Αριθμός 101/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Βαγενά, περί αναιρέσεως της 13223/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 671/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Kατά τη διάταξη της παρ.6 του άρθρου 502 ΚΠοινΔ , που προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν.2721/1999 , αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση της οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, στην μετ' αναβολή συζήτηση αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πιο πάνω δέσμευση υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις όπου το εφετείο έχει αναβάλλει την έκδοση της οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61 ΚΠοινΔ. Αν παρά ταύτα το Δικαστήριο στην μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο κρίνει ως απαράδεκτη την έφεση που κρίθηκε ήδη τύποις δεκτή, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση αυτή υπόκειται σε αναίρεση κατ' αρ. 519 παρ.1 περ. Θ του ΚΠοινΔ. Εφόσον, όμως, το εφετείο ανέβαλε την υπόθεση, έστω και για τους λόγους που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη της παρ.6 του άρθρου 502, χωρίς όμως να αποφανθεί για το τύποις δεκτό της εφέσεως, δεν δύναται εκ τούτου να συναχθεί, ότι το δικαστήριο που κρίνει την υπόθεση μετ' αναβολή δεν δύναται πλέον να αποφανθεί για το ζήτημα αυτό. Στην προκείμενη υπόθεση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 13223/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που την εξέδωσε και της 72387/05 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (σε απόσπασμα), που υπάρχουν στη δικογραφία και που παραδεκτώς επισκοπούνται προς διερεύνηση του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την 72378/05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε τον εκκαλούντα- αναιρεσείοντα, ο οποίος παραστάθηκε με πληρεξούσιο, αναβλήθηκε για τις 22/2/2006 η εκδίκαση της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 26099/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 1500 δραχμές ημερησίως, και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, κατ' εξακολούθηση. Η αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως έγινε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν αποφανθεί το Δικαστήριο για το τύποις δεκτό της εφέσεως, προκειμένου να προσέλθει ο απολιπόμενος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας ....., που είχε παραστεί πρωτοδίκως, Κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο στις 22/2/2006, ο εκκαλών - και ήδη αναιρεσείων παρέστη και πάλι δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου και το Δικαστήριο προέβη στη διερεύνηση του παραδεκτού και εμπροθέσμου της ασκηθείσης εφέσεως και ειδικότερα της βασιμότητας των ισχυρισμών του εκκαλούντος, περί ακυρότητας της γενομένης προς αυτόν επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με τους οποίους έπρεπε να κριθεί η έφεση του ως εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη, ερήμην του εκδοθείσα, πρωτόδικη απόφαση του επιδόθηκε, ως αγνώστου διαμονής στις 28-3-2003 και η έφεση κατ' αυτής ασκήθηκε μετά δύο και πλέον έτη στις 10-6-2005. Προς τούτο το Δικαστήριο εξέτασε τον προταθέντα από τον εκκαλούντα μάρτυρα αδελφό του ..... και ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφασή, αφού έκρινε ότι η πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα νομίμως, απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη με ειδική και εμπεριστατωμένη κατά το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ αιτιολογία, στην οποία διαλαμβάνεται ο χρόνος επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει και ο χρόνος της ασκήσεως της εφέσεως. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δεν υπερέβη την εξουσία του με το εξετάσει το τύποις δεκτό της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος και, επομένως, ο από το και άρθρο 510 παρ. 1 περ. Θ του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο διαλαμβανόμενος στην κρινόμενη αίτηση, από το άρθρο 510 περ. Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Άλλωστε, η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος αφορά αποκλειστικά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο μάρτυρας που εξετάστηκε είχε ενημερώσει τον αναιρεσείοντα αδελφό του για την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ, όπως αναφέρει ο εκκαλών, ο αδελφός του, μεταξύ άλλων, είχε καταθέσει ότι έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως την ημέρα που έβαλε το δικηγόρο να κάνει την έφεση, (και επομένως η έφεση του ασκήθηκε εμπροθέσμως). Επίσης στην αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ότι από την αντιπαράθεση της καταθέσεως του πιο πάνω μάρτυρα και του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή "διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες". Η πιο πάνω αιτίαση της αποφάσεως προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον με την επίφαση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, η τυχόν αντίθεση του σκεπτικού της αποφάσεως με το περιεχόμενο της καταθέσεως μάρτυρα ουδόλως συνιστά αντιφατική αιτιολογία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο εκκαλών. ΙΙ. Οι ρυθμίσεις των διατάξεων 473, 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. που ανάγονται στην προθεσμία και στις διατυπώσεις για την άσκηση εφέσεως, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 2 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου τη ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 και κατά το οποίο το πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο Δικαστήριο, αλλά η άσκηση και οι λόγοι του δικαιώματος αυτού διέπονται από το νόμο, δεδομένου ότι, καθώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να ρυθμίσει την προθεσμία, τον τρόπο και τις διατυπώσεις και τους λόγους της εφέσεως, αρκεί να μη ακυρώνεται ή να μη συρρικνώνεται το συναφές δικαίωμα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με το να τηρήσει τις διατάξεις του ΚΠοινΔ, που επιβάλουν την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως εντός της οριζόμενης από αυτές προθεσμίας και την απόρριψη αυτής ως απαραδέκτου, απορρίπτοντας ως εκπρόθεσμη την μετά διετίας και πλέον ασκηθείσα έφεσή του, δεν παραβίασε καμία διάταξη από εκείνες που καθορίζουν την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, οι δε παραπάνω διατάξεις του ΚΠοινΔ δεν στερούν τον αναιρεσείοντα από το προς άσκηση εφέσεως δικαίωμά του ούτε το περιορίζουν, αλλά απλώς το ρυθμίζουν. Επομένως, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την εκπρόθεσμη έφεση του αναιρεσείοντος δεν υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο της ουσίας, γι' αυτό και, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 περ. Α λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. ΙΙΙ. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 39/31-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του ....., κατά της 13223/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