Αριθμός 1567/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βιολέτα Κριτσίλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 99-100/2005 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 53/2006. Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη", προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται αντικειμενικώς: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με την απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του σαρκική επαφή ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση του βιασμού απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποίαν "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρεί6ται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), προκύπτει ότι το έγκλημα του βιασμού είναι σε απόπειρα, όταν γίνει έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής άμεσου και σπουδαίου κινδύνου με πρόθεση να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή άλλης ασελγούς πράξης, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 99-100/2005 απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, τα ακόλουθα: "Την 7 Νοεμβρίου 2002 και ώρα 03,25΄ περίπου, ο κατηγορούμενος Χ1 , Νιγηριανός υπήκοος, ηλικίας τότε 27 ετών, εισήλθε εντός του καταστήματος καφέ-μπαρ, με το διακριτικό τίτλο "....." που βρίσκεται στην Πάτρα, στην οδό ......, όπου εργαζόταν η εγκαλούσα Ψ1 , Ουκρανή υπήκοος, ηλικίας τότε 36 ετών, η οποία εκείνη την ώρα ετοιμαζόταν να κλείσει το παραπάνω κατάστημα και να αποχωρήσει απ' αυτό, λόγω λήξης του ωραρίου λειτουργίας του. Στο κατάστημα αυτό ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως εισέλθει και εξέλθει τρεις φορές και ανέμενε να αποχωρήσουν όλοι οι πελάτες και εργαζόμενοι σ' αυτό, έχοντας πρόθεση να εξαναγκάσει την εγκαλούσα, έστω και με σωματική βία σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, για να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του. Αμέσως μετά την είσοδό του στο κατάστημα κατευθύνθηκε προς το σημείο, όπου βρισκόταν η εγκαλούσα όρθια πίσω από το πάγκο και χωρίς να της πει κάτι την τράβηξε προς το μέρος του. Όταν δε αντιλήφθηκε ότι αυτή κρατούσε στο δεξί χέρι ένα κομπιούτερ, από το οποίο ρύθμιζε την κίνηση των ρολών του καταστήματος προσπάθησε να της το αποσπάσει και να κατεβάσει τα ρολά και έτσι να κινηθεί με μεγαλύτερη άνεση, δαγκώνοντας μάλιστα προς το σκοπό αυτό το χέρι της και προκαλώντας της βαριά θλαστική κάκωση. Επειδή όμως απέτυχε να της το αποσπάσει και η εγκαλούσα καλούσε σε βοήθεια, έβαλε το μεγάλο δάκτυλο του δεξιού χεριού του μέσα στο στόμα της, ώστε να την εμποδίζει να φωνάζει, προκαλώντας σ' αυτή εκχύμωση του κάτω χείλους του στόματός της. Στη συνέχεια την έριξε στο πάτωμα και την έσυρε από τα μαλλιά μέχρι την τουαλέτα, όπου προσπάθησε να της αφαιρέσει το παντελόνι και τη μπλούζα, για τον παραπάνω σκοπό, παρόλο ότι κινιόταν στον ελάχιστο χώρο της τουαλέτας, που του δυσκόλευε τις κινήσεις του, λέγοντας συγχρόνως τη φράση "να σε κάνω". Όμως η εγκαλούσα αντιστεκόταν καθιστή στο πάτωμα, χωμένη κάτω από το νιπτήρα, όπου πέτυχε να πάει. Σε κάποια στιγμή αυτός πήρε ένα μπουκάλι με χλωρίνη, που βρήκε στην τουαλέτα και απείλησε να την περιλούσει με το περιεχόμενό του. Τότε εκείνη για να αναχαιτίσει την ορμή του, του είπε ότι είχε μικρό παιδί. Στην αποτυχία να της σχίσει το παντελόνι συνέβαλαν, πέραν της σθεναρής αντίστασής της, και το ότι το παντελόνι της ήταν ελαστικό, καθώς και η θέση του σώματός της. Και ενώ ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να γυμνώσει την εγκαλούσα με τον παραπάνω τρόπο, και συνεχιζόταν η αντίσταση της τελευταίας, εκείνη τη στιγμή διερχόταν από την παραπάνω οδό, όπου βρίσκεται το κατάστημα αυτό, η ιδιοκτήτριά του Ζ1 , Ρωσίδα υπήκοος, προκειμένου να διαπιστώσει αν η εγκαλούσα το είχε κλείσει, πράγματι, όπως έκανε κάθε βράδυ. Τότε, άκουσε από το χώρο της τουαλέτας το θόρυβο από τις προσπάθειες του κατηγορουμένου να γυμνώσει την εγκαλούσα, αλλά και τις φωνές της τελευταίας, με τις οποίες καλούσε