Αριθμός 1160/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του, του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική ποινική δικογραφία με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμ. πρωτ. 145/3-4-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ΄αρ. 1/22-2-2007 (κατατεθείσα στον Γρ. Τμ. Βουλ. Εφ. Κέρκυρας) αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, ήδη προσωρινά κρατούμενου, που υπεβλήθη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κέρκυρας Βασ. Λιάκουρα και εκθέτω τα εξής: Ι) Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το υπ΄αρ. 20/2007 βούλευμα δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπ΄αρ. 20/2006 έφεση του άνω κατηγορουμένου κατά του υπ΄αρ. 188/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας κατά το μέρος που αφορούσε τις πράξεις: α) εισαγωγής στην Ελλ. Επικράτεια, β) μεταφοράς, γ) κατοχής ναρκωτικών ουσιών (καννάβεως) με την συνδρομή για όλες των επιβαρυντικών περιστάσεων (χρήσεως όπλων προς διαφυγή και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι), δ) άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από κοινού, ε) διακεκριμένης περιπτώσεως κλοπής (από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές), ζ) παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος, η) οπλοφορίας από κοινού, θ) οπλοχρησίας από κοινού κατά την διάπραξη των υπό στοιχ. α, β, γ, εγκλημάτων για τις οποίες και τον παρέπεμψε όπως δικασθεί μετά των λοιπών συγκατηγορουμένων εις το Μ.Ο.Δ. περιφέρειας Εφετείου Κέρκυρας. ΙΙ) Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 14-2-2007 (βλ. αποδεικτικό). Στις 22-2-2007 εμφανίστηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Κέρκυρας Βασ. Λιάκουρας και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου Χ1, ασκεί αναίρεση κατά του υπ΄αρ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και έτσι συντάχθηκε η υπ΄αρ. 1/2007 έκθεση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ουσιαστικά γιατί ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως και διαλαμβάνει ως λόγους αναιρέσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και νομίμου βάσεως διότι απεδέχθη πλήρως την εισαγγελική πρόταση που όσα εκτίθενται σ΄αυτήν δεν επαρκούν, η δε αντιφατικότητα των καταθέσεών του οφείλετο σε άγνοια ελληνικών και κάτω από αυτήν υπέγραψε σχετική κατάθεση, διότι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα (σελ. 7 αιτήσεως) ουδόλως απεφάνθη επί του προβληθέντος λόγου εφέσεως περί αοριστίας των κατηγοριών εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ακατέργαστης ινδικής κάνναβης διότι η ζύγιση δεν ήταν ακριβής επειδή τα κατασχεθέντα ναρκωτικά είχαν βραχεί (αρ. 484 παρ. 1 β, δ Κ.Π.Δ.). ΙΙΙ) ΄Ελλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1δ Κ.Π.Δ. συντρέχει όταν δεν περιέχονται σ΄αυτό τα πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί στους οποίους στήριξε το δικαστικό συμβούλιο την κρίση του ότι, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, ικανές να στηρίξουν κατηγορία και δικαιολογήσουν την παραπομπή του στο ακροατήριο, ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και πιο συγκεκριμένα ως προς την συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της πράξεως αυτής. Η επιβαλλόμενη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εφ΄όσον η τελευταία διαθέτει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (Α.Π. 626/2005 Π.Χρ. ΝΕ/999). Ενώ κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β Κωδ.Ποιν.Δικ., λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ΄αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. IV) Από την διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 Π.Κ. που ορίζει ότι: "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης" προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από τον νόμο, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος που περιλαμβάνει την γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και την θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου και για τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο (Τούση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ΄ υπ΄αρ. 299 σελ. 754,755, Χωραφά Ποιν.