ΑΡΙΘΜΟΣ 1481/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Χ1 και 2. Χ2 περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 881/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ομόρρυθμο Εταιρία με την επωνυμία "..... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ".....", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα από το ευρισκόμενο στην ..... υποκατάστημά της και 2 Ψ1. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και oι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2006 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1456/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 13/5-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Θεσσαλονίκης με το 164/2006 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για κακουργήματα, τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, για να δικαστούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και ψευδορκία μάρτυρα (βλ. βούλευμα). ΙΙ.Κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν την 21/12-4-2006 έφεση και το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το 881/2006 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομίμως στον πρώτο κατηγορούμενο στις 31-7-2006 και στον δεύτερο στις 2-8-2006. Στις 3-8-2006 εμφανίσθηκαν στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης οι δύο κατηγορούμενοι και δήλωσαν ότι ασκούν αναίρεση κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 15/3-8-2006 έκθεση αναιρέσεως (βλ. έκθεση). Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η υπέρβαση εξουσίας , η απόλυτη ακυρότητα και η παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρα 93 Συντάγματος, 139, 484§1 α', γ', δ' και ε', σε συνδ. με 57 ΚΠΔ). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα η αναιρεσείουσα παραπέμπεται να δικαστεί για κακούργημα και συναφές πλημμέλημα(άρθρα 462, 463, 473, 474, 482§1α' ΚΠΔ και 98, 224 παρ. 1 και 386 παρ.1 και 3 α' Π.Κ). III. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη, ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί, συνεπεία αυτής, να προξενήθηκε η πλάνη και από την παραπλάνηση αυτή να οδηγήθηκε ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή βλάβη σ' αυτόν ή τρίτο. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή στον παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς κατάστασης, από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Με την επέλευση δε της βλάβης, έστω και εν μέρει, συντελείται το εν λόγω έγκλημα, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του σκοπηθέντος οφέλους του δράστη ή τρίτου. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους από έναν δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα η την απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση και οι επί μέρους ενέργειες καθ΄ ενός από τους αυτουργούς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του Π.Κ, "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις εκτός αν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. IV. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 β' του ΚΠΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. V. Περαιτέρω γίνεται δεκτόν ότι στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, περιλαμβάνονται και οι μερικότερες πράξεις που ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως αρκεί να είναι προγενέστερες της ποινικής δίωξης και να έχει απαγγελθεί και για αυτές κατηγορία (βλ. ΑΠ 106/1974 Ποιν. Χρον. ΚΔ' 439 , ΑΠ 792/1986 Ποιν. Χρον. ΛΣΤ' 748, ΑΠ 1039 και 1492/1988 Ποιν. Χρον. ΛΘ' 43 και 362, ΑΠ 505/1990 Ποιν. Χρον. ΜΕ' 800), καθώς και ότι αν το Συμβούλιο Εφετών παραλείψει να αποφανθεί σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό περί παραβιάσεως δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, που προτάθηκε νομοτύπως, τότε ανακύπτει ζήτημα αναίρεσης του σχετικού βουλεύματος, όχι λόγω παραβίασης δεδικασμένου (άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ), αλλά αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, (άρθρ. 484 παρ. 1στ΄ ΚΠΔ) γιατί το Συμβούλιο δεν ασκεί δικαιοδοσία που του δίνει ο νόμος, να εξετάζει δηλαδή την ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας (βλ. ΑΠ 1779/2006). VI. To Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τους ήδη αναιρεσείοντες κρίση, ότι δηλαδή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις της κατ΄εξακολούθηση και κατά συναυτουργία κακουργηματικής απάτης και της ψευδορκίας μάρτυρος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και δι΄αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την ενσωματωμένη σ΄αυτό Εισαγγελική πρόταση, ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε και ειδικότερα από το περιεχόμενο της από 23-8-2004 εγκλήσεως, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα υπομνήματα των εκκαλούντων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκ των εκκαλούντων, Χ2, ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Προμηθευτικός και Παραγωγικός συνεταιρισμός ηλεκτρικών συσκευών και συναφών ειδών" Συν.Π.Ε. με διακριτικό τίτλο "SILBER ΣΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ο δε εκκαλών, Χ1, ήταν Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγω Συνεταιρισμού. Αμφότεροι δε ήταν τα αρμόδια όργανα του Συνεταιρισμού τα οποία υπέγραφαν κάθε έγγραφο, κάθε δε επιταγή έπρεπε να φέρει την υπογραφή αμφοτέρων των ως άνω οργάνων. Κύριο αντικείμενο δραστηριότητας της ως άνω εταιρίας ήταν να αγοράζει χονδρικώς, για λογαριασμό των μελών του, τα προϊόντα της εμπορίας ενός εκάστου εξ' αυτών. Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας συμφώνησαν με την εγκαλούσα εταιρία την οποία εκπροσωπούσαν νόμιμα ο Ψ1 και ......., την πώληση και παράδοση στον Συνεταιρισμό εμπορευμάτων (ηλεκτρικών ειδών), συνολικής αξίας 61.145,80 ευρώ, τα οποία ο Συνεταιρισμός θα απέδιδε σε συγκεκριμένα μέλη του. Για την εξόφληση της αξίας των εμπορευμάτων αυτών, οι εκκαλούντες εξέδωσαν και παρέδωσαν στην εγκαλούσα εταιρία τέσσερις επιταγές μεταχρονολογημένες, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης, αντίστοιχα, ...., ...., .... και ..... Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο ως άνω εταιριών ήταν πολύ παλαιότερες και ουδέποτε είχε εμφανισθεί πρόβλημα στην εξόφληση των επιταγών που εξέδιδε η εταιρία των εκκαλούντων υπέρ της εγκαλούσας εταιρίας. Οι παραπάνω όμως σημειούμενες επιταγές όταν εμφανίσθηκαν στην Τράπεζα, για πληρωμή, εντός του οκταημέρου από της φερομένης ημερομηνίας έκδοσης, σφραγίσθηκαν και δεν εξοφλήθηκαν γιατί δεν υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια. Παράλληλα όμως με τη μη εξόφληση και σφράγιση των ως άνω επιταγών, σφραγίσθηκαν και άλλες επιταγές, κατά τον κρίσιμο χρόνο (δεύτερο εξάμηνο 2000), οι οποίες είχαν εκδοθεί μεταχρονολογημένες κι αυτές, υπέρ άλλων προμηθευτών του εν λόγω Συνεταιρισμού. Το δε σύνολο των χρεών του Συνεταιρισμού, μόνο από επιταγές, ανέρχονταν, μέχρι 1-12-2000, στο συνολικό ποσό των 2.191.655 ευρώ. