Αριθμός 278/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1859/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1 και 2) Ζ2 . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18.12.2003 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 221/2004. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμό 526/23.11.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 του ΚΠΔ: 1) Την υπ' αριθ. 252/18-12-2003 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 , και 2) την υπ' αριθ. 253/18-12-2003 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ2 , την οποία άσκησε επ' oνόματι και για λογαριασμό του ο δικηγόρος Αθηνών ...., ενεργώντας εν προκειμένω ως ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος αυτού, δυνάμει της συνημμένης στην ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 17-12-2003 έγγραφης εξουσιοδότησης του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τη δικηγόρο .... , κατά του υπ' αριθ. 1.859/5-11-2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. 6121/2002 βούλευμά του, παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 , καθώς και τους συγκατηγορουμένους τους Ζ1 και Ζ2 , στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν οι μεν συγκατηγορούμενοί τους Ζ1 και Ζ2 για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, οι δε ως άνω αναιρεσείοντες για άμεση συνέργεια στην ως άνω άδικη πράξη κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 13 εδάφιο στ΄, 45, 46 § 1β, 48, 49 § 2, 98 §§ 1 & 2 και 386 §§ 1 & 3 εδάφιο α΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, όπως η παρ. 1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ. 2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999), τις οποίες φέρονται ότι διέπραξαν στην Αθήνα και στα Ιωάννινα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου 1999, εις βάρος των εγκαλούντων Φ1 , Φ2 και Φ3 . Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ1 ,και Χ2 τις αντίστοιχες υπ' αριθ. 166/18-2-2003 και 167/18-2-2003 εμπρόθεσμες και νομότυπες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1859/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγιναν αυτές τυπικώς δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Κατά του ως άνω εφετειακού (υπ' αριθ. 1859/2003) βουλεύματος στρέφονται ήδη οι ως άνω αναιρεσείοντες με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενα στην άσκησή τους πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 §1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε η πρώτη αίτηση αναιρέσεως στις 18-12-2003, με δήλωση της αναιρεσείουσας Χ1 , ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 252/2003 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην ίδια αυτοπροσώπως στις 8-12-2003, β) ασκήθηκε η δεύτερη αίτηση αναιρέσεως στις 18-12-2003, με δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή, δυνάμει της από 17-12-2003 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του αναιρεσείοντος, ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου αυτού δικηγόρου Αθηνών .... ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 253/2003 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στη σύνοικο σύζυγο του αναιρεσείοντος Χ1 , αφού δεν βρέθηκε τότε ο ίδιος στην κατοικία του, και γ) διαλαμβάνονται σε αμφότερες τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 § 1 περ. α΄, β΄ & δ΄ του ΚΠΔ). ΙΙ.- Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 386 § 1 του ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (βλ. ΑΠ 935/2003 ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 219, ΑΠ 1352/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 512). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, είτε, χωρίς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 του ΠΚ), το οποίο συγκροτείται, όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ιδίου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος (ΑΠ 740/1998 ΠΧρ. ΜΘ΄ σελ. 330). Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 § 1 στοιχ. β΄ του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξης αυτής (κύριας πράξης). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που παρέχει συνδρομή στον αυτουργό κατά τον χρόνο τελέσεως και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως αμέσως προς αυτή συνδεόμενη, κατά τρόπο ώστε, χωρίς αυτή, να αποβαίνει αδύνατη η εκτέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε (ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 898, ΑΠ 1446/1999 σε Συμβούλιο ΠΧρ. Ν΄ σελ. 704). Επιπροσθέτως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 § 1β, 49 § 2 και 386 §§ 1 & 3 εδ. α΄ του ΠΚ προκύπτει ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις της απάτης (τέλεση κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.), που της προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού, για να έχει και γι'αυτόν η πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή τους στο πρόσωπο του αυτουργού (βλ. ΑΠ 2360/2003 σε Συμβ. ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 831, ΑΠ 110/2000 ΠΧρ. Ν΄ σελ. 409). Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1304/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 517, ΑΠ 1983/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 787). Έτι περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δ' εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47). Τέλος, κατά το άρθρο 309 § 2 του ΚΠΔ, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν τη μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 1610/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 624). ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος στην τελευταία αποδεικτικά μέσα (ένορκες και χωρίς όρκο καταθέσεις μαρτύρων και εγκαλούντων, συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων) προέκυψαν τα ακόλουθα: Περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998 ο υιός του εγκαλούντος Φ1 .... σε ταξίδι που πραγματοποίησε στην Ολλανδία, γνώρισε τον δεύτερο εκκαλούντα Χ2 , τον οποίο στη συνέχεια προσκάλεσε στα Ιωάννινα, όπου διέμενε. Τον Δεκέμβριο του 1998 ο δεύτερος εκκαλών πήγε στα Ιωάννινα μόνος και τον Αύγουστο 1999 συνοδευόμενος από την πρώτη εκκαλούσα, σύζυγό του, όπου σε συζήτηση που είχε με τον εγκαλούντα Φ1 του ανέφερε ότι αυτός και η σύζυγός του ασχολούνται με χρηματιστηριακές εργασίες και ότι συνεργάζονται με τους Ζ1 και Ζ2, συγκατηγορουμένους τους, από τους οποίους ο πρώτος ήταν διευθυντής μεγάλου γραφείου χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και η δεύτερη, σύζυγός του, δικηγόρος και νομική σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, στην οποία ο Ζ1 ήταν στέλεχος. Περί τον μήνα Σεπτέμβριο του 1999 οι εκκαλούντες, συνοδευόμενοι και από τους Ζ1 και Ζ2, πήγαν στα Ιωάννινα, όπου συναντήθηκαν, εκτός από τον Φ1 και με τους λοιπούς εγκαλούντες Φ2 και Φ3 , επίσης κατοίκους Ιωαννίνων, στους οποίους εμφάνισαν τους Ζ1 και Ζ2 ως αξιόπιστους και φερέγγυους επιχειρηματίες στο χώρο των επενδύσεων με τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι ο Ζ1 ήταν εκπρόσωπος θεσμικών επενδυτών στο Χρηματιστήριο και ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα να επενδύει τα χρήματα των πελατών του σε νεοεισαγόμενες μετοχές στο Χρηματιστήριο, οι οποίες μετά παρέλευση 40-50 ημερών απέφεραν κέρδη της τάξης του 100%, ότι ο Ζ1 είχε ήδη αποκτήσει μεγάλο πακέτο μετοχών των νεοεισαγομένων εταιρειών ΙΝΤΡΑΛΟΤ, ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ και ΠΕΤΣΙΟΣ και τέλος, ότι ο τελευταίος είχε την πλήρη κάλυψη της γνωστής ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, ενώ όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί ήσαν ψευδείς, γεγονός που γνώριζαν οι εκκαλούντες, με αποτέλεσμα να πείσουν τους προαναφερόμενους εγκαλούντες να καταβάλουν μέσω τραπεζικών λογαριασμών στους Ζ1 και Ζ2 τα εξής ποσά: α) Ο Φ1 την 5-11-1999 το ποσό των 5.000.000 δρχ., την 8-11-1999 το ποσό του 1.500.000 δρχ., την 10-11-1999 το ποσό των 10.000.000 δρχ. και την 26-11-1999 το ποσό των 12.500.000 δρχ. και συνολικά το ποσό των 28.000.000 δρχ. για την αγορά 11.000 μετοχών της εταιρείας ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ προς 1.000 δρχ. τη μία, 1.000 μετοχών της εταιρείας ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ προς 8.500 δρχ. τη μία και 800 μετοχών της εταιρείας ΠΕΤΣΙΟΣ προς 5.000 δρχ. τη μία, β) ο Φ2 , την 12-10-1999 το ποσό των 8.000.000 δρχ., την 14-10-1999 το ποσό των 2.000.000 δρχ. και την 15-10-1999 το ποσό των 4.000.000 δρχ. και συνολικά το ποσό των 14.000.000 δρχ. για την αγορά