Αριθμός 578/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη- Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σοφία Κούρτη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1379/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 273/2006. Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ. το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 1 στοιχ. α' και 95 παρ. 1, 8 και 10 του ν. 2238/1994 συνιστά φοροδιαφυγή, που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος αναλόγως του ύψους του προς απόδοση ποσού για κάθε φορολογία, η μη υποβολή, η εκπρόθεσμη υποβολή ή η υποβολή ανακριβούς δηλώσεως για απόδοση στο δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας. Η παραγραφή του αδικήματος αυτού αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο τελέσθηκε. Περαιτέρω με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997, που ήδη ισχύει, θεσπίζεται ότι αποτελεί φοροδιαφυγή, τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όχι μόνο η μη απόδοση ή η ανακριβής απόδοση στο δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, αλλά και η επιστροφή αυτού, που λήφθηκε ή συμψηφίσθηκε με εξαπάτηση της φορολογικής αρχής, ενώ με τα άρθρα 38 παρ. 4, 24 παρ. 5 και 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου ορίζει αντιστοίχως και α) οι διατάξεις των άρθρων 18, 20 και 21 εφαρμόζονται επί του Φ.Π.Α. που αφορά πράξεις που γίνονται από 1-1-1998 και μετά, β) οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού ευμενέστερη ρύθμιση, ως εκκρεμείς δε υποθέσεις νοούνται και εκείνες για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και γ) η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου τούτου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, που ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως προς απόδοση στο δημόσιο φόρου προστιθέμενης αξίας, του οποίου το προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία υπερέβαινε τις 1.000.000 δραχμές, σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Ειδικότερα με την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της επιχειρήσεως υπό την επωνυμία "....", που είχε αντικείμενο εργασιών την εμπορία πετρελαιοειδών, προκειμένου η τελευταία να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας, υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις, με βάση αναληθή δεδομένα των τηρούμενων από εκείνην βιβλίων και στοιχείων, για την απόδοση στο δημόσιο φόρου προστιθέμενης αξίας και έτσι απέδωσε ανακριβώς το φόρο αυτόν, του οποίου το προς απόδοση ποσό, για κάθε φορολογία που δεν αποδόθηκε, υπερέβαινε τις 1.000.000 δραχμές και συγκεκριμένα για τη διαχειριστική χρήση από 1-7-1995 μέχρι 30-6-1996 τις 82.033.364 δραχμές και για τη διαχειριστική χρήση από 1-7-1996 μέχρι 30-6-1997 τις 88.200.000 δραχμές. Συνεπώς ενόψει της εφαρμοστέας εν προκειμένω διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 10 του ν. 2238/1994, η παραγραφή της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα πλημμεληματικής πράξεως της ανακριβούς αποδόσεως στο δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, άρχιζε για μεν τη διαχειριστική χρήση από 1-7-1995 μέχρι 30-6-1996 την 1-1-1997 για δε τη διαχειριστική χρήση από 1-7-1996 μέχρι 30-6-1996 την 1-1-1998 και συμπληρωνόταν αντιστοίχως την 1-1-2002 και 1-1-2003. Όμως όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 23-11-2004 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ..., που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, το υπ' αριθμ. 3181/16-6-2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Δράμας επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 23-11-2004, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επομένως η ως άνω πράξη της ανακριβούς αποδόσεως του Φ.Π.Α. κατά την 14-12-2005, χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε υποκύψει σε παραγραφή. Κατά συνέπεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης πράξεως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Πρέπει λοιπόν, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. μοναδικού λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως βασίμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1379/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του ....., για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως προς απόδοση στο δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στη Δράμα την 4-6-2004. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 16 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