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι στην προσπάθεια τους να ωφεληθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, αποσιωπούσαν την ως άνω υπερχρέωση του συνεταιρισμού από τους εγκαλούντες και άλλους προμηθευτές, γνωρίζοντες ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν, αφού ο Συνεταιρισμός δεν είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα. Αυτή η υπερδιόγκωση των χρεών σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό τους ότι ο Συνεταιρισμός δημιουργεί καινούριες εγκαταστάσεις στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, ισχυρισμός ψευδής, αφού στις καινούριες εγκαταστάσεις έχει την έδρα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "SILBER CENTER Α.Ε.", στην οποία συμμετείχαν μέλη του Συνεταιρισμού, μεταξύ των οποίων και οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, και το αντικείμενο της οποίας ήταν παρεμφερές με την εμπορική δραστηριότητα του Συνεταιρισμού. Τα ανωτέρω, από μόνα τους, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, η δε υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι εκκαλούντες, η ένταση του δόλου και ο βαθμός της οργανωμένης ετοιμότητας, που είχε πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, προσδίδει στην πράξη της απάτης την διακεκριμένη μορφή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτής. Με αυτές τις σκέψεις και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, πρόδηλον είναι ότι, το εκκαλούμενο βούλευμα, στους νόμιμους λόγους και σκέψεις του οποίου αλλά και της ενσωματωθείσας σ' αυτό εισαγωγικής προτάσεως αναφέρομαι συμπληρωματικώς, που δέχθηκε ότι συντρέχουν σ' αυτή την περίπτωση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων, τόσον όσον αφορά την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που αυτά επεδίωξαν και επέτυχαν υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ευρώ, όσον και για την πράξη της ψευδορκίας, σύμφωνα με την οποία ενώ οι εκκαλούντες γνώριζαν ότι τις επίδικες επιταγές τις είχαν υπογράψει, ως εκδότες, οι ίδιοι, γεγονός που απεδείχθη από τις δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες κατέθεσαν ψευδώς ότι δεν τις είχαν υπογράψει αυτοί και ακόμη ότι δεν γνώριζαν, δήθεν, ποιος τις είχε υπογράψει και τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικαστούν ως υπαίτιοι των παραπάνω πράξεων, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν και συνεπώς η έφεση που αυτοί άσκησαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις. Η εγκαλούσα με το διακριτικό τίτλο "....." είναι ομόρρυθμη εταιρία με έδρα την ..... και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την πώληση σε τρίτους με σκοπό το κέρδος ηλεκτρικών και άλλων συναφών ειδών. Από τον Ιούλιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, ήταν Πρόεδρος, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ1, ήταν Αντιπρόεδρος του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Προμηθευτικός και Παραγωγικός Συνεταιρισμός Ηλεκτρικών Συσκευών και Συναφών Ειδών-ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (ΣΥΝ.Π.Ε.)", το διακριτικό τίτλο "SILBER Σ.Π.Ε." και έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ο συνεταιρισμός αυτός είχε εμπορική συνεργασία τόσο με την εγκαλούσα εταιρία, όσο και με άλλους εμπόρους, φυσικά πρόσωπα και εταιρίες. Συγκεκριμένα η εγκαλούσα και τρίτοι προμηθευτές της πωλούσαν και παρέδιδαν στα μέλη του συνεταιρισμού, τα οποία επίσης είναι τόσο νομικά, όσο και φυσικά πρόσωπα, εμπορεύματα τους, ενώ το τίμημα τους κατέβαλε ο συνεταιρισμός εκδίδοντας και παραδίδοντας στους πωλητές μεταχρονολογημένες επιταγές. Η εγκαλούσα εταιρία ειδικότερα πώλησε και παρέδωσε σε μέλη του συνεταιρισμού "SILBER Σ.Π.Ε.": α) στις 14-7-2000 εμπορεύματα της αξίας 26.235,43 ΕΥΡΩ, β) στις 11-8-2000 εμπορεύματα της αξίας 10.010,37 γ) στις 12-9-2000 εμπορεύματα της αξίας 8.950,84 ΕΥΡΩ και δ) στις 17-10-2000 εμπορεύματα της αξίας 15.049,16 ΕΥΡΩ. Ο συνεταιρισμός ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα των πωλήσεων εκδίδοντας χάριν καταβολής και παραδίδοντας στην εγκαλούσα και πωλήτρια εταιρία (ι) την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 26.235,43 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 5-12-2000, (ιι) την υπ' αριθμό ...... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 10.010,37 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 10-1-2001, (ιιι) την υπ' αριθμό....... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 8.950,84 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 30-1-2001 και (ιν) την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 15.049,16 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 1-3-2001. Οι επιταγές αυτές έφεραν στη θέση του εκδότη τις υπογραφές των κατηγορουμένων (βλ. και τις από 20-12-2005 και 12-1-2006 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των Γραφολόγων ..... και .... αντίστοιχα). Η εγκαλούσα μεταβίβασε με οπισθογράφηση της επιταγές αυτές σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο διατηρούσε αξίωση εναντίον της, αλλά, όταν ο υπερού η οπισθογράφηση και νόμιμος πλέον κομιστής τους εμφάνισε τις επιταγές αυτές προς πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες, δεν μπόρεσε να εισπράξει το ποσόν τους, επειδή ο Συνεταιρισμός δεν είχε διαθέσιμα στο λογαριασμό του. Το γεγονός της μη πληρωμής των επιταγών αυτών βεβαιώθηκε στο σώμα τους από τις πληρώτριες Τράπεζες. Η εγκαλούσα τότε αναγκάσθηκε να καταβάλει τα ποσά των επιταγών στο νόμιμο κομιστή τους, ο οποίος μετά από αυτό επέστρεψε τους τίτλους στους νομίμους εκπροσώπους της εγκαλούσας. Περαιτέρω προκύπτει ότι κάτω από τις ίδιες συνθήκες εξαπατήθηκαν και άλλοι προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού και συγκεκριμένα: (1) Η εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ Α.Ε." που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού (ι) στις 14-7-2000 ηλεκτρικά είδη αξίας 21.716,80 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν εις διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΓΝΑΤΙΑ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 8-11-2000 και (ιι) στις 17-10-2000 επίσης ηλεκτρικά είδη αξίας 15.050,32 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 8-1-2001, (2)Ο έμπορος Φ1 που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του ίδιου Συνεταιρισμού τον Αύγουστο του έτους 2000 ραπτομηχανές αξίας 4.695,52 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 31-12-2000. (3) Η εταιρία με την επωνυμία "ΕΞΕΛ Α.Ε." που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και 17-10-2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 293.470,29 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή τις υπ' αριθμό ...., ...., ....., ...., ..... και .....