Αριθμός 48/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή , Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1756/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΝΙΟΥ ΚΟΝΣΕΠΤ Α.Ε", που εδρεύει στην Νέα Χαλκηδόνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1719/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 353/17-8-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1.Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και485 παρ.1 ΚΠΔ, την 106/12-9-05 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου .... , κατά του 1756/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ΝΙΟΥ ΚΟΝΣΕΠΤ ΑΕ κατά του 1227/04 απαλλακτικού γι' αυτόν βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, εξαφάνισε τούτο και τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη υπεξαίρεση, [άρθρο 375 ΠΚ], καθώς και κατά του συμπροσβαλλόμενου παρεμπίπτοντος 2236/04 βουλεύματός του, και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, στον οποίο ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το βούλευμα τον παραπέμπει για κακούργημα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση αυτού, που έγινε με παράδοση στα χέρια της σύνοικης συζύγου του .... , [βλ. οικεία επιδοτήρια έκθεση της δικ. επιμελήτριας ..... ]. Η έκθεση συντάχθηκε από τη γραμματέα με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι συνίστανται στην υπέρβαση εξουσίας και στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ, στ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα απ' αυτόν, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. 3-Υπέρβαση εξουσίας, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. στ ΚΠΔ, υπάρχει και όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία, την οποίαν έχει μεν γενικώς, δεν συντρέχουν όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις για την άσκησή της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει κατ` ουσία την υπόθεση και αποφαίνεται μετά από έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, που είναι απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. Ο Άρειος Πάγος το λόγο τούτο οφείλει να τον εξετάσει και αυτεπαγγέλτως και προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητά του δικαιούται να εξετάζει κάθε στοιχείο της δικογραφίας.(βλ. ΑΠ. 2/1990 Π.Χρ. Μ/92, ΑΠ 1/91 Π.Χρ. ΜΑ/806, ΑΠ 131/91 Π.Χρ. ΜΑ/857, ΑΠ 1112/95 Π.Χρ. ΜΣΤ/253, ΑΠ 338/94 Π.Χρ. ΜΔ/392 ΑΠ 15/86 Π.Χρ. ΛΣΤ/446 και προτ. Εισ. ΑΠ. Κ.Σταμάτη, ΑΠ 1542/87 Π.Χρ. ΛΗ/224 ΑΠ 1359/88 Π.Χρ. ΛΘ/318).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στις περιπτώσεις της παραγράφου Ι του άρθρου αυτού ως και στις περιπτώσεις του αρ. 478 ΚΠΔ υπό την προϋπόθεση ότι προ της εκδόσεως του βουλεύματος τούτου δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτήν (ως πολιτικώς ενάγων) και δεν έχει αποβληθεί από τη ποινική διαδικασία (άρθρα 82-88). (βλ. ΑΠ 1409/80 Π.Χρ. ΛΑ/349, ΑΠ 1056/89 Π.Χρ. Μ/381 ΑΠ 366/68 Π.Χρ. ΙΗ/606 ΑΠ 36/65 Π.Χρ. ΙΕ/ 227). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 1 ΚΠΔ. " Η δήλωση του πολικώς ενάγοντος γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο έως την περάτωση της ανάκρισης (άρθρο 308) προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα αυτοπροσώπως, είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδ. β΄ και γ΄. Κατά την κατάθεση της δήλωσης συντάσσεται έκθεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρεξουσιότητας". Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [Ολ. ΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Αντίθετα, ο απλός εντολοδόχος του διοικητικού συμβουλίου, ο οποίος δεν ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, αλλ' ως απλός αντιπρόσωπός της, έχει ανάγκη τόσον ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης, όσο και βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής των εντολέων του-μελών του διοικητικού συμβουλίου, όταν τούτο απαιτείται από νομοθετική διάταξη για την επιχείρηση ορισμένης πράξεως. Στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας ή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ή να ασκήσει κάποιο ένδικο μέσο [άρθρα 82, 480 παρ. 2, 482 παρ. α κεφ. Β, 486 παρ. 1 περ. β, 505 παρ. 1 περ. γ, ΚΠΔ], απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠΔ. Οι απαιτήσεις όμως του άρθρου 42 παρ. ΚΠΔ για τη βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα αναφέρονται στην περίπτωση που το πληρεξούσιο δεν παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, [ΑΠ. 1470/2004 Π.ΛΟΓ 04/1784, Ν.Χαντζηνικολάου Π.ΔΙΚ.02/762]. 