Δικ. Τόμος 1ος έκδοση 9η σελ. 260, Α.Π. 861/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ/2005 σελ. 408). Εξ άλλου κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (αρ. 83 Π.Κ.). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από ποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/2005 σελ. 408 Α.Π. 823/2006 Ποιν.Δικ/σύνη 2006 σελ. 1223). Για την στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας (αρ. 46 παρ. 1β ΠΚ) απαιτείται δόλος, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως και παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια της τελέσεως της κυρίας πράξεως συνδεομένης προς αυτήν κατά τρόπον ώστε χωρίς την βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί (Α.Π. 1533/1999 Π.Χρ. Ν/2000 σελ. 789). Κατά την διάταξη του άρ. 5 παρ. 1α, ζ Ν. 1729/87 ως αυτό αντικ. δι΄αρ. 10 Ν. 2161/93 (και σήμερα αρ. 20 παρ. 1 Κ.Ν.Ν. 3459/2006) τιμωρούνται στην βασική τους μορφή με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 290.000 ευρώ α) η εισαγωγή εντός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας από την αλλοδαπή ναρκωτικής ουσίας (Α.Π.1000/2005 Ποιν.Δικ/σύνη 2005 σελ. 1357, Α.Π. 1128/2006 Ποιν.Δικ/σύνη 2006 σελ. 1470), β) η διαμετακόμιση των ναρκωτικών με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσον από τόπο σε τόπο (Α.Π. 1535/2002 Ποιν.Δικ/σύνη 2003 σελ. 219) και γ) η κατοχή ναρκωτικών η οποία πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους κατά την δική του βούληση και να τα διαθέτει πραγματικά (Α.Π. 12/2006 Ποιν.Δικ/σύνη 2006 σελ. 792). Οι ανωτέρω ποινές σύμφωνα με το αρ. 8 Ν. 1729/87 (και 23 Κ.Ν.Ν. 3459/2006) επαυξάνονται και επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 29.412 ευρώ μέχρι 588.235 ευρώ, εάν ο παραβάτης, εκτός των άλλων περιπτώσεων, μετέρχεται κατά την διάπραξή τους ή προς τον σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά την διάταξη του αρ. 13 ζ΄ Π.Κ. ως ιδιαίτερα επικίνδυνος θεωρείται ο δράστης ο οποίος από την βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή στην διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον (Α.Π. 1000/2005 Ποιν. Δικ/σύνη 2005 σελ. 1357, Α.Π. 1898/2005 Ποιν. Δικ/σύνη 2006 σελ. 517). Επειδή οι ποινές που προβλέπονται για τα πιο πάνω εγκλήματα είναι οι ίδιες τόσο με τον Ν. 1729/87 όσο και με τον ΚΝΝ 3459/2006 θα εφαρμοσθούν οι σχετικές του Ν. 1729/87 κατά την χρονική ισχύ του οποίου ετελέσθησαν (25-5-2006) εις την υπό κρίση περίπτωση. Κατά την διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 Π.Κ. που ορίζει ότι: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται θετική ενέργεια του δράστη, που συνίσταται στην αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος από την φυσική εξουσία του κατόχου του και την δημιουργία φυσικής εξουσίας του δράστη, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Κατά δε το άρθρο 374 περ. δ΄ του ίδιου Κώδικα που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής η εν λόγω πράξη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών..... δ) αν τελέσθηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες". Για την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως απαιτείται η ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό την διάπραξη απροσδιόριστης σειράς κλοπών ή ληστειών, κατ΄εξακολούθηση ή όχι, γνώση καθενός από αυτούς ότι είναι ενωμένοι για τον ανωτέρω σκοπό και θέληση για την διάπραξη κλοπών ή ληστειών (Α.Π. 368/1999 Ποιν.Χρ. Ν/2000 σελ. 17, Γάφου Ειδ. Ποινικό Τεύχος ΣΤ σελ. 41-42 υποσημείωση 24 και 25). Υπαρχούσης συμφωνίας η βαριά ποινή επιβάλλεται ήδη με την τέλεση του πρώτου εγκλήματος (Γάφος ενθ΄ ανωτέρω υποσημείωση 24, Αιτιολ. ΄εκθεση σελ. 481). Κατά το άρθρο 13 περ. α΄ Ν. 2168/93, όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1, πλην της περ. γ΄ και περ. 3α και δ του άρθρου 1 του παρόντος στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και τα πολεμικά τυφέκια (αρ. 1 παρ. 1α΄) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή 590 ευρώ, κατά δε εκείνη του αρ. 14 του ιδίου ως άνω Ν. 2168/93 "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι΄ αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". V. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με αναφορά εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, που μνημονεύει όλα κατ΄είδος τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/2005 σελ. 408) δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής: Από την κυρία ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και περατώθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 308 παρ. 4 ΚΠΔ [με απολογία του κατηγορουμένου και την γνωστοποίηση του πέρατος της κυρίας ανακρίσεως (βλ. έκθεση γνωστοποίησης του πέρατος της κυρίας ανακρίσεως στον αντίκλητο τούτου Βασίλειο Λιάκουρα)] και ειδικότερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτουν τα εξής: Τις νυκτερινές ώρες της 25.5.2006 και δη περί ώρα 01.05', το πλωτό περιπολικό σκάφος του Κεντρικού Λιμεναρχείου Κέρκυρας υπό στοιχεία νηολογίου Λ.Σ.-..., και πλήρωμα τους λιμενικούς: α) Ζ1, β) Ζ2, γ).... και δ) ...., ενώ εκτελούσε προγραμματισμένη υπηρεσία περιπολίας και έπλεε στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Ρόδας Κέρκυρας, εντόπισε ύποπτο ταχύπλοο, προερχόμενο από τις Αλβανικές ακτές με κατεύθυνση τις ακτές της βόρειας Κέρκυρας, οπότε έσπευσε προς ακινητοποίηση και αναγνώριση του. Κατά τη διαδικασία όμως προσέγγισης αναγνώρισης, (ρίψη προβολέων, ειδοποίηση με τηλεβόα), οι επιβαίνοντες του σκάφους αντιστάθηκαν βίαια και πυροβόλησαν προς το μέρος των παραπάνω οργάνων με αυτόματο πολεμικό τυφέκιο τύπου KALASHNIKOV που έφεραν παράνομα μαζί τους, ενώ συγχρόνως, ο κυβερνήτης τούτου που όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε ήταν ο εκκαλών και τρίτος των κατηγορουμένων Χ1, αντί να υπακούσει στις προτροπές και παραινέσεις του λιμεναρχείου και σταματήσει επιτόπου, ανέπτυξε ταχύτητα και απομακρύνθηκε προς αποφυγή του ελέγχου. Επακολούθησε για ένα και πλέον τέταρτο της ώρας καταδίωξη επικίνδυνη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δράστες αφενός μεν επύκνωσαν τους εναντίον των λιμενικών πυροβολισμούς τους, μη πτοηθέντες από τα εκφοβιστικά πυρά των τελευταίων, αφετέρου δε και προκειμένου, πλην άλλων, το ταχύπλοο να ελαφρυνθεί από το βάρος του φορτίου που μετέφερε και επιτύχει το μέγιστο δυνατό της ταχύτητας του, άρχισαν να απορρίπτουν στη θάλασσα μέρος από τους μεταφερόμενους σάκους. Σε κάποια φάση της καταδίωξης, ενώ το σκάφος των κατ/νων σταμάτησε πλησίον της ακτής Αστρακερής της βόρειας Κέρκυρας, δύο εκ των επιβαινόντων ύψωσαν τα χέρια τους προς την κατεύθυνση των λιμενικών υπαλλήλων σε στάση παράδοσης. Επρόκειτο βεβαίως για ενέδρα θανάσιμη, η οποία από αγαθή τύχη δεν απέβη μοιραία για τους άνδρες του λιμενικού, γιατί μόλις εκείνοι προσέγγισαν στο σημείο και μάλιστα σε πολύ κοντινή απόσταση πιστεύοντας ως αληθείς, τις προσποιητές στην ουσία προθέσεις των δύο δραστών, ο τρίτος συνεπιβαίνων του ιδίου σκάφους, που όπως διαπιστώθηκε από την ανάκριση επρόκειτο για τον συγκατηγορούμενο του εκκαλούντος Χ3, τελώντας σε συνεννόηση με αυτόν και τον επίσης επιβαίνοντα κατ/νο Χ2, αστραπιαία εγέρθηκε από το σημείο όπου μέχρι εκείνη τη στιγμή εκρύπτετο για να μη γίνει αντιληπτός από τα θύματα και αφού έστρεψε το πλήρες φυσιγγίων παραπάνω πολεμικό όπλο που κρατούσε προς την κατεύθυνση αυτών, πυροβόλησε απανωτές φορές εναντίον τους σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ευρισκόμενος, με καταφανή πρόθεση θανατώσεως τους, πλην, το αποτέλεσμα της εγκληματικής του ενεργείας δεν ολοκληρώθηκε από αίτια ανεξάρτητα της θελήσεως του και συγκεκριμένα γιατί οι σφαίρες του αστόχησαν και δεν έπληξαν τους προαναφερόμενους. Παράλληλα, ο εκκαλών εκμεταλλευόμενος τον αιφνιδιασμό, άρπαξε το πηδάλιο και αναπτύσσοντας ταχύτητα προσάραξε τούτο στη ακτή όπου δεν μπορούσε λόγω διαστάσεων και βάρους να ακολουθήσει το πλοίο του λιμενικού και έτσι έδωσε την ευκαιρία στον εαυτό του και