Αριθμός 1465/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Ποταμιάνο, για αναίρεση της 8370/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ....., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 417/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει να εκτείνεται και σ' αυτόν. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά όπως συνάγεται από την παρ.2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθ.362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρθ. 361 παρ.1 ΠΚ), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε τα επόμενα : "........Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ο δράστης να ισχυριστεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει για κάποιον άλλο γεγονός, το οποίο, αντικειμενικά εκτιμώμενο, μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού του άλλου, Ακόμα απαιτείται το γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο παραπάνω ισχυρισμός ή η διάδοση να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α΄ του ΠΚ "δεν αποτελούν άδικη πράξη.... γ)οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον". Η διάταξη όμως αυτή με την οποία κατ΄ αρχήν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της κατά το άρθρο 361 ΠΚ εξυβριστικής είτε της κατά το άρθρο 362 ΠΚ δυσφημιστικής εκδηλώσεως, δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης. (ΑΠ 128/2006 ΠΧ 2006, 710, ΑΠ 512/2005 Ποιν. Λόγος 2005, 478). Στην προκειμένη περίπτωση, από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, από τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση, απ΄ όλα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 7-5-2001 η εγκαλούσα, η οποία είναι Συμβολαιογράφος Αθηνών, μετέβη στο ....., επί της οδού ......, όπου βρίσκεται η οικία του Ψ1, πατέρα της κατηγορουμένης. Κατά την εκεί επίσκεψή της καταρτίστηκε και υπογράφηκε ενώπιον των μαρτύρων Μ1 και Μ2 το υπ΄ αριθμ. ...... πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο προαναφερόμενος Ψ1 διόρισε ειδικούς πληρεξουσίου και αντικλήτους του δικηγόρους Αθηνών Δημήτριο Παυλίδη, Ερασμία Καρρά-Χαλικιοπούλου, Αλέξανδρο Κονταξή, Μαρία Κατσαΐτη και Ανάργυρο Παπαστάμο και τους έδωσε την εντολή εκτός άλλων να διαχειρίζονται την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Σημειώνεται ότι λίγους μήνες νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 10-12-2000 η εγκαλούσα με την προεκτεθείσα ιδιότητά της είχε μεταβεί και πάλι στην οικία του πατέρα της κατηγορουμένης, όπου καταρτίστηκε και υπογράφηκε το υπ΄ αριθμ. .... πληρεξούσιο προς τους ίδιους όπως παραπάνω δικηγόρους. Η κατηγορουμένη ακολούθως στις 8-5-2001 κατέθεσε μήνυση κατά της εγκαλούσας και τρίτων στην οποία ανέφερε για την τελευταία ότι απέσπασε από τον πατέρα της το δεύτερο από τα προαναφερθέντα πληρεξούσια, αν και κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων ως εκ της ηλικίας του και των συναφών με αυτήν προβλημάτων. Επακολούθησε η από 3-7-2001 μήνυση της εγκαλούσας κατά της κατηγορουμένης για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη. Στις 4-10-2001 η τελευταία κατέθεσε ενώπιον της 18ης Πταισματοδίκου Αθηνών το από 4-10-2001 απολογητικό της υπόμνημα, στο οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατά την κατάρτιση και υπογραφή του υπ΄ αριθμ. .... πληρεξουσίου δεν παραστάθηκαν οι σ΄ αυτό αναφερόμενοι ως παραστάντες μάρτυρες. Το περιστατικό όμως αυτό ήταν ψευδές και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση της αναληθείας του. Σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των προαναφερομένων οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και επιβεβαίωσαν την παρουσία τους στην οικία του πατέρα της κατηγορουμένης κατά την κατάρτιση και υπογραφή του υπ΄ αριθμ. ..... πληρεξουσίου. Την παρουσία των άνω μαρτύρων κατά την επιχείρηση της ανωτέρω δικαιοπραξίας επιβεβαίωσε με την κατάθεσή της και η ......., αδελφή της κατηγορουμένης. Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την κατάρτιση και υπογραφή του υπ΄ αριθμ. ...... πληρεξουσίου, δεν είχαν παρευρεθεί μάρτυρες. Όμως, μετά την υποβολή στις 8-5-2001 εναντίον της εγκαλούσας της μηνύσεως της κατηγορουμένης, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, η τελευταία (εγκαλούσα) αναγκάστηκε προκειμένου να είναι εξασφαλισμένη απέναντι στην κατηγορουμένη να αξιώσει την παρουσία των Μ1 και Μ2 ως μαρτύρων κατά την κατάρτιση και υπογραφή του παραπάνω πληρεξουσίου., Το πιο πάνω γεγονός, το οποίο, όπως ειπώθηκε, ήταν ψευδές, ήταν ικανό και πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας ως Συμβολαιογράφου, η δε κατηγορουμένη το περιέλαβε στο παραπάνω απολογητικό της υπόμνημα γνωρίζοντας ότι ήταν ψευδές και εξ αντικειμένου ικανό να επιφέρει το ως άνω βλαπτικό για την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας αποτέλεσμα. Η γνώση της κατηγορουμένης για το ψευδές των προεκτεθέντων περιστατικών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, όπως και η ίδια δέχεται στο επίμαχο υπόμνημά της, ήταν παρούσα κατά την άφιξη της εγκαλούσας στην οικία του πατέρα της Ψ1. Με τον ισχυρισμό δε και τη διάδοση του ως άνω γεγονότος, του οποίου έλαβαν γνώση η 18η Πταισματοδίκης Αθηνών, η Γραμματέας και οι εμπλεκόμενοι στη συγκεκριμένη υπόθεση Δικηγόροι, θέλησε η κατηγορουμένη να εμφανίσει την εγκαλούσα Συμβολαιογράφο ως ασκούσα τα καθήκοντά της με επιλήψιμο τρόπο. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει η τελευταία να κηρυχθεί ένοχη ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως και να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί άρσεως του αδίκου κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ αφού στην περίπτωση του εγκλήματος τούτου δεν έχει έδαφος εφαρμογής η εν λόγω διάταξη, όπως ρητώς ορίζει η δεύτερη παράγραφος του ιδίου άρθρου.....". Με τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των 363-362 και 225 παρ.1 του Π.Κ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα τα οποία είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης) της κατηγορουμένης για την αναλήθεια του γεγονότος, ότι δηλαδή κατά την υπό της εγκαλούσης Συμβολαιογράφου σύνταξη του υπ' αριθμ. ..... πληρεξουσίου στην οικία του πατέρα της Ψ1 δεν ήσαν παρόντες και δεν υπέγραψαν το πληρεξούσιο αυτό οι μάρτυρες Μ2 και Μ1, διαλαμβάνουσα, ειδικότερα, η απόφαση ότι η κατηγορουμένη ήταν παρούσα κατά την άφιξη της Συμβολαιογράφου και κατά τη σύνταξη του πληρεξουσίου. Περαιτέρω, ως εκ περισσού δε, αιτιολογεί, την απόρριψη του εκ του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ' ΠΚ προβληθέντος από την κατηγορούμενη ισχυρισμού, περί της άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, ως εκ του ότι επιδίωξε να προστατεύσει νόμιμο δικαίωμά της, με την αναφορά στο σκεπτικό ότι η παραπάνω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής επί συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία δέχεται ότι τέλεσε και για την οποία καταδίκασε την κατηγορουμένη. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν λήφθηκαν υπόψη α) οι ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου υπ' αριθμ. 1463/2005 και υπ' αριθμ.165/2005 και ένορκες βεβαιώσεις της μητέρας της ...... είναι αβάσιμη. Η πρώτη τούτων, από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως, προκύπτει ότι περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα τα οποία, κατά τα εις το προοίμιο του σκεπτικού διαλαμβανόμενα, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί ενοχής ουσιαστικής κρίσης, ενώ για τη δεύτερη ένορκη βεβαίωση, από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι περιλαμβάνονταν στα αναγνωστέα έγγραφα. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως .... και ..... είναι αβάσιμη και απορριπτέα ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενη, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εξήτασε μάρτυρες υπερασπίσεως. Τέλος, η λίαν εκτενής ιστορική αναφορά σε πραγματικά περιστατικά από τα οποία τελικώς απέρρευσε η αντιδικία με την εγκαλούσα, δεν θεμελιώνει κατά το νόμο αναιρετικό λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ ενώ, εξάλλου, υπό την επίφαση έλλειψης αιτιολογίας, η από την αναιρεσείουσα διαφορετική εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, ως πλήττουσα την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι και απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2007 αίτηση της ......, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8.370/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