έξι (6) μεταχρονολογημένες επιταγές με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης την 5-12-2000, 5-1-2001, 5-2-2001, 5-3-2001, 5-4-2001 και 5-5-2001 αντίστοιχα, ποσού 29.347,03 ΕΥΡΩ, 29.347,03 ΕΥΡΩ, 58.694,06 ΕΥΡΩ, 58.694,06 ΕΥΡΩ και 58.694,06 ΕΥΡΩ αντίστοιχα: (4) Η εταιρία με την επωνυμία "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ ΑΕΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 161.445,55 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή τις υπ' αριθμό .... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης την 30-11-2000 και 7-1-2000 αντίστοιχα, ποσού 44.994,86 ΕΥΡΩ και 49.889,95 ΕΥΡΩ αντίστοιχα: (δ) η εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΣΑΡΑΦΙΔΗ ΑΕΒΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 64.993,38 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή τις υπ΄ αριθμό .... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές με πληρώτρια της πρώτης την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ενώ της δεύτερης την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης την 31-1-2001 και 7-12-2000 αντίστοιχα, ποσού 3.364,62 ΕΥΡΩ και 61.628,76 ΕΥΡΩ αντίστοιχα: (6) Η εταιρία με την επωνυμία "ΕΛ-ΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΑΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 10.216,74 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό .... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 10-11-2000. (7) Η εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΑΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως Και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 42.162,88 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ...... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 5-12-2000. (8) Η εταιρία με την επωνυμία "...... Ο.Ε." που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 8.019,25 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 10-1-2001:(9) Η εταιρία με την επωνυμία ".....ΟΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2000 έως 23-10-2000 εμπορεύματα της συνολικής αξίας 59.147,65 ΕΥΡΩ, το τίμημα των οποίων δεν καταβλήθηκε και (10)) Ο έμπορος Φ2, που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού το Σεπτέμβριο του έτους 2000 εμπορεύματα του συνολικής αξίας 90.975,79 ΕΥΡΩ, το τίμημα των οποίων δεν καταβλήθηκε. Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, όταν εμφανίσθηκαν για πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα των τίτλων με τη σφράγισή τους. Ο Συνεταιρισμός κατά το χρονικό διάστημα που καταρτίσθηκαν και εκτελέσθηκαν οι συμβάσεις που προαναφέρθηκαν, δηλαδή από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ήταν ήδη αφερέγγυος και δεν μπορούσε να καταβάλει στους προμηθευτές του το τίμημα των πωλήσεων, ενώ παράλληλα δεν είχε διαθέσιμα σε τραπεζικούς του λογαριασμούς για την πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι προμηθευτές του Συνεταιρισμού είχαν απαιτήσεις εναντίον του ποσού περίπου 8.217.168 ΕΥΡΩ (πρβλ. και το υπ' αριθμό 438/2003 βούλευμα του παρόντος Συμβουλίου). Το γεγονός αυτό είχε οδηγήσει το Συνεταιρισμό σε μόνιμη και γενική αδυναμία να ανταποκρίνεται στις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Αποτέλεσμα της οικονομικής του αυτής δυσπραγίας ήταν να κηρυχθεί με την υπ' αριθμό 429/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης σε πτώχευση με χρόνο παύσης πληρωμών την 1-1-2001. Οι κατηγορούμενοι όμως αποσιώπησαν το αληθινό αυτό γεγονός τόσο από την εγκαλούσα, όσο και από τους άλλους προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού, μολονότι είχαν υποχρέωση ως καλόπιστοι συναλλασσόμενοι να τους ενημερώσουν για την οικονομική αδυναμία του Συνεταιρισμού (ΑΚ 288). Η υποχρέωση αυτή των κατηγορουμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επιβεβλημένη και για το λόγο ότι ο Συνεταιρισμός είχε αναπτύξει με τους προμηθευτές του και μια ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης, αφού είχε εμπορική συνεργασία μαζί τους από το έτος 1989, χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να εμφανισθούν προβλήματα στις μεταξύ τους συναλλαγές. Οι κατηγορούμενοι αντίθετα ως εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού εξέδωσαν και παρέδωσαν στους προμηθευτές των μελών του τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές με μοναδικό σκοπό να διατηρήσουν την καλή εντύπωση που ο Συνεταιρισμός είχε δημιουργήσει σε αυτούς από την μακρόχρονη προηγούμενη συνεργασία μαζί τους ως προς τη δυνατότητα του να εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις των μελών του έναντι των προμηθευτών του, παρά το γεγονός ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000 ο Συνεταιρισμός ήταν ήδη αφερέγγυος. Οι κατηγορούμενοι επικαλούνται ότι ο Συνεταιρισμός είχε απαιτήσεις κατά των μελών του ποσού περίπου 2.934.703 ΕΥΡΩ, τις οποίες δεν είχε εισπράξει και ότι αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και οδηγήθηκε τελικά σε οικονομική αφερεγγυότητα. Το γεγονός όμως αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί αληθινό, δεν αναιρούσε την υποχρέωση τους να διαφωτίσουν τους πωλητές για την αδυναμία του Συνεταιρισμού να καταβάλει το τίμημα των πωλήσεων και να έχει διαθέσιμα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς για να καλύπτει επιταγές του. Ανεξάρτητα από αυτό οι απαιτήσεις αυτές του Συνεταιρισμού έναντι των μελών του δεν προκύπτει ότι, πράγματι υφίστανται. Στο από 1-6-2002 έγγραφο που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι αναφέρονται οι απαιτήσεις του Συνεταιρισμού κατά μελών του, το συνολικό ύψος τους και ότι ο Συνεταιρισμός έχει στραφεί δικαστικά με αγωγές εναντίον όσων μελών του οφείλουν σε αυτόν εισφορές. Από κανένα όμως άλλο στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει αν οι αγωγές αυτές πράγματι έγιναν δεκτές από τα αρμόδια Πολιτικά Δικαστήρια ή αν τελικά εισπράχθηκαν οι απαιτήσεις αυτές, έστω και με επιμέλεια του συνδίκου της πτώχευσης, μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας που είναι σήμερα σε εξέλιξη. Οι κατηγορούμενοι επικαλούνται επίσης ότι και μετά το έτος του έτους 2000, όταν δηλαδή ήταν πια έντονες οι φήμες ότι η οικονομική κατάσταση του Συνεταιρισμού δεν ήταν καλή, διάφοροι προμηθευτές τους, μεταξύ των οποίων και η εταιρία "ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ", συνέχισαν τη συνεργασία τους με αυτόν. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή το κρίσιμο χρονικό διάστημα είναι το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000, κατά το οποίο οι κατηγορούμενοι παραπλανούσαν τους προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού ως προς την οικονομική του κατάσταση, που γνώριζαν ότι είναι κακή, αφού μετά κηρύχθηκε σε πτώχευση με χρόνο παύσης πληρωμών την 1-1-2001. Η κακή οικονομική συγκυρία, που κλόνισε την εμπορική πίστη του Συνεταιρισμού και τον οδήγησε τελικά σε πτώχευση με χρόνο παύσης πληρωμών την 1-1-2001, ήταν γνωστή στους κατηγορουμένους πριν από πολύ χρόνο, γιατί η αφερεγγυότητα του, που εκδηλώθηκε στις συναλλαγές το έτος 2001, όπως οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ομολογούν, δεν ήταν απρόβλεπτο αποτέλεσμα, αλλά απόρροια μακράς προηγούμενης διαδικασίας. Από το γεγονός αυτό προκύπτει περαιτέρω ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τόσο την αφερεγγυότητα του Συνεταιρισμού κατά τον επίδικο χρόνο, όσο και το γεγονός ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες είχαν εκδώσει και παραδώσει στους προμηθευτές των μελών του, χάριν καταβολής του τιμήματος των πωλήσεων, δεν επρόκειτο να πληρωθούν από έλλειψη διαθεσίμων κατά το χρόνο της εμφάνισης τους προς πληρωμή (πρβλ. την ΑΠ 980/2003 ΠοινΛ 2003, 1068). Αν επίσης η εγκαλούσα και οι άλλοι προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού γνώριζαν ότι ο Συνεταιρισμός δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το τίμημα των εμπορευμάτων που τα μέλη του είχαν αγοράσει από αυτούς και ότι δεν είχε διαθέσιμα κατά το χρόνο της πραγματικής και φερόμενης έκδοσης των παραπάνω μεταχρονολογημένων επιταγών, δεν θα πωλούσαν εμπορεύματα τους στα μέλη του. Οι κατηγορούμενοι με την πράξη τους αυτή επιδίωκαν ευθέως να αποφύγουν την καταβολή του τιμήματος των πωλήσεων στην εγκαλούσα συνολικού ποσού 832139,97 ευρώ κατά το οποίο ζημίωσαν και την περιουσία των προμηθευτών των μελών του. Από το γεγονός περαιτέρω ότι οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν στο όνομα και για λογαριασμό του Συνεταιρισμού, τον οποίο εκπροσωπούσαν, σειρά ακάλυπτων επιταγών προκύπτει σκοπός τους να πορίζονται εισόδημα από τις πράξεις τους αυτές και σταθερή τους ροπή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Επίσης προέκυψε ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 7-6-2004, ενώ εξετάσθηκαν ένορκα ως μάρτυρες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στη δίκη κατά την οποία δικάζονταν οι Σ1 και ....., κατηγορούμενοι για έκδοση ακάλυπτης επιταγής από κοινού και απάτης από κοινού, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Χ2) κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα ότι δεν γνώριζε ποιος είχε υπογράψει τις προαναφερόμενες υπ' αρ. ...., ...., ...., ..... μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, της Τράπεζας Κύπρου (η πρώτη και τέταρτη) και της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. (η δεύτερη και τρίτη), ποσού αντίστοιχα 8.939,722 δρχ. 3.717.709 δρχ., 3.050.000 δρχ., 5.128.000 δρχ., που εκδόθηκαν σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "...... Ο.Ε.", με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης τις 5-12-2000, 10-1-2001, 30-1-2001, 1-3-2001, ούτε ότι τις είχε υπογράψει ο ίδιος (ο κατηγορούμενος), ενώ γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, αφού καθεμιά από τις επιταγές αυτές, όπως γνώριζε ο α' κατηγορούμενος έφερε την υπογραφή του καθώς και εκείνη του β' κατηγορουμένου (Χ1), τις οποίες είχαν θέσει υπό τις ιδιότητες του Προέδρου (ο α') και Αντιπροέδρου (ο β' ) του ως άνω Συνεταιρισμού, αφού κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης τους ήτοι στις 14-7-2000, 11-8-2000, 12-9-2000, 17-10-2000, αντίστοιχα είχαν τις άνω ιδιότητες οι κατηγορούμενοι και σύμφωνα με το από 12-7-2000 πρακτικό του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού κάθε έγγραφο και επιταγή του Συνεταιρισμού έπρεπε να φέρει τις υπογραφές και των δύο κατηγορουμένων ή ενός από αυτών και του Σ1 (Γενικού Γραμματέα του Συνεταιρισμού). Όσον αφορά τον β' κατηγορούμενο (Χ1), στο ίδιο δικαστήριο, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Οι επιταγές που επιδεικνύονται από το συνήγορο της Πολιτικής αγωγής δεν έχουν την δική μου υπογραφή..... Πού να ξέρω ποιος υπέγραψε τις επιταγές... Εγώ δεν υπέγραψα ποτέ σαν Αντιπρόεδρος". Τα ανωτέρω δε ήταν ψέματα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. VII. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ως προς τα προαναφερθέντα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και της ψευδορκίας μάρτυρος και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κατά του πρωτοβαθμίου βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ΄, 45, 98, 224 παρ. 2 και 386 παρ. 1 και 3α ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε το Συμβούλιο, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Κατά συνέπεια οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Αβάσιμοι επίσης είναι οι περί υπερβάσεως εξουσίας και απόλυτης ακυρότητας λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται κατά τους αναιρεσείοντες στο ότι για τις πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν σε βάρος των άλλων πλην της εταιρείας ".......", παθόντων, δεν υπήρχε η απαιτουμένη έγκληση και ούτε είχε ασκηθεί γι΄αυτές τις περιπτώσεις ποινική δίωξη, αφού οι κακουργηματικού χαρακτήρα απάτη σε βάρος των παθόντων αυτών, διώκεται εξ επαγγέλματος και όχι κατ΄έγκληση, ενώ περαιτέρω οι πράξεις αυτές φέρονται να έχουν τελεστεί κατά το έτος 2000, είναι επί μέρους πράξεις κατ΄εξακολούθηση εγκλήματος, που είχαν τελεστεί, πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης που έγινε με την ΣΤ04/509/6-4-2005 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προς τον αρμόδιο Ανακριτή Θεσσαλονίκης και συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία που απαγγέλθηκε στους αναιρεσείοντες Χ1 στις 22-8-2005 και Χ2 στις 24-8-2005. Για μια όμως επί μέρους πράξη κακουργηματικής απάτης που φέρεται να έχει τελεστεί σε βάρος της εταιρείας "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ Α.Ε." από τον Ιούλιο έως Οκτώβριο 2000, ανακύπτει ζήτημα αναίρεσης του προσβαλλομένου βουλεύματος. Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες με σαφή λόγο έφεσης που περιλαμβάνεται στην 21/12-4-2006 κοινή έφεσή τους κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, προέβαλαν την ύπαρξη δεδικασμένου που προέκυπτε από το 438/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Όμως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης παρέλειψε να αποφανθεί επί του θέματος αυτού με αποτέλεσμα να ανακύπτει όχι ζήτημα παραβιάσεως δεδικασμένου, (άρθρ. 484 παρ. γ΄ ΚΠΔ) όπως υποστηρίζουν με τον σχετικό τους λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, αφού το Συμβούλιο δεν απέρριψε το σχετικό αίτημα, αλλά αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, (άρθρο 484 παρ. 1 στ΄ ΚΠΔ) γιατί το Συμβούλιο δεν άσκησε δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, να εξετάσει δηλαδή την ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας. Συνεπώς πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, μόνον ως προς την παραπεμπτική του διάταξη που αναφέρεται στην σε βάρος της εταιρείας "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ Α.