμην. σχόλια αριθμ. 22, υπό το άρθρο 113 ΠοινΚ σελ. 291 εκδ. 2003). Θ) Μετά την πάροδο περισσότερων από οκτώ (8) χρόνια από τις αναφερόμενες ως εις βάρος του .... γενόμενες επί σειράν ετών απόπειρες εκβίασης, ο κατηγορούμενος, έχοντας επιτύχει να γίνει ιδιοκτήτης του τηλεοπτικού σταθμού "...." μέσω, τρίτων προσώπων/δημοσιογράφων/συνεργατών του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού, παραχώρησε στον μετέπειτα μηνυτή αυτού Ζ1 , χρόνο τηλεοπτικό, προς ανάπτυξη των απόψεων του τελευταίου, ως Δημάρχου εν ενεργεία και υποψηφίου Δημάρχου, για την μετέπειτα των Δημοτικών Εκλογών τετραετία, κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1998, έναντι αμοιβής/τιμήματος 3.000.000 δρχ., το οποίο, κατόπιν διαπραγματεύσεων, περιορίσθηκε εις 1.000.000 δρχ. το οποίο έλαβε ο κατηγορούμενος με επιταγή ισόποσης αξίας, εμφανισθείσα προς πληρωμή και εξοφληθείσα.- Κατά τις γενόμενες μεταξύ αυτών, συνομιλίες, ο κατηγορούμενος ερώτησε τον ανωτέρω για την εν γένει οικογενειακή κατάσταση αυτού του ίδιου, του .... και της Ψ2, καθώς και του τότε εικοσαετούς υιού του Ζ1 και της Ψ2 από νόμιμο γάμο μεταξύ αυτών συναφθέντα, ο οποίος είχε ήδη λυθεί από δεκαετία, ενώ, ο υιός του ζεύγους των τέως συζύγων την εποχή εκείνη ζούσε με την μητέρα αυτού ..... Βέβαια, ο κατηγορούμενος κατά τις μεταξύ αυτού και του Ζ1 συζητήσεις, έκαμε υπαινιγμούς για την εν γένει υγεία του ....., τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε η Ψ2 , λόγω της καταστάσεως της υγείας του ....., και των προβλημάτων που επρόκειτο να αναφυούν από την εν γένει συμπεριφορά του προαναφερομένου υιού του ζεύγους των τέως συζύγων, οι οποίοι ζούσαν εντελώς χωριστά μετά την από πολλά χρόνια λύση του γάμου τους, με διαζύγιο. Από τις συζητήσεις αυτές, δεν συνάγεται ότι ο παρών κατηγορούμενος εζήτησε και έλαβε από τον Ζ1 χρηματικό ποσό αρχικώς 3.000.000 δρχ. και μετέπειτα περιορισθέν εις 1.000.000 δρχ., υπαινισσόμενος κινδύνους ζωής του υιού αυτού ως άνω από την δραστηριότητα της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", ούτε, ότι επροσπάθησε, μέσω του Ζ1 , να "περάσει" παρομοίου περιεχομένου μήνυμα στην οικογένεια Ψ2 . Βέβαια, οι ανησυχίες του Ζ1 , από τις προς αυτόν ερωτήσεις του κατηγορουμένου, εν όψει της προγενέστερης συμπεριφοράς αυτού, δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Πλην όμως, λόγω και του διαδραμόντος χρόνου, αυτές καθ' εαυτές δεν αρκούν για την απόδειξη της εις τον κατηγορούμενο αποδιδόμενης ως τελεσθείσης από αυτόν εκβίασης του Ζ1 , με απειλή επικείμενου κινδύνου ζωής του ως άνω του αυτού από την δράση της "17 ΝΟΕΜΒΡΗ". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος, κατά συρροήν: α) σε βάρος του Ψ1 και β) σε βάρος του ...... Κατ' εξακολούθηση και γ) χρήσεως πλαστού εγγράφου σε βαθμό κακουργήματος και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών, ενώ τον κήρυξε αθώο κακουργηματικής εκβιάσεως σε βάρος του Ζ1 . Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορίαν εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ειδικότερα, η αναφορά της αξιολόγησης εκάστου και της συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 2 και 3, όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε με την παρ. 7α του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 14 του Ν. 2408/1996, 385 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄, 42 παρ. 1 και 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν τις παραβίασε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ειδικότερα, με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος, στις 28.6.2002, επισκέφθηκε τον εφοπλιστή, Ψ1 , στον οποίον "εμφανίστηκε χλωμός και αδύναμος και προσποιούμενος, ότι βρίσκεται σε κατάσταση ασυνήθους ταραχής, παρουσιάστηκε ως μεταφέρων απειλητικό μήνυμα, κατά το περιεχόμενο του οποίου κινδύνευε δήθεν η ζωή της συζύγου και των παιδιών τους από την τρομοκρατική οργάνωση "17 ΝΟΕΜΒΡΗ", της οποίας η μέχρι τότε εγκληματική δραστηριότητα αποτελούσε όχι μόνο επαπειλούμενο, αλλά και ανά πάσα στιγμή δυνάμενον να πραγματοποιηθεί κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή πολλών διακεκριμένων μελών της ελληνικής κοινωνίας, συνήθως πλουσίων, επειδή αυτή δεν είχε εξαρθρωθεί", αιτιολογείται με πληρότητα, ότι οι ανωτέρω απειλές ήταν ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής της συζύγου του Ψ1 και των παιδιών του, αφού, κατά τις κρίσιμες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κίνδυνος για τη ζωή της συζύγου του Ψ1 , που αποτελούσε το περιεχόμενο των ανωτέρω απειλών, μπορούσε να επέλθει ανά πάσα στιγμή, επειδή δεν είχε εξαρθρωθεί, η παραπάνω τρομοκρατική οργάνωση. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της εξακολουθητικής απόπειρας εκβιάσεως σε βάρος της επιχείρησης του ...., με την οποία σχετίζεται η εν λόγω επιβαρυντική περίσταση και προσδίδεται κακουργηματικός χαρακτήρας σ'αυτήν, με την αναφορά στο σκεπτικό ότι "οι με το ανωτέρω περιεχόμενο, δια του τύπου γενόμενες, εκβιαστικού χαρακτήρα αγγελίες, αποτελούσαν συνέχεια των προεκτεθέντων, μέσω τρίτων προσώπων μεταφερθέντων σε εν ενεργεία στελέχη των επιχειρήσεων του Ομίλου Ψ2 για να διαβιβαστούν στον ...., προφορικών μηνυμάτων, που έλαβαν χώρα την 1.3.1989, 5.3.1989 και 12.4.1989. Και ναι μεν, οι προαναφερόμενες, ως κατ' εξακολούθηση γενόμενες απόπειρες κακουργηματικής εκβιάσεως, έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 111 παρ. 1, 2 και 6 του ΠΚ παραγραφή, συνιστούν όμως γεγονότα αποδεικτικά της επανειλημμένης τέλεσης του ίδιου ως άνω εγκλήματος και του επιδιωκόμενου - σκοπούμενου πορισμού εισοδήματος, λαμβανόμενα υπόψη, τόσο για το χαρακτηρισμό των ομοίου περιεχομένου επί μέρους αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης κατ' εξακολούθηση, ως κατ' επάγγελμα τελεσθεισών, όσο και για τον χαρακτηρισμό των ιδίων αυτών μερικοτέρων αξιοποίνων πράξεων που τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση από τον ίδιο κατηγορούμενο κατά του ίδιου παθόντος, ως κατά συνήθεια διαπραχθεισών, αφού, από την επανειλημμένη διάπραξη αυτών κατά τις ημερομηνίες 10.8.1989, 4.11.1989 και 9.2.1990, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του". Περαιτέρω, η απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του από τον κατηγορούμενο, προς απόκρουση της εναντίον του κατηγορίας για χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου (σημειώματος) σε βαθμόν κακουργήματος, προβληθέντος ισχυρισμού, ότι "το έγγραφο αυτό απεστάλη στο Ψ1 , κατόπιν αιτήματος του τελευταίου προς αυτόν, για να συγκριθεί με άλλο πανομοιότυπο επίσης έγγραφο, που βρισκόταν στην κατοχή του Ψ1 από πολλών ετών", δεν έχρηζε ιδιαίτερης αιτιολόγησης, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, ανεξαρτήτως δε αυτού, η αναφορά στο σκεπτικό για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προσεπιβεβαιώθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ1 , δεν υποδηλώνει ότι, για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, λήφθηκε υπόψη μόνο η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, κατ' αποκλεισμό των λοιπών αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αλλ' απλώς ότι εξαίρεται η κατάθεση αυτή, λόγω της βαρύνουσας προδήλως σημασίας της. Επίσης, το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, στο στάδιο της ανάγνωσης εγγράφων (σελ. 81) και πριν την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου ανέπτυξαν προφορικώς και κατέθεσαν γραπτώς αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχονται στις σελίδες 81 έως 90 των πρακτικών, μεταξύ των οποίων όμως δεν περιλαμβάνεται και ισχυρισμός για την αναγνώριση της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως, ενώ, στη συνέχεια, μετά την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης και πριν την απολογία του κατηγορουμένου (σελ. 100 των πρακτικών) οι συνήγοροι υπερασπίσεώς του κατέθεσαν σημείωμα, συμπληρωματικό των ισχυρισμών του, τους οποίους όμως δεν ανέπτυξαν προφορικώς, τέλος δε, κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων υπερασπίσεως υπέβαλε "άρνηση κατηγορίας και αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους, οι συνήγοροί του ανέπτυξαν προφορικώς και κατέθεσαν εγγράφως", μεταξύ των οποίων όμως δεν περιλαμβάνεται ο ανωτέρω ισχυρισμός για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, παρά μόνον εκείνος της καλής συμπεριφοράς επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του (σελ. 136 και 153 των πρακτικών). Πέραν όμως αυτών, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος έχει ως εξής "εκ της προ των πράξεων που μου αποδίδονται συμπεριφοράς προκύπτει σαφής προσήλωσή μου στη νομιμότητα και πλήρης και σταθερή ένταξή μου στο κοινωνικό σύνολο και τους κανόνες αυτού, καθώς ουδέποτε έως τότε είχα απασχολήσει τη δικαιοσύνη, διάγοντας έντιμη οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή, όντας εκδότης εφημερίδων και περιοδικών, δημοσιογράφος, έγγαμος με δύο τέκνα", δεν προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, αφού αυτός δεν συνοδευόταν από την επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών σε σχέση με την ατομική του ζωή και την επαγγελματική του ιδιότητα, ως εκδότη εφημερίδων και περιοδικών και δημοσιογράφου και την εν γένει κοινωνική του δράση. Τέλος, το Πενταμελές Εφετείο, υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, τόσο στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1α ΠΚ, η οποία τιμωρεί την εκβίαση σε βαθμό κακουργήματος με τις ποινές του άρθρου 380 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όταν αυτή έχει τελεστεί με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, δοθέντος ότι, τέτοιες απειλές, κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διάταξης, είναι, όχι μόνον εκείνες, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων, η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού κατά του σώματος ή τη ζωής του εξαναγκαζομένου ή τρίτου, με τον οποίο συνδέεται ο απειληθείς σε τέτοιο βαθμό, ώστε η απειλούμενη προσβολή να θεωρείται και για τον ίδιο ένα αισθητό κακό, πρόκειται να επακολουθήσει αμέσως (εδώ και τώρα), αν ο αποδέκτης της απειλής δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη (εκβιαζόμενη) επιζήμια συμπεριφορά, αλλά και εκείνες, κατά το περιεχόμενο των οποίων επίκειται ανά πάσα στιγμή η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού, που αφορά τη σωματική ακεραιότητα ή τη ζωή του απειλουμένου ή τρίτου, ο οποίος συνδέεται, ως άνω, με τον απειληθέντα, όσο και στη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 3α ΠΚ, που τιμωρεί την πλαστογραφία (κατάρτιση πλαστού εγγράφου ή νόθευση) και χρήση του πλαστού εγγράφου από τρίτον σε βαθμό κακουργήματος, όταν ο δράστης των πράξεων αυτών επιδιώκει να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, δοθέντος ότι δεν είναι αναγκαίο, για τον απαρτισμό της εννοίας της κακουργηματικής πλαστογραφίας, το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική περιουσιακή βλάβη να είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πλαστό έγγραφο, αρκούντος του γεγονότος ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας καταστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία ή με τη χρήση του πλαστού εγγράφου από τρίτον οι προϋποθέσεις, για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων μετά την τέλεση της πλαστογραφίας ή της χρήσεως του πλαστού εγγράφου από τρίτον ενεργειών του δράστη (όπως εν προκειμένω με τις εκβιαστικές ενέργειες του κατηγορουμένου), να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νόθευσης ή της χρήσεως του πλαστού εγγράφου από τρίτον, να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη, που αυτός αποσκοπεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης κατά τα άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 385 παρ. 1 εδ. α΄ και 216 παρ. 3 εδ. α΄ του ΠΚ, όπως η παρ. 3 συμπληρώθηκε με την παρ. 7α του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με παρ. 2α του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, είναι αβάσιμοι, με εξαίρεση εκείνον της ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου εκ του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄ του ΠΚ, ο οποίος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 369 ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα ή στους Εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο, και τέλος, δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, προκύπτει ότι η παραχώρηση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση με τη σειρά την οποία καθορίζουν, είναι υποχρεωτική και δεν προϋποθέτει προηγούμενη αίτηση των διαδίκων. Έτσι, στον τελευταίο που οφείλει να δώσει το λόγο ο διευθύνων τη συζήτηση, είναι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του και τούτο, για να ακουστεί τελευταία η φωνή της υπεράσπισης κατά την ανάπτυξη των αντιτιθέμενων απόψεων επί των συλλεγέντων κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικών στοιχείων της κατηγορίας και των προβληθέντων νομικών ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι, μετά την απολογία του κατηγορουμένου δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα, έπειτα στους πληρεξουσίους δικηγόρους των πολιτικώς εναγόντων και ακολούθως, στους συνηγόρους υπερασπίσεως του κατηγορουμένου. Μετά τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπερασπίσεως, δόθηκε ο λόγος στον Βασίλειο Αλεξανδρή, πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ1, ο