τους συγκατηγορουμένους του να πηδήξουν από αυτό και να εξαφανιστούν τρέχοντας προς την δασώδη περιοχή της ξηράς επωφελούμενοι και του επικροτούντος σκότους. Εντός του ως άνω εγκαταλειμμένου σκάφους και συγκεκριμένα μέσα σε ένδεκα τον αριθμό (11) σακβουαγιάζ, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ναρκωτικές ουσίες (ινδική κάνναβη), βάρους 211 κιλών, συσκευασμένες σε δέματα, από δε τη θαλάσσια περιοχή όπου η καταδίωξη, περισυλλέγη σαν άλλοι δεκαεπτά (17) όμοιοι σάκοι που περιείχαν την αυτή ναρκωτική ουσία σε δέματα επίσης συσκευασμένη, προς περαιτέρω προφανώς διακίνηση, ήτοι συνολικά βρέθηκαν 468 δέματα συνολικού βάρους 678,95 κιλών ινδικής καννάβεως. (βλ. σχετική έκθεση χημικής αναλύσεως με αρ.1049-1070/29.5.2006, συνημμένη). Ακόμα βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα φυσίγγιο τύπου 7,62 mm από το χρησιμοποιηθέν τυφέκιο KALASHNIKOV. (βλ. την από 23.6.2006 ένορκη κατάθεση του oπλουργού του λιμενικού Ζ3, συνημμένη.) Το πλωτό μέσο το οποίο χρησιμοποίησαν οι καταδιωκόμενοι κακοποιοί προκειμένου να εισάγουν και μεταφέρουν από την Αλβανία στην Ελλάδα την ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, ήταν ως ελέχθη, ταχύπλοο πολυεστερικό τύπου BEST 515 FISHING με εξωλέμβιο κινητήρα MERCURY 250 HP, καθώς δε από την έρευνα διαπιστώθηκε επρόκειτο για το σκάφος "....." ....... .... ιδιοκτησίας ....., το οποίο είχε κλαπεί την 3.7.2005 από τις εκβολές ποταμού Μεσογγής Μωραΐτικων Κέρκυρας, ενώ η προέλευση του εξωλέμβιου κινητήρα, δεν προέκυψε καθώς είχαν παραποιηθεί - αλλοιωθεί τα στοιχεία του. Αμέσως μετά την διαφυγή των τριών δραστών κινητοποιήθηκαν προς αναζήτηση και σύλληψη τους ύστερα από σχετική ειδοποίηση του λιμενικού Σώματος, οι αστυνομικές δυνάμεις της ΟΠΚΕ Κέρκυρας, οι οποίες την 26.5.2006, με τη βοήθεια του εκπαιδευμένου σκύλου "EROS" και χρήση θερμικής κάμερας καθοδηγήθηκαν στην δύσβατη περιοχή Καλαβούρι Κέρκυρας, όπου εντόπισαν τους δύο εξ αυτών, ήτοι τους Χ2 και Χ3 (μη ασκήσαντες έφεση συναυτουργούς) εκ των οποίων, ο μεν πρώτος δεν διέθετε νομιμοποιητικά έγραφα για την είσοδο του στη Χώρα, ο δε δεύτερος, ενώ είχε απαγόρευση εισόδου στο έδαφος SCHENKEN με αριθμό .... ...., επανήλθε παρανόμως μέσω της θαλάσσιας περιοχής Ρόδας Κέρκυρας. Την ίδια δε ημέρα και περί ώρα 17.00', εντοπίστηκε επίσης στην πιο πάνω περιοχή και συνελήφθη παρά την επιχειρηθείσα προσπάθεια νέας διαφυγής του(βλ. την από 26.5.2006 ένορκη εξέταση συνοριακού φύλακα ...., συνημμένη) και ο τρίτος κατηγορούμενος (εκκαλών), οποίος επίσης εστερείτο νομιμοποιητικών εγγράφων. Εν τω μεταξύ, οι συμμετέχοντες στην καταδίωξη του σκάφους λιμενικοί υπάλληλοι Ζ1 και Ζ2, μετέβησαν στον αστυνομικό χώρο προσαγωγής των δραστών και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή αμφιβολία, αναγνώρισαν αμέσως στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ3 το άτομο που πυροβόλησε εναντίον και των τεσσάρων, με πρόθεση ακάθεκτη να τους φονεύσει καθήν στιγμήν ανύποπτοι πλησίασαν το σκάφος, νομίζοντες ως ειλικρινείς τις περί παράδοσης παραπλανητικές κινήσεις των ανωτέρω δύο αμέσων συνεργών του, και στο πρόσωπο του τρίτου κατηγορουμένου Χ1 (εκκαλούντα) το χειριστή του ταχύπλοου σκάφους με το οποίο μετέφεραν τα ναρκωτικά(βλ. τις από καταθέσεις τους). Ώστε η προπεριγραφείσα εγκληματική του κατηγορουμένου δράση, με τον τρόπο και τις συνθήκες που αυτή εκτυλίχθηκε ανωτέρω, κατέδειξε με ενάργεια και σαφήνεια, ότι και για την εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών στην Ελλάδα γνώριζε πολύ καλά και συμμετείχε από κοινού με τους λοιπούς δύο, και άπαντες οργανωμένοι με επαγγελματισμό ήσαν, αφού επέλεξαν για την πραγμάτωση των εγκλημάτων τους σκάφος ταχύπλοο που είχαν προ έτους περίπου (3.7.2005) κλέψει από την χώρα μας και το μετέφεραν χωρίς καν να γίνουν αντιληπτοί στην Αλβανία, ήτοι υπό περιστάσεις που αδιαμφισβήτητα καταδεικνύουν πως είχαν ενωθεί για τέλεση απροσδιόριστου αριθμού ομοίων πράξεων και επ' αυτού μετά την αλλοίωση των χαρακτηριστικών του γνωρισμάτων, τοποθέτησαν μεγάλου κυβισμού εξωλέμβια μηχανή, προς ανάπτυξη ακόμα