ίσης αξίας μετοχών της ΙΝΤΡΑΛΟΤ, και γ) ο Φ3 , την 11-10-1999 το ποσό των 8.000.000 δρχ. για την αγορά ίσης αξίας μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΛΟΤ. Τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς των Ζ1 και Ζ2, όπως καταθέτουν τόσο οι εν λόγω εγκαλούντες, όσο και οι μάρτυρες Ψ1 , Ψ2 και Ψ3 , τους επαναλάμβαναν και ενίσχυαν οι εκκαλούντες σε όλες τις συναντήσεις που είχαν με τους εγκαλούντες, μάλιστα δε η Χ1 ισχυριζόταν ότι τα γνώριζε αυτά λόγω της εργασίας που παρέσχε στην επιχείρηση του Ζ1, είναι δε επίσης χαρακτηριστικό ότι με το υπ' αριθ. 3548/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθήνας οι αυτοί εκκαλούντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας για σωρεία παρομοίων πράξεων (άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη διαπραχθείσα από το ζεύγος Ζ1 και Ζ2 ) σε βάρος επίσης κατοίκων Ιωαννίνων, με τις επιβαρυντικές μάλιστα περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής τους. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στη φερόμενη ως τελεσθείσα από τους συγκατηγορουμένους τους Ζ1 και Ζ2, άδικη πράξη κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και για τον λόγο αυτόν απέρριψε τις υπ' αυτών ασκηθείσες κατά του υπ' αριθ. 6121/2002 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε, κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά του, το εκκαλούμενο βούλευμα. IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό (με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών), με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή των ως άνω αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων άρθρα 13 εδάφιο στ΄, 45, 46 § 1β, 48, 49 § 2, 98 §§ 1 & 2 και 386 §§ 1 & 3 εδάφιο α΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, όπως παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με την αναγκαία σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και δικαιολογούν την κρίση του Συμβουλίου Εφετών που το εξέδωσε περί της παροχής από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους άμεσης συνδρομής στους συγκατηγορουμένους αυτών Ζ1 και Ζ2 κατά την τέλεση από τους τελευταίους της προαναφερόμενης κακουργηματικής πράξεως απάτης και στην εκτέλεση αυτής, με την έννοια ότι η συνδρομή αυτή παρασχέθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς εκείνη δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος αυτού υπό τις περιστάσεις που φέρεται ότι τελέσθηκε, αφού γίνεται με το βούλευμα αυτό δεκτό ότι οι εκκαλούντες και όχι οι συγκατηγορούμενοί τους γνώριζαν τον εγκαλούντα Φ1 , ότι περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999 συνόδευσαν οι ίδιοι τους συγκατηγορουμένους των στα Ιωάννινα, όπου τους έφεραν σε επαφή με τον ως άνω εγκαλούντα, καθώς και τους άλλους δύο εγκαλούντες, ότι παρέστησαν ψευδώς προς τους τελευταίους ότι είναι οι Ζ1 και Ζ2 αξιόπιστοι και φερέγγυοι επιχειρηματίες στο χώρο των επενδύσεων, ότι έχουν κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι είναι ο Ζ1 εκπρόσωπος θεσμικών επενδυτών στο Χρηματιστήριο, ότι έχει αποκτήσει ήδη αυτός μεγάλο πακέτο μετοχών των εταιρειών ΙΝΤΡΑΛΟΤ, ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ και ΠΕΤΣΙΟΣ, ότι έχει ο ίδιος την πλήρη κάλυψη της γνωστής ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, ότι επαναλάμβαναν και ενίσχυαν οι εκκαλούντες τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς σε όλες τις συναντήσεις που είχαν με τους εγκαλούντες και ότι η Χ1 ισχυριζόταν ότι γνώριζε τα ανωτέρω λόγω της εργασίας που παρείχε στην επιχείρηση του Ζ1, ενώ συγχρόνως γίνεται με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεκτό ότι γνώριζαν οι τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες το ψεύδος των ισχυρισμών τους. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν ερευνήθηκε από το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα το γεγονός ότι κανένας από τους εγκαλούντες δεν κατέθεσε τα χρήματά του σε λογαριασμό ή στο όνομα των ιδίων (αναιρεσειόντων), αφού δεν αποκλείεται από το γεγονός αυτό η ευθύνη των ιδίων ως άμεσων συνεργών της απάτης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η κατάθεση των χρημάτων αυτών στο όνομα του Ζ1 και της Ζ2 έγινε, γιατί ήταν οι τελευταίοι οι αυτουργοί της τελέσεως της απάτης και οι ίδιοι είχαν αποκτήσει, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ψευδείς ισχυρισμούς, το μεγάλο πακέτο μετοχών των εταιρειών ΙΝΤΡΑΛΟΤ, ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ και ΠΕΤΣΙΟΣ. Περαιτέρω, ως προς τη συνδρομή στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία συντρέχει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (ΑΠ 1855/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 647, ΑΠ 1307/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 497), επιπροσθέτως δε δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν και κατά το παρελθόν με το υπ' αριθ. 3548/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για σωρεία παρομοίων πράξεων (άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη διαπραχθείσα από το ζεύγος Ζ1 και Ζ2), εις βάρος διαφόρων άλλων κατοίκων Ιωαννίνων, με την επιβαρυντική μάλιστα περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες άλλα απαλλακτικά βουλεύματα και άλλες αθωωτικές αποφάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι αθωώθηκαν οι ίδιοι από την αποδοθείσα σ' αυτούς όμοια κατηγορία της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, διαπραχθείσα από το ζεύγος Ζ1 και Ζ2. Η απαλλαγή ή αθώωση, όμως, αυτή αφορά αξιόποινες πράξεις, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν από αυτούς εις βάρος διαφορετικών παθόντων, με αποτέλεσμα να μην παράγεται από τις σχετικές αποφάσεις ή τα απαλλακτικά βουλεύματα δεδικασμένο (ΑΠ 6/1978 ΠΧρ. ΚΗ΄ σελ. 392), το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αποκλείει την σε άλλη ανεξάρτητη δίκη διαφορετική εκτίμηση του ήδη εκτιμηθέντος στην προηγούμενη δίκη πραγματικού υλικού (ΑΠ 406/1966 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΙΖ΄ σελ. 41). Έτι περαιτέρω, είναι αόριστο των αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να διαταχθεί με το προσβαλλόμενο βούλευμα το άνοιγμα "όλων των λογαριασμών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό", αφού δεν αναφέρεται σ' αυτό ποίοι είναι οι ως άνω λογαριασμοί και στο όνομα ποίων έχουν ανοιχθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι απαραίτητη η απόρριψη του αιτήματος αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακόμη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση η ιδιότητα της πρώτης εξ αυτών ως υπαλλήλου του ζεύγους Ζ1 και Ζ2 και του δευτέρου τούτων ως συζύγου μιας εργαζόμενης ως ασφαλίστριας στο ζεύγος Ζ1 και Ζ2 να τους προσδώσει εκείνα τα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν την υπαγωγή τους στο αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, εφόσον ουδεμία συμμετοχή στη διαδικασία συναλλαγής του μηνυτή Φ1 με το ζεύγος Ζ1 και Ζ2 είχαν, καθόσον αφορά το περιεχόμενο της αιτιάσεως αυτής την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικώς προς την απόρριψη του αιτήματος αυτών να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της αποδιδόμενης σ' αυτούς κατηγορίας, καθόσον απορρίφθηκε το αίτημά τους αυτό, με τη διαλαμβανόμενη στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται και το προσβαλλόμενο βούλευμα, αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία: "Τέλος, επειδή οι εκκαλούντες στο από 18-3-2003 υπόμνημά τους ζητούν την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιό Σας προς παροχή διευκρινίσεων κατ' άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ, θα πρέπει το εν λόγω αίτημα να απορριφθεί, δεδομένου ότι αυτοί τόσο με τις απολογίες τους, όσο και με τα έγγραφα που προσκόμισαν, παρέσχον όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις και διευκρινίσεις". Στην αιτιολογία δ'αυτή αναφέρονται οι λόγοι που συνέτρεχαν κατά το χρόνο εκείνο και δικαιολογούσαν την απόρριψη του αιτήματος των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του προαναφερόμενου Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διασαφήσεων και αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απορριπτική κρίση του τελευταίου. Δεν επήλθε, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εξαιτίας της απόρριψης του προαναφερόμενου αιτήματος των αναιρεσειόντων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθούν και οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 483 § 1 του ΚΠΔ). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτών ενώπιον του Συμβουλίου Σας, δεδομένου ότι επαρκώς και διεξοδικώς με τις αναιρέσεις τους και τα υπομνήματά τους που βρίσκονται στη δικογραφία ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους επί της κατ'αυτών κατηγορίας και δεν ανακύπτει, κατόπιν τούτου, ανάγκη προς παροχή περαιτέρω διασαφήσεων και διευκρινίσεων. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι αντίστοιχες υπ' αριθ. 252/18-12-2003 και 253/18-12-2003 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 κατά του υπ' αριθ. 1859/5-11-2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να απορριφθεί το αίτημα των ιδίων ως άνω αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Σας προς παροχή διασαφήσεων. και 3) Να επιβληθούν στους ως άνω αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 23 Νοεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ?Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δ' εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Τέλος, κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν τη μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος στην τελευταία αποδεικτικά μέσα (ένορκες και χωρίς όρκο καταθέσεις μαρτύρων και εγκαλούντων, συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων) προέκυψαν τα ακόλουθα: Περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998 ο υιός του εγκαλούντος Φ1 .... σε ταξίδι που πραγματοποίησε στην Ολλανδία, γνώρισε τον δεύτερο εκκαλούντα Χ2 , τον οποίο στη συνέχεια προσκάλεσε στα Ιωάννινα, όπου διέμενε. Τον Δεκέμβριο του 1998 ο δεύτερος εκκαλών πήγε στα Ιωάννινα μόνος και τον Αύγουστο 1999 συνοδευόμενος από την πρώτη εκκαλούσα, σύζυγό του, όπου σε συζήτηση που είχε με τον εγκαλούντα Φ1 του ανέφερε ότι αυτός και η σύζυγός του ασχολούνται με χρηματιστηριακές εργασίες και ότι συνεργάζονται με τους Ζ1 και Ζ2 , συγκατηγορουμένους τους, από τους οποίους ο πρώτος ήταν διευθυντής μεγάλου γραφείου χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και η δεύτερη, σύζυγός του, δικηγόρος και νομική σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, στην οποία ο Ζ1 ήταν στέλεχος. Περί τον μήνα Σεπτέμβριο του 1999 οι εκκαλούντες, συνοδευόμενοι και από τους Ζ1 και Ζ2 , πήγαν στα Ιωάννινα, όπου συναντήθηκαν, εκτός από τον Φ1 και με τους λοιπούς εγκαλούντες Φ2 και Φ3 , στους οποίους εμφάνισαν τους Ζ1 και Ζ2 ως αξιόπιστους και φερέγγυους επιχειρηματίες στο χώρο των επενδύσεων με τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι ο Ζ1 ήταν εκπρόσωπος θεσμικών επενδυτών στο Χρηματιστήριο και ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα να επενδύει τα χρήματα των πελατών του σε νεοεισαγόμενες μετοχές στο Χρηματιστήριο, οι οποίες μετά παρέλευση 40-50 ημερών απέφεραν κέρδη της τάξης του 100%, ότι ο Ζ1 είχε ήδη αποκτήσει μεγάλο πακέτο μετοχών των νεοεισαγομένων εταιρειών ΙΝΤΡΑΛΟΤ, ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ και ΠΕΤΣΙΟΣ και τέλος, ότι ο τελευταίος είχε την πλήρη κάλυψη της γνωστής ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, ενώ όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί ήσαν ψευδείς, γεγονός που γνώριζαν οι εκκαλούντες, με αποτέλεσμα να πείσουν τους προαναφερόμενους εγκαλούντες να καταβάλουν μέσω τραπεζικών λογαριασμών στους Ζ1 και Ζ2 τα εξής ποσά: α) Ο Φ1 την 5.11.1999 το ποσό των 5.000.000 δρχ., την 8.11.1999 το ποσό του 1.500.000 δρχ., την 10.11.1999 το ποσό των 10.000.000 δρχ. και την 26.11.1999 το ποσό των 12.500.000 δρχ. και συνολικά το ποσό των 28.000.000 δρχ. για την αγορά 11.000 μετοχών της εταιρείας ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ προς 1.000 δρχ. τη μία, 1.000 μετοχών της εταιρείας ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ προς 8.500 δρχ. τη μία και 800 μετοχών της εταιρείας ΠΕΤΣΙΟΣ προς 5.000 δρχ. τη μία, β) ο Φ2 , την 12.10.1999 το ποσό των 8.000.000 δρχ., την 14.10.1999 το ποσό των 2.000.000 δρχ. και την 15.10.1999 το ποσό των 4.000.000 δρχ. και συνολικά το ποσό των 14.000.000 δρχ. για την αγορά ίσης αξίας μετοχών της ΙΝΤΡΑΛΟΤ, και γ) ο Φ3 , την 11.10.1999 το ποσό των 8.000.000 δρχ. για την αγορά ίσης αξίας μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΡΑΛΟΤ. Τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς των Ζ1 και Ζ2, όπως καταθέτουν τόσο οι εν λόγω εγκαλούντες, όσο και οι μάρτυρες Ψ1 , Ψ2 