Ε." τελεσθείσα πράξη της κατά συναυτουργία κακουργηματικής απάτης και κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο προς νέα κρίση, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών, ενώ ως προς όλες τις άλλες παραπεμπτικές διατάξεις του ίδιου βουλεύματος η υπό κρίση κοινή αναίρεση των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να γίνει δεκτή εν μέρει η με αριθμό 15/3-8-2006 κοινή αναίρεση των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 κατά του 881/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και μόνον ως προς την παραπεμπτική διάταξη αυτή για κατά συναυτουργία κακουργηματική απάτη με παθούσα την εταιρεία "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ Α.Ε." και να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνον ως προς το τμήμα αυτό της κατηγορίας για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Και ΙΙ. Να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά τα λοιπά η ίδια αναίρεση κατά του ίδιου βουλεύματος, όσον αφορά όλες τις άλλες παραπεμπτικές διατάξεις. Αθήνα 15 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Αθέμιτη δε παρασιώπηση συνιστά η παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων όταν από το νόμο ή τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργεια του δράστη υπάρχει υποχρέωση ανακοίνωσης αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοίνωσης μπορεί να θεμελιωθεί και στην επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 197, 298 και 330 του ΑΚ, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφορά στο συμβαλλόμενο. Ως γεγονότα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά, που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδ.α' του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος, ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίωσν (5.000.000) δραμών (15.000 ευρώ). Εξάλλου κατά το άρθρο 13 εδ.στ' του ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.2408/1996 "κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη". Από την τελευταία αυτά διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ΄επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράση να πορισθεί εισόδημα από την επανειλλημένη τέλεσή του. Επίσης κατ΄επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ που ορίζει "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός", συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή, με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θα θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος απ'αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με την δράση των άλλων. Για τον έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους αυτουργούς. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.3327/2005, "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του. β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος, πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις εκτός αν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ΄αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται ενόλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται ενόλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένη εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠοινΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου 881/2006 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματεμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ΄είδος αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, χωρίς όρκο καταθέσεις των νομίμων εκπροσώπων της πολιτικώς ενάγουσας, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης εγγράφων της δικογραφίας, απολογίες των κατηγορουμένων και των υπομνημάτων τους), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκ των εκκαλούντων, Χ2, ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Προμηθευτικός και Παραγωγικός Συνεταιρισμός Ηλεκτρικών Συσκευασιών και Συναφών Ειδών" Συν.ΠΕ με διακριτικό τίτλο "SILBER ΕΠΕ" με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ο δε εκκαλών Χ1, ήταν Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγων Συνεταιρισμού. Αμφότεροι δε ήταν τα αρμόδια όργανα του Συνεταιρισμού τα οποία υπέγραφαν κάθε έγγραφο, κάθε δε επιταγή έπρεπε να φέρει την υπογραφή αμφοτέρων των άνω οργάνων. Κύριο αντικείμενο δραστηριότητας της ως άνω εταιρίας ήταν να αγοράζει χονδρικώς, για λογαριασμό των μελών του, τα προϊόντα της εμπορίας ενός εκάστου εξ αυτών. Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας συμφώνησαν με την εγκαλούσα εταιρία την οποία εκπροσωπούσαν νόμιμα ο Ψ1 και ..... την πώληση και παράδοση στον Συνεταιρισμό εμπορευμάτων (ηλεκτρικών ειδών), συνολικής αξίας 61.145,80 ευρώ, τα οποία ο Συνεταιρισμός θα απέδιδε σε συγκεκριμένα μέλη του. Για την εξόφληση της αξίας των εμπορευμάτων αυτών, οι εκκαλούντες εξέδωσαν και παρέδωσαν στην εγκαλούσα εταιρία τέσσερις επιταγές μεταχρονολογημένες, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης, αντίστοιχα ...., ...., .... και ...... Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο ως άνω εταιριών ήταν πολύ περισσότερες και ουδέποτε είχε εμφανισθεί πρόβλημα στην εξόφληση των επιταγών που εξέδιδε η εταιρία των εκκαλούντων υπέρ της εγκαλούσας εταιρίας. Οι παραπάνω όμως σημειούμενες επιταγές όταν εμφανίσθηκαν στην Τράπεζα, για πληρωμή, εντός του οκταημέρου από της φερομένης ημερομηνίας έκδοσης, σφραγίσθηκαν και δεν εξοφλήθηκαν γιατί δεν υπήρχαν αντίστοιχα, κεφάλαια. Παράλληλα όμως με τη μη εξόφληση και σφράγιση των ως άνω επιταγών, σφραγίσθηκαν και άλλες επιταγές, κατά τον κρίσιμο χρόνο )δεύτερο εξάμηνο 2000), οι οποίες είχαν εκδοθεί μεταχρονολογημένες και'αυτές, υπέρ άλλων προμηθευτών του εν λόγω Συνεταιρισμού. Το δε σύνολο των χρεών του Συνεταιρισμού, μόνο από επιταγές, ανέρχονταν, μέχρι 1-12-2000, στο συνολικό ποσό των 2.191.655 ευρώ. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι στην προσπάθεια τους να ωφεληθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, αποσιωπούσαν την ως άνω υπερχρέωση του συνεταιρισμού από τους εγκαλούντες και άλλους προμηθευτές, γνωρίζοντες ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν, αφού ο Συνεταιρισμός δεν είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα. Αυτή η υπερδιόγκωση των χρεών σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό τους ότι ο Συνεταιρισμός δημιουργεί καινούριες εγκαταστάσεις στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, ισχυρισμός ψευδής, αφού στις καινούριες εγκαταστάσεις έχει την έδρα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "SILBER CENTER Α.