υψηλότερων ταχυτήτων, και πλήρως εξοπλίστηκαν φέροντας όπλο μεγάλου δραστικού βεληνεκούς, ήτοι πολεμικό τυφέκιο τύπου ΚΑΛΑΣΝΙΚΟΦ, έτοιμο προς χρήση με πλειάδα φυσιγγίων, και ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης έλαβαν, αφού απέπλευσαν νύκτα για να μην γίνουν αντιληπτοί, και οι δύο πρώτοι μερίμνησαν να φορούν μαγιό για να μην βραχούν τα εξωτερικά τους ενδύματα και προκαλέσουν κατά την αποβίβαση τους υποψία, ενώ για τον τρίτο (εκκαλούντα) δεν ετίθετο θέμα, γιατί θα επέστρεφε μετά την εκφόρτωση του σκάφους, και κατά τον έλεγχο των λιμενικών αντέδρασαν βίαια πυροβολώντας εναλλάξ κατ' αυτών και αναπτύσσοντας ταυτοχρόνως ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα προς διαφυγή, και τα ναρκωτικά (όσα εξ αυτών τουλάχιστον μπορούσαν) προσπάθησαν να απορρίψουν στην θάλασσα, αφενός μεν για να μην υπάρξουν ενοχοποιητικά εναντίον τους στοιχεία, αφετέρου δε, για να μειώσουν το βάρος του φορτίου και απομακρυνθούν ταχύτερα, και ενέδρα έστησαν στους διώκτες τους λιμενικούς υπαλλήλους, δίνοντας την ευκαιρία στον συγκατηγορούμενό τους (αυτουργό απόπειρας ανθρωποκτονίας) να υψώσει το όπλο και πυροβολήσει στοχεύοντας εναντίον τους με πρόθεση φονεύσεώς τους, και επέτυχαν να τους αιφνιδιάσουν και διαφύγουν με αποφευκτικούς ελιγμούς του ιδίου (εκκαλούντος) και εν τέλει μερίμνησαν με περισσή ψυχραιμία να απορρίψουν το όπλο στη θάλασσα για να μην χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο εναντίον τους. Ενήργησαν δηλαδή και έδρασαν με επιτηδειότητα, μεθοδικότητα και εγκληματική ψυχρότητα, ήτοι υπό συνθήκες που ανενδοίαστα μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων (άρ. 13 παρ. ζ Π.Κ). Όσον αφορά τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρισμούς του εκκαλούντος, λεκτέον, ότι ο ανωτέρω προανακριτικά σε τρεις απανωτές εξετάσεις του (δύο από 25.6.2006 στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κέρκυρας και μία 26.6.2006 ενώπιον του Πλωτάρχη ....), ομολόγησε αυθορμήτως τις πράξεις του και απλά υπό το βάρος της επ' αυτοφώρω και αυτού μετά των λοιπών συλλήψεως και πανηγυρικής αναγνωρίσεως του από τους λιμενικούς, επιχείρησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις, υποστηρίζοντας την μη πιστευτή ωστόσο εκδοχή, πως ανέλαβε την πλοήγηση του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους έναντι αμοιβής 1000 ευρώ που θα του έδινε ο αγνώστων λοιπών στοιχείων ομοεθνής του "...." τον οποίο συνάντησε στη ..... Αλβανίας. Κατά τα λοιπά όμως υπήρξε και αυτός, με μικρές έστω αποκλίσεις, απολύτως σαφής και διαφωτιστικός, παρέχοντας ικανά στοιχεία αναδεικνύοντα την ως άνω περιγραφείσα "αριστοτεχνική" κατάστρωση και εκτέλεση του οργανωμένου εγκληματικέ τους σχεδίου, αφού αβίαστα και ελεύθερα παραδέχθηκε, πως ο ίδιος εχειρίζετο το ταχύπλοο σκάφος από τη Χιμάρα έως την Κέρκυρα έχοντας βοηθούς τους γνωρίμους του λοιπούς δύο συγκατηγορουμένους, ότι του επεδείχθη προηγουμένως το ακριβές σημείο όπου θα κατέπλεε και θα εκφόρτωναν τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και του παραδόθηκε από τον άγνωστο συμμέτοχο προς υποβοήθηση και ακριβής χάρτης της περιοχής, ότι επέλεξαν να αποπλεύσουν νυκτερινές ώρες για να μην υποπέσουν στην αντίληψη των αρχών, ότι πράγματι έφεραν παράνομα μαζί τους το προαναφερθέν πολεμικό τυφέκιο, ότι όντως πυροβόλησαν αλλά στον αέρα προς εκφοβισμό δήθεν, το δε όπλο ο συγκατηγορούμενος του Χ3 το απέρριψε στη θάλασσα και ότι τέλος, μόλις ξέφυγαν από τους λιμενικούς και βγήκαν στην παραλία κρύφτηκαν σε πυκνώδη βλάστηση, αυτός δε την πρώτη φορά ξέφυγε από τον αστυνομικό κλοιό, γιατί οι αστυνομικοί ενώ ανακάλυψαν τους υπολοίπους, δεν μπόρεσαν να βρουν τον ίδιο που τους παρακολουθούσε από απόκρυφο σημείο. (βλ. τις ανωτέρω εξετάσεις του, συνημμένες). Βεβαίως κατά ενώπιον του ανακριτού απολογία του, "ανέκρουσε πρύμναν", ισχυρισθείς, ότι τα όσα ομολόγησε στην προανάκριση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι τα υπέγραψε εν αγνοία του, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να διαβάζει το περιεχόμενο τους, αφού δεν ξέρει καθόλου