3-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου της υπέρβασης εξουσίας, κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για ιδιαίτερα διακεκριμένη υπεξαίρεση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 28-8-02, πλην όμως μετά τη διενέργεια κύριας ανακρίσεως εκδόθηκε το 1227/04 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει σχετική κατηγορία εναντίον του. Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος ασκήθηκε από την ειδική αντιπρόσωπο της παθούσας ανώνυμης εταιρίας δικηγόρο Αγγελική Ευαγγελίου, δυνάμει του 11169/31-3-04 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση, μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα και τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεσης, που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Τόσον η δήλωση παραστάσεως της παθούσας ανώνυμης εταιρίας στην ποινική διαδικασία προς επιδίωξη χρηματικής αγωγής για την προσβολή της φήμης της από το εν λόγω έγκλημα, όσο και η δήλωση ασκήσεως εφέσεως κατά του ανωτέρω πρωτόδικου απαλλακτικού βουλεύματος έγιναν από τους εντολοδόχους της ανώνυμης εταιρίας, οι οποίοι διορίσθηκαν από το διοικητικό της συμβούλιο με τη σύνταξη των απαιτούμενων συμβολαιογραφικών εγγράφων. Η μεν δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής της παθούσας ανώνυμης εταιρίας έγινε από τον ειδικό αντιπρόσωπο αυτής δικηγόρο Δημήτριο Θεοδωρόπουλο με δήλωση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αθηνών στις 6-12-02 κατά την εγχείριση της σχετικής μηνύσεως, δυνάμει του 9969/6-2-02 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν του από 5-12-02 πρακτικού του Δ.Σ. της εταιρίας. Η δε δήλωση για την άσκηση εφέσεως κατά του εκδοθέντος 1227/04 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών έγινε από την ειδική αντιπρόσωπο αυτής δικηγόρο Αγγελική Ευαγγελίου ενώπιον του γραμματέα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, που το εξέδωσε, δυνάμει του 1169/31-3-04 πληρεξουσίου του ανωτέρω συμβολαιογράφου Δημητρίου Μητρέλη, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν του από 30-3-04 πρακτικού του Δ.Σ. της εταιρίας. Επομένως, δεχθέν το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών την έφεση της παθούσας ανώνυμης εταιρίας, με το συμπροσβαλλόμενο 2236/04 παρεμπίπτον βούλευμά του, ως τυπικά παραδεκτή και προβαίνοντας στην ουσιαστική εξέτασή της, εξαφανίζοντας το εκκαλούμενο βούλευμα και παραπέμποντας τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για την πιο πάνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, άσκησε εξουσία που του παρέχει ο νόμος, οπότε ο λόγος αναιρέσεως του προσβαλλόμενου με την αίτηση παραπεμπτικού βουλεύματός του της υπέρβασης εξουσίας καθίσταται αβάσιμος. 4-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (Α.Π. 566/2000 και Α.Π. 596/2000 Ποιν. Χρ. Ν:σελ. 994 και 1006 αντίστοιχα). Και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το Δικαστήριο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά (Α.Π. 1010/1997 και Α.Π. 108/2000 Ποιν. Χρ., αντίστ., ΜΗ/354 και Ν/ 313).[ΑΠ.860/03 Π.ΛΟ 03/957]. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο ανωτέρω βούλευμά του προκειμένου να στηρίξει την παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει με την εξ΄ ολοκλήρου παραπομπή του στη γενόμενη προς αυτό εισαγγελική πρόταση, το σύνολο του αποδεικτικού υλικού του συλλεγέντος δια της κύριας ανακρίσεως και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και είναι συνημμένα στη δικογραφία, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου. Από την περικοπή αυτή του αιτιολογικού του, ιδιαίτερα από τις προσθήκες των λέξεων και φράσεων, και δη, όσον αφορά τις καταθέσεις των μαρτύρων του επιθέτου "όλες", και όσον αφορά τα έγγραφα των παρενθετικών μετοχικών προτάσεων, "που προσκομίσθηκαν και είναι συνημμένα στη δικογραφία", είναι φανερό ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, τόσον της αρχικής, όσον και της συμπληρωματικής, σε εκτέλεση του 2236/04 παρεμπίπτοντος βουλεύματός του. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του μόνο τα αποδεικτικά μέσα της αρχικής κύριας ανάκρισης και όχι και της συμπληρωματικής, που διατάχθηκε με το παρεμπίπτον βούλευμά του, και επομένως δεν περιέχει την αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη, ανερχόμενη στο ποσό των 210 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 106/12-9-05 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου .... , κατά του 1756/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και 480 ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα νομιμοποιούμενος να παραστεί στην ποινική διαδικασία ως πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, εφόσον πριν από την έκδοση του βουλεύματος αυτού δήλωσε νομότυπα, τηρώντας τις διατυπώσεις των άρθρων 83 και 84 του