και Ψ3 , τους επαναλάμβαναν και ενίσχυαν οι εκκαλούντες σε όλες τις συναντήσεις που είχαν με τους εγκαλούντες, μάλιστα δε η Χ1 ισχυριζόταν ότι τα γνώριζε αυτά λόγω της εργασίας που παρέσχε στην επιχείρηση του Ζ1, είναι δε επίσης χαρακτηριστικό ότι με το υπ' αριθ. 3548/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθήνας οι αυτοί εκκαλούντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας για σωρεία παρομοίων πράξεων (άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη διαπραχθείσα από το ζεύγος Ζ1 και Ζ2) σε βάρος επίσης κατοίκων Ιωαννίνων, με τις επιβαρυντικές μάλιστα περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής τους. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στη φερόμενη ως τελεσθείσα από τους συγκατηγορουμένους τους Ζ1 και Ζ2 , άδικη πράξη κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και για τον λόγο αυτόν απέρριψε τις υπ' αυτών ασκηθείσες κατά του υπ' αριθ. 6121/2002 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε, κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά του, το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό (με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών), με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή των ως άνω αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων άρθρα 13 εδάφιο στ΄, 45, 46 παρ. 1β, 48, 49 παρ. 2, 98 παρ. 1 και 2 και 386 παρ. 1 και 3 εδάφιο α΄ του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, όπως παρ. 1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ. 2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με την αναγκαία σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και δικαιολογούν την κρίση του Συμβουλίου Εφετών που το εξέδωσε περί της παροχής από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους άμεσης συνδρομής στους συγκατηγορουμένους αυτών Ζ1 και Ζ2 κατά την τέλεση από τους τελευταίους της προαναφερόμενης κακουργηματικής πράξεως απάτης και στην εκτέλεση αυτής, με την έννοια ότι η συνδρομή αυτή παρασχέθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς εκείνη δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος αυτού υπό τις περιστάσεις που φέρεται ότι τελέσθηκε, αφού γίνεται με το βούλευμα αυτό δεκτό ότι οι εκκαλούντες και όχι οι συγκατηγορούμενοί τους γνώριζαν τον εγκαλούντα Φ1 , ότι περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999 συνόδευσαν οι ίδιοι τους συγκατηγορουμένους των στα Ιωάννινα, όπου τους έφεραν σε επαφή με τον ως άνω εγκαλούντα, καθώς και τους άλλους δύο εγκαλούντες, ότι παρέστησαν ψευδώς προς τους τελευταίους ότι είναι οι Ζ1 και Ζ2 αξιόπιστοι και φερέγγυοι επιχειρηματίες στο χώρο των επενδύσεων, ότι έχουν κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των δύο δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι είναι ο Ζ1 εκπρόσωπος θεσμικών επενδυτών στο Χρηματιστήριο, ότι έχει αποκτήσει ήδη αυτός μεγάλο πακέτο μετοχών των εταιρειών ΙΝΤΡΑΛΟΤ, ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ και ΠΕΤΣΙΟΣ, ότι έχει ο ίδιος την πλήρη κάλυψη της γνωστής ασφαλιστικής εταιρείας ALICO, ότι επαναλάμβαναν και ενίσχυαν οι εκκαλούντες τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς σε όλες τις συναντήσεις που είχαν με τους εγκαλούντες και ότι η Χ1 ισχυριζόταν ότι γνώριζε τα ανωτέρω λόγω της εργασίας που παρείχε στην επιχείρηση του Ζ1, ενώ συγχρόνως γίνεται με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεκτό ότι γνώριζαν οι τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες το ψεύδος των ισχυρισμών τους. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν ερευνήθηκε από το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα το γεγονός ότι κανένας από τους εγκαλούντες δεν κατέθεσε τα χρήματά του σε λογαριασμό ή στο όνομα των ιδίων (αναιρεσειόντων), αφού δεν αποκλείεται από το γεγονός αυτό η ευθύνη των ιδίων ως άμεσων συνεργών της απάτης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η κατάθεση των χρημάτων αυτών στο όνομα του Ζ1 και της Ζ2 έγινε, γιατί ήταν οι τελευταίοι οι αυτουργοί της τελέσεως της απάτης και οι ίδιοι είχαν αποκτήσει, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ψευδείς ισχυρισμούς, το μεγάλο πακέτο μετοχών των εταιρειών ΙΝΤΡΑΛΟΤ, ΒΑΡΒΑΡΕΣΟΣ και ΠΕΤΣΙΟΣ. Περαιτέρω, ως προς τη συνδρομή στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία συντρέχει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ανεξάρτητα από το ότι με το υπ' αριθ. 3548/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί για παρόμοιες πράξεις μόνον η αναιρεσείουσα Χ1 , όχι δε και ο αναιρεσείων Χ2 . Παραλλήλως, συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών και τα προσκομισθέντα απαλλακτικά βουλεύματα και αθωωτικές αποφάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι αθωώθηκαν οι ίδιοι από την αποδοθείσα σ' αυτούς όμοια κατηγορία της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη. Η απαλλαγή ή αθώωση, όμως, αυτή αφορά αξιόποινες πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν απ' αυτούς εις βάρος διαφορετικών παθόντων, με αποτέλεσμα να μην παράγεται από τις σχετικές αποφάσεις ή τα απαλλακτικά βουλεύματα δεδικασμένο, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αποκλείει την σε άλλη ανεξάρτητη δίκη, διαφορετική εκτίμηση του ήδη αξιολογηθέντος στην προηγούμενη δίκη πραγματικού υλικού. Έτι περαιτέρω, είναι αόριστο των αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να διαταχθεί με το προσβαλλόμενο βούλευμα το άνοιγμα "όλων των λογαριασμών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό", αφού δεν αναφέρεται σ' αυτό ποίοι είναι οι ως άνω λογαριασμοί και στο όνομα ποίων έχουν ανοιχθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι απαραίτητη η απόρριψη του αιτήματος αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακόμη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση η ιδιότητα της πρώτης εξ αυτών ως υπαλλήλου του ζεύγους Ζ1 και Ζ2 και του δευτέρου τούτων ως συζύγου μιας εργαζόμενης ως ασφαλίστριας στο ζεύγος Ζ1 και Ζ2 να τους προσδώσει εκείνα τα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν την υπαγωγή τους στο αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, εφόσον ουδεμία συμμετοχή στη διαδικασία συναλλαγής του μηνυτή Φ1 με το ζεύγος Ζ1 και Ζ2 είχαν, καθόσον αφορά το περιεχόμενο της αιτιάσεως αυτής την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικώς προς την απόρριψη του αιτήματος αυτών να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της αποδιδόμενης σ' αυτούς κατηγορίας, καθόσον απορρίφθηκε το αίτημά τους αυτό, με τη διαλαμβανόμενη στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται και το προσβαλλόμενο βούλευμα, αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία: "Τέλος, επειδή οι εκκαλούντες στο από 18-3-2003 υπόμνημά τους ζητούν την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιό Σας προς παροχή διευκρινίσεων κατ' άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, θα πρέπει το εν λόγω αίτημα να απορριφθεί, δεδομένου ότι αυτοί τόσο με τις απολογίες τους, όσο και με τα έγγραφα που προσκόμισαν, παρέσχον όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις και διευκρινίσεις". Στην αιτιολογία δε αυτή αναφέρονται οι λόγοι που συνέτρεχαν κατά το χρόνο εκείνο και δικαιολογούσαν την απόρριψη του αιτήματος των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του προαναφερόμενου Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διασαφήσεων και αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απορριπτική κρίση του τελευταίου. Δεν επήλθε, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εξαιτίας της απόρριψης του προαναφερόμενου αιτήματος των αναιρεσειόντων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και όσων ο Εισαγγελεύς προτείνει στην πρόταση του οποίου κατά τα λοιπά και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, είναι αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθούν και οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Προσθέτως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτών ενώπιον του Συμβουλίου σας, δεδομένου ότι επαρκώς και διεξοδικώς με τις αναιρέσεις τους και τα βουλεύματά τους που υπάρχουν στη δικογραφία ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους επί της κατ' αυτών κατηγορίας και δεν ανακύπτει, κατόπιν τούτου, ανάγκη προς παροχή περαιτέρω διασαφήσεων και διευκρινίσεων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 252 και 253/18.12.2003 αιτήσεις των 1) Χ1 και 2) Χ2 , για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 1859/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