σε βοήθεια. Γρήγορα πήγε στο χώρο της τουαλέτας και εκεί είδε τον κατηγορούμενο να είναι πεσμένος πάνω από την εγκαλούσα και να προσπαθεί να της αφαιρέσει τα ρούχα και η τελευταία να ανθίσταται. Αμέσως όρμησε εναντίον του και άρχισε να τον τραβά από το πίσω μέρος του σώματός του για να τον αποσπάσει από την εγκαλούσε, ενώ συγχρόνως του ζητούσε να σταματήσει αυτό που έκανε. Κατά τη στιγμή εκείνη, εισήλθε στο κατάστημα και άλλη γυναίκα Αλβανή υπήκοος, με το κύριο όνομα Β1, τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητας της οποίας δεν εξακριβώθηκαν, προκειμένου να μεταβούν μαζί με την εγκαλούσα στις γειτονικές τους οικίες, όπως έκαναν κάθε βράδυ, όταν τελείωναν την εργασία τους. Η Ζ1 βλέποντας την εν λόγω Β1 (και ενώ η ίδια συνέχιζε τις προσπάθειές της να αποσπάσει τον κατηγορούμενο από την εγκαλούσα) της ζήτησε να καλέσει τηλεφωνικώς την αστυνομία. Πράγματι η Β1 κάλεσε από το κινητό της τηλέφωνο την αστυνομία, περιπολικό αυτοκίνητο της οποίας κατέφθασε εκεί μετά από λίγο χρόνο. Ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε να πλησιάζει το περιπολικό αυτοκίνητο, εγκατέλειψε τις προσπάθειές του να γυμνώσει την εγκαλούσα, τις οποίες συνέχιζε παρά την κατά τα παραπάνω επέμβαση της Ζ1 , και τράπηκε σε φυγή. Τελικά συνελήφθηκε μετά από μικρό χρονικό διάστημα στη διασταύρωση των οδών ....... και ........ Έτσι, ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε τον παραπάνω εγκληματικό του σκοπό να έλθει σε εξώγαμη συνουσία με την παθούσα, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή του και συγκεκριμένα, λόγω της σθεναρής αντίστασης της τελευταίας και της παρεμπόδι8σής του από την Ζ1 , καθώς και την έλευσης τελικά της αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος και στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ισχυρίστηκε, ότι πήγε στο παραπάνω κατάστημα προκειμένου να πληρωθεί από την εγκαλούσα για δύο ρολόγια και δύο ψηφιακούς δίσκους (σιντί), που είχε νωρίτερα πουλήσει σ' αυτή, παρουσία θαμώνων του καταστήματος και ότι η άρνηση της εγκαλούσας να του εξοφλήσει το τίμημα των πωληθέντων αυτών ειδών, καθώς και η εξυβριστική συμπεριφορά της απέναντί του, τον εξόργισε και την κτύπησε, χωρίς να έχει πρόθεση να την βιάσει. Τα όσα όμως πιο πάνω υποστήριξε, δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμα, δεδομένου μάλιστα ότι, δεν ενισχύθηκαν από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Αν πράγματι ο κατηγορούμενος είχε πουλήσει τα παραπάνω πράγματα στην εγκαλούσα και η τελευταία του όφειλε το τίμημα αυτών θα ανέφερε για τη συναλλαγή αυτή στην Ζ1 , την οποία γνώριζε και στη συνέχεια στους αστυνομικούς όταν συνελήφθηκαν, στους οποίους έδειχνε και το μέρος, όπου τα είχε απορρίψει ή κρύψει, ενώ αυτός όχι μόνο δεν διατύπωσε από την αρχή τέτοια αξίωση, αλλά τράπηκε σε φυγή, όταν αντιλήφθηκε να τον πλησιάζει το περιπολικό της αστυνομίας. Επιπλέον, θα περιοριζόταν να κτυπήσει την παθούσα στον κύριο χώρο του καταστήματος και δεν θα έσυρε αυτή βίαια στο μικρό χώρο της τουαλέτας, ούτε θα προσπαθούσε να της αφαιρέσει εκείνα τα ρούχα, όπως βεβαίωσε, ότι αυτός έκανε και η μάρτυρας Ζ1 . Εξάλλου, τόσον η παθούσα, όσον και η Ζ1 , δεν θα απέδιδαν στον κατηγορούμενο την αξιόποινη αυτή πράξη της απόπειρας βιασμού, δεδομένου, ότι, δεν αποδείχθηκε ότι, είχαν λόγο παραποίησης της αλήθειας. Με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος, κατά πλειοψηφία, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της απόπειρας βιασμού, που του αποδίδεται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του Μικτού Ορκωτού Εφετείου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας βιασμού, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 336 παρ. 1 του ΠΚ. Συνεπώς ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που με αυτόν πλήττεται με την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, πρέπει, να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 99-100/2005 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