Αριθμός 1503/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δημητρέλια, περί ανακλήσεως της 1585/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την ανάκληση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση ανακλήσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το δικαστήριο, όταν δημοσιευθεί η οριστική απόφασή του, που περατώνει την ποινική δίκη (άρθρ. 370 ΚΠοινΔ), εξαντλεί την δικαιοδοσία του και δεν μπορεί να επανέλθει στο ίδιο θέμα, Ειδικότερα, όταν ο Άρειος Πάγος απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, με την έκδοση της αποφάσεώς του απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει για να ερευνήσει εκ νέου την υπόθεση. Η επάνοδος του δικαστηρίου εις την αυτή υπόθεση αντιβαίνει σε γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, αυτονόητο περιεχόμενο της οποίας αποτελεί η απαγόρευση της επανειλημμένης προσφυγής στο δικαστήριο για την ίδια υπόθεση. Η απαγόρευση δε αυτή εξειδικεύεται περαιτέρω, πλην άλλων ρυθμίσεων, δια των από το άρθρο 514 ΚΠοινΔ ορισμών, κατά τους οποίους η μη εμφάνιση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως, κατά δε της απορριπτικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου ούτε η άσκηση δεύτερης αίτησης αναιρέσεως. Η προδιαληφθείσα αρχή διασπάται μόνο επί εξαιρετικών περιπτώσεων και δη στη περίπτωση κατά την οποία το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου: α) από παραδρομή απέρριψε αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή ως ανυποστήρικτη και β) από παραδρομή, μετά την απόρριψη των λοιπών λόγων, παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως που παραδεκτώς προτάθηκε, οπότε μπορεί, δεδομένης της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως που σωρευτικώς διατυπώνονται στο ίδιο δικόγραφο, να επανέλθει στην εξέτασή του. Η δυνατότητα αυτή επανεξετάσεως από τον ΄Αρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως η οποία, με προηγούμενη απόφασή του, είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους αναιρέσεως του αναιρετηρίου, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτώς και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους που απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της απόφασης, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για τη σχετική με την απόρριψη κρίση η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 12-9-2006 αίτησή του, ο αιτών επικαλείται τα επόμενα ουσιώδη. Κατά της πρωτόδικης 59.230/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η ασκηθείσα έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 83.736/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Της τελευταίας ζήτησε με την αναίρεση με την από 9-9-2005 αίτησή του για τους εις αυτήν διαλαμβανόμενους λόγους. Η αίτησή του απορρίφθηκε με την 1585/2006 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Ήδη, ισχυρίζεται ότι ο Άρειος Πάγος με την άνω απόφασή του αντιπαρήλθε και ουδόλως έκρινε τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο πρόβαλε απόλυτη ακυρότητα της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαδικασίας, εγκείμενη στο ότι το ως άνω δικαστήριο απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή του, ενώ έπρεπε να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ.3 και 370 εδ.γ του ΚΠοινΔ, να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω μη υποβολής της εγκλήσεως από τον τελευταίο κομιστή της επιταγής. Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθώς προκύπτει από την επισκόπηση του αναιρετηρίου συνέχεται, σε νομική και λογική ακολουθία, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του εφετείου η πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας από την μη κήρυξη της ακυρότητας αλλά της απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε επί του προκειμένου ότι "ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, αντί να προχωρήσει στην εκδίκαση της εφέσεως και να κηρύξει την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη απαράδεκτη, διότι αυτή κινήθηκε μετά από έγκληση όχι του τελευταίου κομιστή της επίμαχης επιταγής, αλλά εξ αναγωγής υποχρέου και συγκεκριμένα του λήπτη της επιταγής, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.. ". Από τα ανωτέρω καταφαίνεται ότι με την προεκδοθείσα απόφασή του ο Άρειος Πάγος ενιαία αντιμετώπισε τις προβληθείσες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας, της τελευταίας ως επακόλουθο της μη κήρυξης της ακυρότητας, αφού από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του σαφώς προκύπτει ότι αποφάνθηκε επί των ζητημάτων αυτών επομένως δε και επί του νομοτύπου της υποβληθείσας έγκλησης. Συνεπώς, εφόσον υπήρξε απορριπτική κρίση επί όλων των λόγων που είχαν προβληθεί, δεν μπορεί να χωρήσει νέα συζήτηση για τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο που φέρεται ότι δεν ερευνήθηκε και πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.ΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-9-2006 αίτηση του .... για επανασύζητηση της από 9-9-2005 αιτήσεώς του για αναίρεση της 83.736/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