οποίος ζήτησε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος των αξιοποίνων αδικημάτων της: α) απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος και β) πλαστογραφίας με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως του πλαστού εγγράφου σε βαθμό κακουργήματος, ανέπτυξε δε προφορικώς και κατέθεσε γραπτώς ισχυρισμούς που θεμελίωναν νομικώς και ουσιαστικώς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο κατηγορία. Ακολούθησε διακοπή της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου για τις 14.7.2006 και ώρα 09.30. Στη συνέχεια, επανήλθε το Δικαστήριο για τη συνέχιση της συνεδριάσεως, οπότε ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο για να απαντήσει, προδήλως επί των προβληθέντων από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ1 , νομικών και ουσιαστικών ισχυρισμών, αφού δεν είχε μεσολαβήσει ο,τιδήποτε άλλο διαδικαστικώς, ο οποίος επέλεξε να υποβάλει αίτηση εξαιρέσεως του Προέδρου του Δικαστηρίου. Πέραν όμως αυτού, σε περίπτωση δόσεως του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής, μετά την αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου, εάν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως δευτερολογία του πολιτικώς ενάγοντος (σημειωτέον ότι δεν προβλέπεται δευτερολογία του πολιτικώς ενάγοντος από τον ΚΠοινΔ), τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 369 παρ. 2 ΚΠοινΔ σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠοινΔ), αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσει από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου να ασκήσει το δικαίωμα δευτερολογίας και σε περίπτωση άρνησης του Προέδρου και προσφυγής, στη συνέχεια του κατηγορουμένου κατά της απορριπτικής διατάξεως αυτού, στο δικαστήριο, το τελευταίο, απορρίψει το υποβληθέν κατά τα άνω αίτημα, πράγμα το οποίο όμως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1β ΚΠοινΔ και 17 ΠΚ, προκύπτει ότι ο προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως του εγκλήματος αποτελεί πραγματικό γεγονός και εναπόκειται στην κυριαρχική περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί να καθορίσει χρόνο τελέσεως αυτού διαφορετικό από εκείνον που ορίζει το βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, εκτός αν η μεταβολή του χρόνου τελέσεως του εγκλήματος ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως, τον ποινικό χαρακτήρα αυτής ή την παραγραφή, οπότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτοδίκως για πλαστογραφία (κατάρτιση πλαστού εγγράφου), με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως αυτού, σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 216 παρ. 3 εδ. α ΠΚ), ως χρόνος δε τελέσεως αυτού ορίστηκε "περί τα τέλη Ιουνίου - αρχές Ιουλίου 2002, ο οποίος είχε οριστεί και με το αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα, ενώ, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καταδικάστηκε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, ο οποίος δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, για χρήση πλαστού εγγράφου σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 216 παρ. 3 εδ. α΄ σε συνδ. με παρ. 2 ΠΚ) και ορίσθηκε με την απόφαση αυτή χρόνος τελέσεως του εγκλήματος το χρονικό διάστημα από το μέσον του μηνός Ιουλίου του έτους 2002 μέχρι το μέσον του μηνός Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Η τοιαύτη μετάθεση του χρόνου τελέσεως του εγκλήματος από τα τέλη Ιουνίου - αρχές Ιουλίου 2002, ο οποίος είχε οριστεί με το αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα και την εκκαλούμενη απόφαση, στο χρονικό διάστημα από το μέσον του μηνός Ιουλίου του έτους 2002 μέχρι το μέσον του μηνός Νοεμβρίου του 2002, δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ταυτότητα της πράξεως, ούτε στον ποινικό χαρακτήρα του ως άνω εγκλήματος, αλλ' ούτε και στην παραγραφή του αξιοποίνου αυτού, αφού το έγκλημα αυτό, ενόψει του κακουργηματικού του χαρακτήρα, τόσο κατά τον αρχικό χρόνο τελέσεώς του, όσο και κατά τον μεταβληθέντα, παραγράφεται, σύμφωνα με το άρθρου 111 περ. 2 β ΠΚ, συνυπολογιζομένου και του χρόνου πενταετούς αναστολής της παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 113 παρ. 3α του ίδιου Κώδικα, το έτος 2022. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από τη χειροτέρευση της θέσεως του αναιρεσείοντα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, λόγω μεταβολής του χρόνου τελέσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής χρήσεως πλαστού εγγράφου από τα τέλη Ιουνίου - αρχές Ιουλίου 2002, στο χρονικό διάστημα από το μέσον του μηνός Ιουλίου του έτους 2002 μέχρι το μέσον του μηνός Νοεμβρίου του 2002, κατά παράβαση του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως ιδρύει και η έλλειψη ακροάσεως, η οποία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα ή σε αυτοτελή ισχυρισμό. Πρέπει όμως το αίτημα ή ο αυτοτελής ισχυρισμός, για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, να έχουν υποβληθεί και μάλιστα, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων, ισχυρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο, ενώ επιφυλάχτηκε να αποφασίσει επί του υποβληθέντος δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, Β1 αιτήματός του για συμπληρωματική εξέταση της μάρτυρος Β2 , διότι "η μάρτυρας, Β2 , που κατέθεσε προχθές, θέλει να πει δυο λόγια που ξέχασε να πει", εν τούτοις, δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού, το οποίο απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς αιτιολογία, ακολούθως δε, με το να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερέβη την εξουσία του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω ελλείψεως ακροάσεως, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν διατυπώθηκε αίτημα του κατηγορουμένου για συμπληρωματική εξέταση της ανωτέρω μάρτυρος ώστε το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση απαντήσεως σ'αυτό, αλλά μεταφέρθηκε απλώς από το συνήγορο υπερασπίσεως επιθυμία της ανωτέρω μάρτυρος, της οποίας είχε ολοκληρωθεί η κατάθεση "ναι πει δυο λόγια που ξέχασε να πει". Πέραν όμως αυτού και αν ακόμη η επιθυμία της μάρτυρος να εξετασθεί συμπληρωματικώς, ήθελε θεωρηθεί αίτημα του κατηγορουμένου και πάλι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτό, γιατί, όπως διατυπώθηκε, είναι απολύτως αόριστο, αφού δεν προσδιορίζονται ποια πραγματικά περιστατικά "ξέχασε να πει" η μάρτυρας και αν αυτά σχετίζονται με την υπόθεση και το αντικείμενο της απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου. Μετά την απόρριψη του ανωτέρω λόγου, πρέπει να απορριφθεί και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι έχουν αναγνωσθεί, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξ αιτίας της οποίας ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης σε βάρος του Ψ1 , της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφου, με σκοπό το όφελος σε βάρος του ιδίου ως άνω και του .....και εξακολουθητικής απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης σε βάρος του ..... Προκειμένου δε το εν λόγω Δικαστήριο να στηρίξει την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του έλαβε υπόψη και τα αναγνωσθέντα, μεταξύ άλλων, έγγραφα: α) το υπ' αριθ. ..., ήτοι "φωτοτυπίες διαφήμισης βιβλίων, που αφορούν τους ....... και .....", β) το υπ' αριθ. ..., ήτοι "δημοσίευμα της εφημερίδας ...." και γ) το υπ' αριθ. ..., ήτοι "δημοσίευμα εφημερίδας με τίτλο τον καιρό εκείνο τον καλό". Την ταυτότητα των εγγράφων αυτών γνώριζε ο αναιρεσείων και, επομένως, μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις του και να επιφέρει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, αφού, όπως προκύπτει από την απλή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, συγκριτικώς προς εκείνα της από αυτόν εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, τα έγγραφα αυτά είχαν προσκομισθεί από την υπεράσπιση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε ζητηθεί πρωτοδίκως από αυτήν η ανάγνωσής τους. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, με το οποίο αυτός ζητούσε την απόρριψη της εφέσεως που είχε ασκήσει ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών κατά της αθωωτικής διατάξεως της πρωτόδικης απόφασης για την κακουργηματική εκβίαση σε βάρος του Ζ1 , για το λόγο ότι η εν λόγω έφεση δεν ήταν προσηκόντως αιτιολογημένη, αλυσιτελώς προβάλλεται εν όψει της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού ο αναιρεσείων και με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε αθώος του εγκλήματος για το οποίο είχε ασκηθεί η έφεση. Μετά από αυτά, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2006 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1574α, 1833α και 1834/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τους πρόσθετους λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για τον καθένα από αυτούς (Ψ1 και Ψ2 ) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