Ελληνικά και τέλος ότι ουδεμία έχει σχέση με την υπόθεση των ναρκωτικών και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος των λιμενικών οργάνων, διότι δεν ήταν κυβερνήτης του σκάφους και απλά είχε έλθει προ δεκαημέρου στην Κέρκυρα για εξεύρεση εργασίας, ισχυρισμούς τους οποίους αναλύει λεπτομερέστερα στην έφεση του, επιτονίζοντας, πως το εκκαλούμενο βούλευμα, αναιτιολόγητα τον παρέπεμψε σε δίκη από εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων. Ματαίως όμως προσπαθεί ο εκκαλών να πείσει περί των τελευταίων αυτών όψιμων αιτιάσεων του, αφού, ως γνωστόν, ουδείς μπορεί να έλθει σε αντίθεση με τας ιδικάς του πράξεις κατά την διατύπωση του λατινικού αξιώματος:"venire contra factum proprium". Και με "τους ιδικούς του προηγούμενους λόγους" θα προσθέταμε εμείς κατά την εξειδίκευση της Ευαγγελικής εντολής που συνιστά την ευθύτητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια: "έστω δε ο λόγος ημών ναι ναι, ού ου, το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν"(Κατά Ματθαίον, ε', 36). Γιατί, ενώ αυτός ο ίδιος, δηλώνει ευθέως στην από 27.5.2006 έκθεση προανακριτικής εξέτασης του πως: "γνωρίζει και μιλάει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα", στην ανακριτική απολογία εκθέτει το ακριβώς αντίθετο και όταν τελικά, δια της θεμιτής ανακριτικής μεθόδου ερωτήσεων - απαντήσεων και (μετά σύγκριση) απόλυτης ταύτισης των τελευταίων με εκείνες της προανάκρισης διαπιστώνεται η καταφανής ενώπιον του Ανακριτή ψευδολογία του, (βλ. σελ. 1-2 από 30.5.2006 απολογίας του), τότε προσπαθεί να δικαιολογηθεί ψελλίζοντας: "πως καταλαβαίνει ελληνικά και πολύ λίγο μιλάει". Η αλλού, που χωρίς δισταγμό oμoλoγεί ότι αυτός εχειρίζετο το σκάφος που μετέφερε τα ναρκωτικά από την Αλβανία στην Κέρκυρα μαζί με τους δυο συγκατηγορούμενους του και μόλις αντικρίζει τους τελευταίους ενώπιον του Ανακριτή και αντιλαμβάνεται ότι και εκείνοι επαναλαμβάνουν αυτό που ο ίδιος πράγματι έκανε και παραδέχθηκε με ειλικρίνεια προανακριτικά, προσποιείται ότι ούτε καν τους γνωρίζει! (σελ.3 απολογίας του κατ' αντιπαράσταση δοθείσας με τους λοιπούς δύο). Μετά από όσα προεκτέθηκαν : Α) προέκυψαν πλέον ή επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την παραπομπή του σε δημόσια δίκη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. περιφερείας μας (άρ. 109, 119παρ. 1, 128, 129, 309 παρ. 1ε, 313 Κ.Π.Δ.), για τις αξιόποινες πράξεις: α) της Εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, β) μεταφοράς, και γ)κατοχής, από κοινού ναρκωτικών ουσιών (ινδικής καννάβεως), με την συνδρομή σε όλες τις περιπτώσεις των επιβαρυντικών περιστάσεων (χρήσης όπλων προς διαφυγή και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι), 6) άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από κοινού, κατά συρροή, ε) διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής (από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές), ζ) παράνομης εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, η)οπλοφορίας από κοινού και θ) οπλοχρησίας από κοινού κατά την διάπραξη των υπό στοιχεία α, β, και γ, εγκλημάτων. Οι ανωτέρω δε πράξεις, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 στοιχ. ζ', 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 45, 46 παρ. 1στοιχ. β, 79, 83, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1, 374 στοιχ. δ-372 ΠΚ. και άρθρων 82 παρ. 2-4, 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, 1 παρ.1, 10 παρ. 1-13α, 14 του Ν. 2168/1993 και άρθρα 4 παρ. 1-3 Πιν. Α' αρ. 6, 5 παρ. 1 α, ζ, -2, 8 Ν.1729/1987, όπως αυτό αντικ. με άρ. 2 παρ. 15 περ. β του Ν. 2479/1997 και στη συνέχεια το εδ. α αντικ. από άρ. 5παρ. 1 Ν. 3189/2003 και ισχύουν σήμερα με K.N.3459/2006). VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο υπ΄αρ. 20/2007 βούλευμά του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με την συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων για όλες (χρήσεως όπλων προς διαφυγή και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι), άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από κοινού, διακεκριμένης περιπτώσεως κλοπής (από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές, παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος, οπλοφορίας από κοινού, οπλοχρησίας από κοινού κατά την διάπραξη των α, β, γ εκλημάτων, για τις οποίες αυτός παραπέμφθηκε (με τους ετέρους δύο κατηγορουμένους που δεν άσκησαν αναίρεση) στο Μ.