ΚΠΔ, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και δεν έχει αποβληθεί. Το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο ερευνά αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της εφέσεως, ερευνά αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 87 ΚΠΔ, τα στοιχεία νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος (εκκαλούντος) και την κατά τρόπο νομότυπο γενομένη εκ μέρους του δήλωση πολιτικής αγωγής. Σε σχέση με τις διατυπώσεις και το περιεχόμενο της δήλωσης πολιτικής αγωγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η δήλωση πολιτικής αγωγής, η οποία, επί ποινή απαραδέκτου, πρέπει να περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία γίνεται η παράσταση πολιτικής αγωγής, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παράστασης, καθώς και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί, γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, έως την περάτωση της ανάκρισης, προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδάφ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ. Κατά την κατάθεση της δήλωσης συντάσσεται έκθεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρεξουσιότητας. Τέλος, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ΄ αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, ακόμη και κατά το χρόνο που εξετάζεται ως μάρτυρας ο ζημιωμένος. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 42 το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Εξάλλου, από τις αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις των 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 3 του κ.ν 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.), το οποίο ενεργεί συλλογικά, επιτρέπεται όμως να μεταβιβάσει το δικαίωμα οργανικής εκπροσώπησης της εταιρείας σε μέλη του ή σε τρίτα πρόσωπα, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάστηκε το εν λόγω δικαίωμα, είναι υποκατάστατος του Δ.Σ. και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της Α.Ε. Η υποκατάσταση αυτή στη σχετική εξουσία του Δ.Σ. είναι εντελώς διαφορετική από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ. Α.Κ. σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος, οι οποίοι διορίζονται για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ΄ ονόματι της Α.Ε., δεν είναι όργανα διοίκησης, αλλά ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι αυτής πράξεις που αποφασίστηκαν από το Δ.Σ της εταιρείας ή από τα υπ0οκατάστατα αυτού όργανα, των οποίων (πράξεων) η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σε αυτούς. Επομένως, αν το Δ.Σ, ανώνυμης εταιρείας ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο την εντολή και του χορήγησε την πληρεξουσιότητα να εκτελέσει (υλοποιήσει) απόφασή του να υποβληθεί μήνυση κατά ορισμένου προσώπου και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας αξιόποινης πράξης που τελέστηκε εις βάρος της Α.Ε, απαιτείται το πρακτικό του Δ.Σ., που περιέχει την απόφασή του για ανάθεση της εντολής και χορήγηση της πληρεξουσιότητας, και προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΠΔ. Οι απαιτήσεις, όμως, του άρθρου 42 παρ. 1γ΄ ΚΠΔ για βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα αναφέρονται στην περίπτωση που το πληρεξούσιο δεν παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά με απλή έγγραφη δήλωση. Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον κατά τα άρθρα 484 παρ. 1στ΄ και 510 παρ. 1Η΄ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το Συμβούλιο ή το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη (περίπτωση) παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) ασκήθηκε ποινική δίωξη για διακεκριμένη υπεξαίρεση πράξη που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα στις 28-8-2002. Η δίωξη ασκήθηκε κατόπιν υποβολής εγκλήσεως από τον ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της παθούσης εταιρείας δικηγόρο Δημήτριο Θεοδωρόπουλο, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του υπ΄ αριθμ. 9969/6-2-2002 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλλη, το οποίο κατά την περιεχομένη εις αυτό βεβαίωση, συντάχθηκε κατόπιν του από 5-12-2002 πρακτικού του Δ.Σ αυτής (παθούσης), με το οποίο εξουσιοδοτήθηκαν να υπογράψουν το εν λόγω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο οι Αναστάσιος Τερεζάκης του Νικολάου και Δημήτριος Θεοδωρόπουλος του Ιωάννη, οι οποίοι και εκπροσωπούσαν την πιο πάνω εταιρεία (παθούσα), δυνάμει σχετικής ανακοινώσεως καταχωρηθείσης και δημοσιευθείσης στο 10074/1-11-2001 ΦΕΚ (Τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Επίσης, ο προαναφερθείς ειδικός πληρεξούσιος της εταιρείας, εδήλωσε νομίμως και παράσταση πολιτικής αγωγής, προς επιδίωξη χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της φήμης της από την εν λόγω αξιόποινη πράξη. Συναφώς εκδόθηκε το υπ΄ αριθμ. 