Ε.", στην οποία συμμετείχαν μέλη του Συνεταιρισμού, μεταξύ των οποίων και οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, και το αντικείμενο της οποίας ήταν παρεμφερές με την εμπορική δραστηριότητα του Συνεταιρισμού. Τα ανωτέρω, από μόνα τους, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, η δε υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι εκκαλούντες, η ένταση του δόλου και ο βαθμός της οργανωμένης ετοιμότητας, που είχε πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, προσδίδει στην πράξη της απάτης την διακεκριμένη μορφή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτής. Με αυτές τις σκέψεις και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, πρόδηλον είναι ότι, το εκκαλούμενο βούλευμα, στους νόμιμους λόγους και σκέψεις του οποίου αλλά και της ενσωματωθείσας σ' αυτό εισαγωγικής προτάσεως αναφέρομαι συμπληρωματικώς, που δέχθηκε ότι συντρέχουν σ' αυτή την περίπτωση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων, τόσον όσον αφορά την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που αυτά επεδίωξαν και επέτυχαν υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ευρώ, όσον και για την πράξη της ψευδορκίας, σύμφωνα με την οποία ενώ οι εκκαλούντες γνώριζαν ότι τις επίδικες επιταγές τις είχαν υπογράψει, ως εκδότες, οι ίδιοι, γεγονός που απεδείχθη από τις δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες κατέθεσαν ψευδώς ότι δεν τις είχαν υπογράψει αυτοί και ακόμη ότι δεν γνώριζαν, δήθεν, ποιος τις είχε υπογράψει και τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικαστούν ως υπαίτιοι των παραπάνω πράξεων, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν και συνεπώς η έφεση που αυτοί άσκησαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις. Η εγκαλούσα με το διακριτικό τίτλο "....." είναι ομόρρυθμη εταιρία με έδρα την ..... και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την πώληση σε τρίτους με σκοπό το κέρδος ηλεκτρικών και άλλων συναφών ειδών. Από τον Ιούλιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, ήταν Πρόεδρος, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ1, ήταν Αντιπρόεδρος του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Προμηθευτικός και Παραγωγικός Συνεταιρισμός Ηλεκτρικών Συσκευών και Συναφών Ειδών-ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (ΣΥΝ.Π.Ε.)", το διακριτικό τίτλο "SILBER Σ.Π.Ε." και έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ο συνεταιρισμός αυτός είχε εμπορική συνεργασία τόσο με την εγκαλούσα εταιρία, όσο και με άλλους εμπόρους, φυσικά πρόσωπα και εταιρίες. Συγκεκριμένα η εγκαλούσα και τρίτοι προμηθευτές της πωλούσαν και παρέδιδαν στα μέλη του συνεταιρισμού, τα οποία επίσης είναι τόσο νομικά, όσο και φυσικά πρόσωπα, εμπορεύματα τους, ενώ το τίμημα τους κατέβαλε ο συνεταιρισμός εκδίδοντας και παραδίδοντας στους πωλητές μεταχρονολογημένες επιταγές. Η εγκαλούσα εταιρία ειδικότερα πώλησε και παρέδωσε σε μέλη του συνεταιρισμού "SILBER Σ.Π.Ε.": α) στις 14-7-2000 εμπορεύματα της αξίας 26.235,43 ΕΥΡΩ, β) στις 11-8-2000 εμπορεύματα της αξίας 10.010,37 γ) στις 12-9-2000 εμπορεύματα της αξίας 8.950,84 ΕΥΡΩ και δ) στις 17-10-2000 εμπορεύματα της αξίας 15.049,16 ΕΥΡΩ. Ο συνεταιρισμός ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα των πωλήσεων εκδίδοντας χάριν καταβολής και παραδίδοντας στην εγκαλούσα και πωλήτρια εταιρία (ι) την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 26.235,43 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 5-12-2000, (ιι) την υπ' αριθμό ...... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 10.010,37 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 10-1-2001, (ιιι) την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 8.950,84 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 30-1-2001 και (ιν) την υπ' αριθμό ..... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 15.049,16 ΕΥΡΩ με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" με φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 1-3-2001. Οι επιταγές αυτές έφεραν στη θέση του εκδότη τις υπογραφές των κατηγορουμένων (βλ. και τις από 20-12-2005 και 12-1-2006 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των Γραφολόγων ..... και ..... αντίστοιχα). Η εγκαλούσα μεταβίβασε με οπισθογράφηση της επιταγές αυτές σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο διατηρούσε αξίωση εναντίον της, αλλά, όταν ο υπερού η οπισθογράφηση και νόμιμος πλέον κομιστής τους εμφάνισε τις επιταγές αυτές προς πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες, δεν μπόρεσε να εισπράξει το ποσόν τους, επειδή ο Συνεταιρισμός δεν είχε διαθέσιμα στο λογαριασμό του. Το γεγονός της μη πληρωμής των επιταγών αυτών βεβαιώθηκε στο σώμα τους από τις πληρώτριες Τράπεζες. Η εγκαλούσα τότε αναγκάσθηκε να καταβάλει τα ποσά των επιταγών στο νόμιμο κομιστή τους, ο οποίος μετά από αυτό επέστρεψε τους τίτλους στους νομίμους εκπροσώπους της εγκαλούσας. Περαιτέρω προκύπτει ότι κάτω από τις ίδιες συνθήκες εξαπατήθηκαν και άλλοι προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού και συγκεκριμένα: (1) Η εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ Α.Ε." που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού (ι) στις 14-7-2000 ηλεκτρικά είδη αξίας 21.716,80 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν εις διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΓΝΑΤΙΑ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 8-11-2000 και (ιι) στις 17-10-2000 επίσης ηλεκτρικά είδη αξίας 15.050,32 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 8-1-2001, (2)Ο έμπορος Φ1 που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του ίδιου Συνεταιρισμού τον Αύγουστο του έτους 2000 ραπτομηχανές αξίας 4.695,52 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό ..... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 31-12-2000. (3) Η εταιρία με την επωνυμία "ΕΞΕΛ Α.Ε." που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και 17-10-2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 293.470,29 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή τις υπ' αριθμό ...., ...., ...., ...., .... και .... έξι (6) μεταχρονολογημένες επιταγές με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης την 5-12-2000, 5-1-2001, 5-2-2001, 5-3-2001, 5-4-2001 και 5-5-2001 αντίστοιχα, ποσού 29.347,03 ΕΥΡΩ, 29.347,03 ΕΥΡΩ, 58.694,06 ΕΥΡΩ, 58.694,06 ΕΥΡΩ και 58.694,06 ΕΥΡΩ αντίστοιχα: (4) Η εταιρία με την επωνυμία "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ ΑΕΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 161.445,55 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή τις υπ' αριθμό .... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης την 30-11-2000 και 7-1-2000 αντίστοιχα, ποσού 44.994,86 ΕΥΡΩ και 49.889,95 ΕΥΡΩ αντίστοιχα: (δ) η εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΣΑΡΑΦΙΔΗ ΑΕΒΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 64.993,38 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή τις υπ΄ αριθμό .... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές με πληρώτρια της πρώτης την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ενώ της δεύτερης την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και φερόμενες ημεροχρονολογίες έκδοσης την 31-1-2001 και 7-12-2000 αντίστοιχα, ποσού 3.364,62 ΕΥΡΩ και 61.628,76 ΕΥΡΩ αντίστοιχα: (6) Η εταιρία με την επωνυμία "ΕΛ-ΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΑΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 10.216,74 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό .... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 10-11-2000. (7) Η εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΑΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως Και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 42.162,88 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό .... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 5-12-2000. (8) Η εταιρία με την επωνυμία "...... Ο.Ε." που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2000 ηλεκτρικά της είδη συνολικής αξίας 8.019,25 ΕΥΡΩ, για την πληρωμή του τιμήματος των οποίων οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, εξέδωσαν σε διαταγή της πωλήτριας και παρέδωσαν σε αυτή την υπ' αριθμό .... ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και φερόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 10-1-2001:(9) Η εταιρία με την επωνυμία "..... ΟΕ" που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2000 έως 23-10-2000 εμπορεύματα της συνολικής αξίας 59.147,65 ΕΥΡΩ, το τίμημα των οποίων δεν καταβλήθηκε και (10)) Ο έμπορος Φ2, που πώλησε και παρέδωσε στα μέλη του παραπάνω Συνεταιρισμού το Σεπτέμβριο του έτους 2000 εμπορεύματα του συνολικής αξίας 90.975,79 ΕΥΡΩ, το τίμημα των οποίων δεν καταβλήθηκε. Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, όταν εμφανίσθηκαν για πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα των τίτλων με τη σφράγισή τους. Ο Συνεταιρισμός κατά το χρονικό διάστημα που καταρτίσθηκαν και εκτελέσθηκαν οι συμβάσεις που προαναφέρθηκαν, δηλαδή από τον Ιούλιο του έτους 2000 έως και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ήταν ήδη αφερέγγυος και δεν μπορούσε να καταβάλει στους προμηθευτές του το τίμημα των πωλήσεων, ενώ παράλληλα δεν είχε διαθέσιμα σε τραπεζικούς του λογαριασμούς για την πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι προμηθευτές του Συνεταιρισμού είχαν απαιτήσεις εναντίον του ποσού περίπου 8.217.168 ΕΥΡΩ (πρβλ. και το υπ' αριθμό 438/2003 βούλευμα του παρόντος Συμβουλίου). Το γεγονός αυτό είχε οδηγήσει το Συνεταιρισμό σε μόνιμη και γενική αδυναμία να ανταποκρίνεται στις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Αποτέλεσμα της οικονομικής του αυτής δυσπραγίας ήταν να κηρυχθεί με την υπ' αριθμό 429/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης σε πτώχευση με χρόνο παύσης πληρωμών την 1-1-2001. Οι κατηγορούμενοι όμως αποσιώπησαν το αληθινό αυτό γεγονός τόσο από την εγκαλούσα, όσο και από τους άλλους προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού, μολονότι είχαν υποχρέωση ως καλόπιστοι συναλλασσόμενοι να τους ενημερώσουν για την οικονομική αδυναμία του Συνεταιρισμού (ΑΚ 288). Η υποχρέωση αυτή των κατηγορουμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επιβεβλημένη και για το λόγο ότι ο Συνεταιρισμός είχε αναπτύξει με τους προμηθευτές του και μια ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης, αφού είχε εμπορική συνεργασία μαζί τους από το έτος 1989, χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να εμφανισθούν προβλήματα στις μεταξύ τους συναλλαγές. Οι κατηγορούμενοι αντίθετα ως εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού εξέδωσαν και παρέδωσαν στους προμηθευτές των μελών του τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές με μοναδικό σκοπό να διατηρήσουν την καλή εντύπωση που ο Συνεταιρισμός είχε δημιουργήσει σε αυτούς από την μακρόχρονη προηγούμενη συνεργασία μαζί τους ως προς τη δυνατότητα του να εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις των μελών του έναντι των προμηθευτών του, παρά το γεγονός ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000 ο Συνεταιρισμός ήταν ήδη αφερέγγυος. Οι κατηγορούμενοι επικαλούνται ότι ο Συνεταιρισμός είχε απαιτήσεις κατά των μελών του ποσού περίπου 2.934.703 ΕΥΡΩ, τις οποίες δεν είχε εισπράξει και ότι αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και οδηγήθηκε τελικά σε οικονομική αφερεγγυότητα. Το γεγονός όμως αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί αληθινό, δεν αναιρούσε την υποχρέωση τους να διαφωτίσουν τους πωλητές για την αδυναμία του Συνεταιρισμού να καταβάλει το τίμημα των πωλήσεων και να έχει διαθέσιμα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς για να καλύπτει επιταγές του. Ανεξάρτητα από αυτό οι απαιτήσεις αυτές του Συνεταιρισμού έναντι των μελών του δεν προκύπτει ότι, πράγματι υφίστανται. Στο από 1-6-2002 έγγραφο που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι αναφέρονται οι απαιτήσεις του Συνεταιρισμού κατά μελών του, το συνολικό ύψος τους και ότι ο Συνεταιρισμός έχει στραφεί δικαστικά με αγωγές εναντίον όσων μελών του οφείλουν σε αυτόν εισφορές. Από κανένα όμως άλλο στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει αν οι αγωγές αυτές πράγματι έγιναν δεκτές από τα αρμόδια Πολιτικά Δικαστήρια ή αν τελικά εισπράχθηκαν οι απαιτήσεις αυτές, έστω και με επιμέλεια του συνδίκου της πτώχευσης, μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας που είναι σήμερα σε εξέλιξη. Οι κατηγορούμενοι επικαλούνται επίσης ότι και μετά το έτος του έτους 2000, όταν δηλαδή ήταν πια έντονες οι φήμες ότι η οικονομική κατάσταση του Συνεταιρισμού δεν ήταν καλή, διάφοροι προμηθευτές τους, μεταξύ των οποίων και η εταιρία "ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ", συνέχισαν τη συνεργασία τους με αυτόν. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή το κρίσιμο χρονικό διάστημα είναι το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000, κατά το οποίο οι κατηγορούμενοι παραπλανούσαν τους προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού ως προς την οικονομική του κατάσταση, που γνώριζαν ότι είναι κακή, αφού μετά κηρύχθηκε σε πτώχευση με χρόνο παύσης πληρωμών την 1-1-2001. Η κακή οικονομική συγκυρία, που κλόνισε την εμπορική πίστη του Συνεταιρισμού και τον οδήγησε τελικά σε πτώχευση με χρόνο παύσης πληρωμών την 1-1-2001, ήταν γνωστή στους κατηγορουμένους πριν από πολύ χρόνο, γιατί η αφερεγγυότητα του, που εκδηλώθηκε στις συναλλαγές το έτος 2001, όπως οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ομολογούν, δεν ήταν απρόβλεπτο αποτέλεσμα, αλλά απόρροια μακράς προηγούμενης διαδικασίας. Από το γεγονός αυτό προκύπτει περαιτέρω ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τόσο την αφερεγγυότητα του Συνεταιρισμού κατά τον επίδικο χρόνο, όσο και το γεγονός ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες είχαν εκδώσει και παραδώσει στους προμηθευτές των μελών του, χάριν καταβολής του τιμήματος των πωλήσεων, δεν επρόκειτο να πληρωθούν από έλλειψη διαθεσίμων κατά το χρόνο της εμφάνισης τους προς πληρωμή (πρβλ. την ΑΠ 980/2003 ΠοινΛ 2003, 1068). Αν επίσης η εγκαλούσα και οι άλλοι προμηθευτές των μελών του Συνεταιρισμού γνώριζαν ότι ο Συνεταιρισμός δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το τίμημα των εμπορευμάτων που τα μέλη του είχαν αγοράσει από αυτούς και ότι δεν είχε διαθέσιμα κατά το χρόνο της πραγματικής και φερόμενης έκδοσης των παραπάνω μεταχρονολογημένων επιταγών, δεν θα πωλούσαν εμπορεύματα τους στα μέλη του. Οι κατηγορούμενοι