Ο.Δ. περιφέρειας Εφετείου Κέρκυρας (που είναι αρμόδιο για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας και λόγω συναφείας ως προς τις λοιπές), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρ. 13, 24 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 45, 46 παρ. 1β, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1, 374δ-372 παρ. 1 αρ. 82 παρ. 2-4, 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005 αρ. 1 παρ. 1 10 παρ. 1-13α, 14 Ν. 2168/93 και αρ. 4 παρ. 1+3Α6, 5 παρ. 1α+ζ+2, 8 Ν. 1729/87 σε αντ. με αρ. 2 παρ. 15β Ν. 2479/97 και ακολούθως με αρ. 5 παρ. 1 Ν. 3189/2003 και ισχύουν σήμερα με τον ΚΝΝ 3459/2006. Τις ανωτέρω διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου αιτιολογώντας με ειδικότερες σκέψεις (φύλλο 7 σελ. β, φύλλο 8 σελ. α, β) πέραν των αντικειμενικών το υποκειμενικό στοιχείο όλων των πράξεων και επιπροσθέτως την θεμελίωση της επιβαρυντικής περιστάσεως του αρ. 8 Ν. 1729/87. Πέραν όμως αυτού ο λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικώς ποινικών διατάξεων που προέβαλε ο αναιρεσείων είναι αόριστος γιατί δεν προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η σχετική παράβαση. Επίσης είναι αβάσιμος και ο λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι επιτρεπτώς έγινε με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμοδίου εισαγγελέως, ενώ έγιναν εκτενείς ειδικές σκέψεις επί των λόγων που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην απολογία του περί του ορισμένου των κατηγοριών, περί της γνώσεως σε πολύ καλό επίπεδο της ελληνικής γλώσσας συνεπώς να κατανόησε πλήρως τα λαβόντα χώρα κατά την προδικασία. Πρέπει κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. VII.) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) Να απορριφθεί η υπ΄αρ. 1/22-2-2007 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 προσωρινά κρατούμενου που υπεβλήθη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Β. Λιάκουρα κατά του υπ΄αρ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 2-4-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης" προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από τον νόμο, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος που περιλαμβάνει την γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και την θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου και για τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο. Εξάλλου κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83 Π.Κ.). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας (αρ. 46 παρ. 1β ΠΚ) απαιτείται δόλος, δηλαδή, ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια της τελέσεως της κυρίας πράξεως συνδεομένης προς αυτήν κατά τρόπον ώστε χωρίς την βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί. ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1α΄, ζ΄ του Ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (και σήμερα αρ. 20 παρ. 1 του Κ.Ν.Ν. 3459/2006) τιμωρούνται στην βασική τους μορφή με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 290.000 ευρώ α) η εισαγωγή εντός των ορίων της Ελληνικής Επικράτειας από την αλλοδαπή ναρκωτικής ουσίας, β) η διαμετακόμιση των ναρκωτικών με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσον από τόπο σε τόπο και γ) η κατοχή ναρκωτικών η οποία πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους κατά τη δική του βούληση και να τα διαθέτει πραγματικά. Οι ανωτέρω ποινές σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (και 23 Κ.Ν.