Αριθμός 947/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κιντή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4597/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1727/2005, ως και στους από 20 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1α ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, άν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 4597/2005 απόφασής του, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19-1-2000 υπεγράφη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λαυρίου Δήμητρας Χαραλαμπάκη το ...... Συμβόλαιο αυτής, που νόμιμα μεταγράφηκε, με το οποίο ο πωλητής Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον κατηγορούμενο αδελφό του, μεταβίβασε στις εγκαλούσες, αντί 7.000.000 δραχ. πραγματικό τίμημα, ένα αγροτεμάχιο αναφερόμενο ως περιέχων έκταση 4.826 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας .... Αττικής. Τούτο ήταν και φέρεται πράγματι στο συμβόλαιο εκτός σχεδίου και μη οικοδομήσιμο. Όμως η πραγματική έκταση του πωληθέντος ήταν 2.363 τ.μ., γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος ως πατρική του περιουσία, και, παρόλα αυτά, παρέστησε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι τούτο ήταν έκτασης 4.826 τ.μ., με σκοπό να περιποιήσει στον αδελφό του και πωλητή παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή να λάβει τίμημα 7.000.000 δραχ., που αναλογούσε στη μεγαλύτερη έκταση, αντί του αντίστοιχου, αναλογικά, κατώτερου τιμήματος που αντιστοιχούσε στην πραγματική έκταση ιδιοκτησίας του πωλητή. Σημειωτέον ότι το πωληθέν περιήλθε στον πωλητή από κληρονομιά του πατέρα του, την οποία αυτός αποδέχτηκε με την ...... δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λαυρίου Δήμητρας Χαραλαμπάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Στην πράξη αποδοχής τούτο αναφέρεται ως έχων έκταση 2.363 τ.μ., που ήταν και η πραγματική του έκταση, η οποία διορθώθηκε με την....... πράξη ενώπιον της ίδιας παραπάνω Συμβολαιογράφου, δηλαδή την ίδια ημέρα και λίγο πριν συνταχθεί το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, προκειμένου να επιτευχθεί πλήρως η παραπλάνηση των αγοραστριών, περί της πραγματικής έκτασης του πωληθέντος. Έτσι έπεισε ο αναιρεσείων τις ως άνω εγκαλούσες να προβούν στην αγορά του εν λόγω αγροτεμαχίου με το παραπάνω συμβόλαιο και να καταβάλουν στον πωλητή αδελφό του το ποσό των 7.000.000 δρχ., ως τίμημα, πράξεις στις οποίες αυτές (εγκαλούσες) δεν θα προέτειναν αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή η έκταση του εν λόγω αγροτεμαχίου ήταν 2.363 τ.μ. και όχι 4.862 τ.μ. Από την ανωτέρω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ζημιώθηκαν οι εγκαλούσες το ανωτέρω ποσό καθώς και από την εμπλοκή τους σε πολυέξοδους δικαστικούς αγώνες με τον κατηγορούμενο, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια του προαναφερόμενου αδελφού του κατηγορουμένου. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο απάτης, κατά συναυτουργία τελεσθείσας, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος προς τις εγκαλούσες, όσον αφορά την έκταση του πωλουμένου αγροτεμαχίου, αλλά και η γνώση από τον τελευταίο ότι οι παραπάνω παραστάσεις ήταν ψευδείς, με την παραδοχή ότι το αγροτεμάχιο αυτό ανήκε στην πατρική του περιουσία, την οποία αποδέχθηκε ο αδελφός του, ως και ο κοινός δόλος με τον εκπροσωπούμενο από αυτόν στην σύναψη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με τις εγκαλούσες, αδελφό του, με την παραδοχή ότι, με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του, σκοπούσε να περιποιήσει σ' αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος. Επίσης αναφέρεται και προσδιορίζεται η ζημία των εγκαλουσών από την εξαπάτησής τους σε ποσό των 7.000.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλαν οι τελευταίες ως τίμημα της αγοραπωλησίας του εν λόγω αγροτεμαχίου, ενώ ο μη προσδιορισμός της ζημία που υπέστη κάθε μία χωριστά από τις εγκαλούσες, στις οποίες μεταβιβάσθηκε (προφανώς εξ αδιαιρέτου) το αγροτεμάχιο δεν στερεί την απόφαση της απαιτούμενης αιτιολογίας, αφού το έγκλημα για το οποίο κατηγορείτο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων ήταν της απλής απάτης, και όχι κακουργηματικής ή απάτης από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ώστε να έχει έννομη επιρροή ο προσδιορισμός του ύψους αυτής. Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι του κύριου δικογράφου και των πρόσθετων λόγων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, ενώ, ως απαράδεκτος, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε η κατάθεση της μάρτυρος ..... (η οποία πάντως λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο με την αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο), διότι, με αυτόν, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος του κύριου δικογράφου, με τον οποίο προσδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη παράθεσης σ' αυτή του άρθρου 45 του ΠΚ, αφού με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2000 (ΦΕΚ 165 Α' 30-6-2003) καταργήθηκε η περίπτωση Η΄ του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, που προέβλεπε, ως λόγο αναίρεσης, την μή παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2005 αίτηση και τους από 20 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους του Χ1 , για αναίρεση της 4597/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 3 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