1227/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου. Ασκηθείσης εφέσεως από την πολιτικώς ενάγουσα δια της ειδικής πληρεξουσίου της δικηγόρου Αγγελικής Ευαγγελίου, δυνάμει του υπ΄ αριθμ. 11169/2004 πληρεξουσίου του ως άνω συμβολαιογράφου, συνταχθέντος και τούτου καθ΄ όμοιον, όπως και το προαναφερθέν, τρόπο, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση της πολιτικώς εναγούσης και παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την παραπάνω πράξη. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, τόσο η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής της παθούσης ανώνυμης εταιρείας όσο και η δήλωσή ασκήσεως εφέσεως κατά του πρωτοδίκου απαλλακτικού βουλεύματος, έγιναν από τους προαναφερθέντες νομικούς παραστάτες, που ενήργησαν ως εντολοδόχοι της ανώνυμης εταιρείας και διορίστηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους εκείνης (παθούσης) με τα προμνημονευθέντα δύο συμβολαιογραφικά έγγραφα. Δοθέντος δε ότι ο αναιρεσείων δεν παραπονείται για μη νόμιμη εκπροσώπηση της παθούσης εις την χορήγηση της εντολής, και με δεδομένο περαιτέρω ότι η πληρεξουσιότης εις τους πιο πάνω δύο νομικούς παραστάτες έγινε με τα συμβολαιογραφικά έγγραφα των οποίων έγινε αναφορά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών των εντολέων (μελών του Δ.Σ) της παθούσης ανώνυμης εταιρείας, η οποία (βεβαίωση της γνησιότητος των υπογραφών) απαιτείται μόνον όταν η πληρεξουσιότης δοθεί με απλή έγγραφη δήλωση. Επομένως, εφόσον η παθούσα νομίμως απέκτησε την ιδιότητα της πολιτικώς εναγούσης και δεν είχε αποβληθεί από την ποινική διαδικασία ενομιμοποιείτο στην άσκηση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς ασκήθηκε, κατά τα προαναφερθέντα και το Συμβούλιο Εφετών που εδέχθη, ως τυπικά δεκτή την έφεση με το συμπροσβαλλόμενο υπ΄ αριθμ. 2236/2004 παρεμπίπτον βούλευμά του και ακολούθως που έκανε δεκτή κατ΄ ουσίαν αυτή, εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την παραπάνω πράξη, άσκησε εξουσία που τον παρέχει ο νόμος και ο συναφής εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στ΄ ΚΠΔ, περί υπερβάσεως εξουσίας, λόγος αναιρέσεως και κατά τρία μέρη του, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. α) Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β)αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ΄ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του προκειμένου να στηρίξει την παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη σ΄ αυτό Εισαγγελική πρόταση, στην οποία παραδεκτώς καθ΄ ολοκληρία αναφέρθηκε και την οποία πλήρως υιοθέτησε, "το σύνολο του συλλεγέντος δια της κυρίας ανακρίσεως αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου". Από την προπαρατεθείσα περικοπή του αιτιολογικού και ιδιαίτερα από την χρήση των φράσεων "όλων των μαρτύρων", όσον αφορά εις τις καταθέσεις αυτών και "τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και είναι στη δικογραφία", όσον αφορά εις τα έγγραφα είναι αναμφίβολον ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την διενέργεια της κυρίας αναιρέσεως, δηλαδή τόσον της αρχικής όσο και της συμπληρωματικής σε εκτέλεση του εκδοθέντος υπ΄ αριθμ. 2236/2004 παρεμπίπτοντος βουλεύματος και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να γίνει ειδική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την συμπληρωματική κυρία ανάκριση, κάτι που θα αποτελούσε πλεονασμό. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, λόγω μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν κατά την συμπληρωματική κυρία ανάκριση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ομοίως, ως αβάσιμος, πρέπει να απορριφθεί ο αυτός λόγος και κατά το έτερο σκέλος του, δηλαδή εκείνο, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, ως προς το "τυπικά παραδεκτό" της εφέσεως, γιατί δεν αναφέρει κατά τον αναιρεσείοντα, πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την ιδιότητα της μηνύτριας, ως πολιτικώς εναγούσης και το δικαίωμά της, να ασκήσει έφεση. Και τούτο δηλαδή ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, η τυπική παραδοχή της εφέσεως και η μη απόρριψή της ως απαράδεκτης, αφ΄ εαυτής ενέχει το στοιχείο της νομιμοποιήσεως της πολιτικώς εναγούσης-η οποία δεν απεβλήθη της ποινικής διαδικασίας-προς άσκηση εφέσεως και εντεύθεν του παραδεκτού αυτής. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 12 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του .... , για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 1756/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