Αριθμός 412/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Eισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Σαϊτάνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1875/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2005. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ του Π.Κ., δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτήν και επιπροσθέτως τον σκοπό του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση και μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο, αμέσως ή εμμέσως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ΄ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία κατ΄ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ΄ αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφου η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτέ να αναφέρονται στην απόφαση κατ΄ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., είτε από τον ίδιο, είτε από συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την 1875/2005 προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατά το είδος τους αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη διαδικασία) , αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα την 19 Μαΐου 1999, με πρόθεση προέβη στην νόθευση εγγράφου, με σκοπό, όπως παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε προέβη σε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος, με πρόθεση, εν αγνοία του εγκαλούντος Ζ1, νόθευσε τ ην από 15-7-1996 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΡΑΧΜΩΝ 100.000" την οποία είχε στην κατοχή του με αφορμή εξόφληση οφειλής του προς τον παραπάνω εγκαλούντα, καθόσον συμπλήρωσε, ιδιοχείρως αφενός μεν, κάτωθι της ενδείξεως "ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΡΑΧΜΏΝ 100.000" το χρηματικό ποσό των "120.000" και συνολικά το χρηματικό ποσό των "220.000" δραχμών, αφετέρου δε στο κείμενο αυτής τα εξής, κατά λέξη αναγραφέντα "δια την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της υπ΄ αριθμ. 120/96 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορωπίου. Συμφωνήσαμε κανένα άλλο ποσό για τόκους δεν οφείλω και πέρα από τις εκατόν ενενήντα χιλιάδες που του έδωσα σήμερα καμία άλλη απαίτηση έχει", εμφανίζοντας, δια του ως άνω τρόπου, τον ανωτέρω εγκαλούντα Ζ1, να έχει εισπράξει, από τον ίδιο το συνολικό χρηματικό ποσό των διακοσίων δέκα χιλιάδων (210.000) δραχμών, σε οριστική εξόφληση της υπ΄ αριθμ. 120/1996 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, και την παραπάνω νοθευμένη απόδειξη να έχει εκδοθεί επ΄ ευκαιρία της ολοσχερούς εκ μέρους του εξόφλησης της πιο πάνω απαιτήσεως που είχε ο ως άνω εγκαλών, σε βάρος του. Στη συνέχεια το παραπάνω νοθευμένο έγγραφο χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας κατά τη συζήτηση της υπ΄ αύξοντα αριθμό κατάθεσης .... "ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ" που κατέθεσε ο ίδιος, κατά της από 14-4-1999 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι της υπ΄ αριθμ. 120/1996 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που του κοινοποιήθηκε, την 21-4-1999, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού, τον δικάζοντα Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, σχετικά με την πλήρη και ολοσχερή, εκ μέρους του, εξόφληση της απαιτήσεως του εγκαλούντος Ζ1, που απέρρεε από την υπ΄ αριθμ. 120/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο πλαστογρφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως του νοθευμένου εγγράφου καιτ ου επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική και καθορίσθηκε για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των 4,40 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. που εφάρμοσε, ούτε δε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει καθόσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνιστάμενο στην παραπλάνηση του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Κρωπίας σχετικά με την ολοσχερή εξόφληση εκ μέρους του κατηγορουμένου απαιτήσεως του εγκαλούντος εναντίον του. Επομένως ο από το άρθρο 50 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου οι υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη αξιολόγηση των αναφερομένων σ΄ αυτή αποδεικτικών μέσων ως αναγόμενες στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Τέλος από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του οποιοσδήποτε αυτοτελής ισχυρισμός, τον οποίο απέρριψε αναιτιολόγητα το Δικαστήριο, και η σχετική αιτίαση που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1875/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2007 Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