με την πράξη τους αυτή επιδίωκαν ευθέως να αποφύγουν την καταβολή του τιμήματος των πωλήσεων στην εγκαλούσα συνολικού ποσού 832139,97 ευρώ κατά το οποίο ζημίωσαν και την περιουσία των προμηθευτών των μελών του. Από το γεγονός περαιτέρω ότι οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν στο όνομα και για λογαριασμό του Συνεταιρισμού, τον οποίο εκπροσωπούσαν, σειρά ακάλυπτων επιταγών προκύπτει σκοπός τους να πορίζονται εισόδημα από τις πράξεις τους αυτές και σταθερή τους ροπή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Επίσης, προέκυψε ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 7-6-2004, ενώ εξετάσθηκαν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στη δίκη κατά την οποία δικάζονταν οι Σ1 και ....., κατηγορούμενοι για έκδοση ακάλυπτης επιταγής από κοινού και απάτης από κοινού, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Χ2) κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα ότι δεν γνώριζε ποιος είχε υπογράψει τις προαναφερόμενες υπ' αρ. ...., ..., ...., ..... μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, της Τράπεζας Κύπρου (η πρώτη και τέταρτη) και της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. (η δεύτερη και τρίτη), ποσού αντίστοιχα 8.939,722 δρχ. 3.717.709 δρχ., 3.050.000 δρχ., 5.128.000 δρχ., που εκδόθηκαν σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "...... Ο.Ε.", με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης τις 5-12-2000, 10-1-2001, 30-1-2001, 1-3-2001, ούτε ότι τις είχε υπογράψει ο ίδιος (ο κατηγορούμενος), ενώ γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, αφού καθεμιά από τις επιταγές αυτές, όπως γνώριζε ο α' κατηγορούμενος έφερε την υπογραφή του καθώς και εκείνη του β' κατηγορουμένου (Χ1), τις οποίες είχαν θέσει υπό τις ιδιότητες του Προέδρου (ο α') και Αντιπροέδρου (ο β' ) του ως άνω Συνεταιρισμού, αφού κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης τους ήτοι στις 14-7-2000, 11-8-2000, 12-9-2000, 17-10-2000, αντίστοιχα είχαν τις άνω ιδιότητες οι κατηγορούμενοι και σύμφωνα με το από 12-7-2000 πρακτικό του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού κάθε έγγραφο και επιταγή του Συνεταιρισμού έπρεπε να φέρει τις υπογραφές και των δύο κατηγορουμένων ή ενός από αυτών και του Σ1 (Γενικού Γραμματέα του Συνεταιρισμού). Όσον αφορά τον β' κατηγορούμενο (Χ1), στο ίδιο δικαστήριο, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Οι επιταγές που επιδεικνύονται από το συνήγορο της Πολιτικής αγωγής δεν έχουν την δική μου υπογραφή..... Πού να ξέρω ποιος υπέγραψε τις επιταγές... Εγώ δεν υπέγραψα ποτέ σαν Αντιπρόεδρος". Τα ανωτέρω δε ήταν ψέματα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών που απέρριψε την έφεση των κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 164/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και έκρινε ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης από κοινού κατ΄εξακολούθηση κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό ύψος του επιδιωχθέντος και επιτευχθέντος οφέλους και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της ψευδορκίας μάρτυρα και παρέπεμψε αυτούς (κατηγορουμένους) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.στ., 45, 98 παρ.2 και 386 παρ.1 και 3 εδ.α' ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Κατά συνέπεια οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β΄και δ' του ΚΠοινΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε για κατ΄εξακολούθηση έγκλημα το οποίο διώκεται αυτεπαγγέλτως περιλαμβάνονται και οι μερικότερες πράξεις που ανακαλύπτονται κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως αρκεί να είναι προγενέστερες της ποινικής δίωξης και να έχει απαγγελθεί και γι'αυτές κατηγορία. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί υπερβάσεως εξουσίας και απόλυτης ακυρότητας λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται κατά τους αναιρεσείοντες στο ότι για τις πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν σε βάρος των άλλων πλην της εγκαλούσης εταιρίας "......." παθόντων, δεν υπήρχε η απαιτούμενη έγκληση και ούτε είχε ασκηθεί γι'αυτές τις περιπτώσεις ποινική δίωξη, αφού η κακουργηματικού χαρακτήρα απάτη σε βάρος των παθόντων αυτών, διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ΄έγκληση ενώ περαιτέρω οι πράξεις αυτές φέρονται να έχουν τελεστεί κατά το έτος 2000. είναι επί μέρους πράξεις κατ΄εξακολούθηση εγκλήματος, που είχαν τελεστεί, πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης που έγινε με την ΣΤ04/509/6-4-2005 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης προς τον αρμόδιο Ανακριτή Θεσσαλονίκης και συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία που απαγγέλθηκε στους αναιρεσείοντες Χ1 στις 22-8-2005 και Χ2 στις 24-8-2005. Τέλος αναφορικά με μία επί μέρους πράξη κακουργηματικής απάτης που φέρεται να έχει τελεστεί σε βάρος της εταιρίας "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ ΑΕ" από τον Ιούλιο έως Οκτώβριο 2000 πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με σαφή λόγο έφεσης που περιλαμβάνεται στην υπ'αριθμ. 21/12-4-2006 κοινή έφεσή τους κατά του παρεπεμπτικού βουλεύματος, προέβαλαν την ύπαρξη δεδικασμένου που προέκυπτε από το 438/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. 'Όμως, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης παρέλειψε να αποφανθεί επί του θέματος αυτού με αποτέλεσμα να ανακύπτει όχι ζήτημα παραβιάσεως δεδικασμένου 9άρθρ. 484 παρ.γ ΚΠοινΔ), όπως υποστηρίζουν με τον σχετικό τους λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες-αφού το Συμβούλιο δεν απέρριψε το σχετικό αίτημα- αλλά αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 484 παρ.1 στ' ΚΠοινΔ) γιατί το Συμβούλιο δεν άσκησε δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, να εξετάσει δηλαδή την ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας. Συνεπώς, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, μόνον ως προς την παραπεμπτική του διάταξη που αναφέρεται στην σε βάρος της παθούσας εταιρίας "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ ΑΕ" τελεσθείσα αξιόποινη πράξη της κατά συναυτουργία κακουργηματικής απάτης κατ΄αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη (άρθρο 484 παρ.2 ΚΠοινΔ) και κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο προς νέα κρίση, χωρίς τη συμμετοχή των δικαστών που είχαν επιληφθεί προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει το υπ'αριθμ. 881/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και μόνον ως προς την παραπεμπτική διάταξη αυτή για κατά συναυτουργία κακουργηματικής απάτη με παθούσα την εταιρία "ΣΕΒ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗ ΑΕ". Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο ως προς το ζήτημα αυτό της κατηγορίας για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών χωρίς τη συμμετοχή των δικαστών που είχαν επιληφθεί προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