Ν. 3459/2006 επαυξάνονται και επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 29.412 ευρώ μέχρι 588.235 ευρώ, αν ο παραβάτης, εκτός των άλλων περιπτώσεων, μετέρχεται κατά την διάπραξή τους ή προς τον σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. ζ΄ του ΠΚ ως ιδιαίτερα επικίνδυνος θεωρείται ο δράστης ο οποίος από την βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Επειδή, οι ποινές που προβλέπονται για τα πιο πάνω εγκλήματα είναι οι ίδιες τόσο με το Ν. 1729/1987 όσο και με το ΚΝΝ 3459/2006 θα εφαρμοστούν οι σχετικές του Ν. 1729/1987 κατά την χρονική ισχύ του οποίου ετελέσθησαν (25-5-2006) στην υπό κρίση περίπτωση. ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει ότι "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερο μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται θετική ενέργεια του δράστη που συνίσταται στην αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος από την φυσική εξουσία του κατόχου του και τη δημιουργία φυσικής εξουσίας του δράστη, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Κατά δε το άρθρο 374 περ. δ' του ίδιου Κώδικα που αναφέρεται στις διακριμένες περιπτώσεις κλοπής η εν λόγω πράξη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.......δ) αν τελέσθηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται η ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό την διάπραξη απροσδιόριστης σειράς κλοπών ή ληστειών, κατ' εξακολούθηση ή όχι, γνώση καθενός από αυτούς ότι είναι ενωμένοι για τον ανωτέρω σκοπό και θέληση για την διάπραξη κλοπών ή ληστειών. Υπαρχούσης συμφωνίας η βαριά ποινή επιβάλλεται ήδη με την τέλεση του πρώτου εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 περ. α' του Ν. 2168/1993, όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1, πλην της περ. γ' και περ. 3 α΄ και δ' του άρθρου του παρόντος στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και τα πολεμικά τυφέκια (αρ.1 περ. 1α') τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή 590 ευρώ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω Ν. 2168/1993, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνώ". IV.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρι9α ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τί συνήγαγε από αυτό το συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέα εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 20/2007 βούλευμά του με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών που μνημονεύει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του ότι "Από την κυρία ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και περατώθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 308 παρ. 4 ΚΠΔ [με απολογία του κατηγορουμένου και την γνωστοποίηση του πέρατος της κυρίας ανακρίσεως (βλ. έκθεση γνωστοποίησης του πέρατος της κυρίας ανακρίσεως στον αντίκλητο τούτου Βασίλειο Λιάκουρα)] και ειδικότερα από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτουν τα εξής: Τις νυκτερινές ώρες της 25.5.2006 και δη περί ώρα 01.05', το πλωτό περιπολικό σκάφος του Κεντρικού Λιμεναρχείου Κέρκυρας υπό στοιχεία νηολογίου Λ.Σ...., και πλήρωμα τους λιμενικούς: α) Ζ1, β) Ζ2, γ).... και δ) ...., ενώ εκτελούσε προγραμματισμένη υπηρεσία περιπολίας και έπλεε στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Ρόδας Κέρκυρας, εντόπισε ύποπτο ταχύπλοο, προερχόμενο από τις Αλβανικές ακτές με κατεύθυνση τις ακτές της βόρειας Κέρκυρας, οπότε έσπευσε προς ακινητοποίηση και αναγνώριση του. Κατά τη διαδικασία όμως προσέγγισης αναγνώρισης, (ρίψη προβολέων, ειδοποίηση με τηλεβόα), οι επιβαίνοντες του σκάφους αντιστάθηκαν βίαια και πυροβόλησαν προς το μέρος των παραπάνω οργάνων με αυτόματο πολεμικό τυφέκιο τύπου KALASHNIKOV που έφεραν παράνομα μαζί τους, ενώ συγχρόνως, ο κυβερνήτης τούτου που όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε ήταν ο εκκαλών και τρίτος των κατηγορουμένων Χ1, αντί να υπακούσει στις προτροπές και παραινέσεις του λιμεναρχείου και σταματήσει επιτόπου, ανέπτυξε ταχύτητα και απομακρύνθηκε προς αποφυγή του ελέγχου. Επακολούθησε για ένα και πλέον τέταρτο της ώρας καταδίωξη επικίνδυνη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δράστες αφενός μεν επύκνωσαν τους εναντίον των λιμενικών πυροβολισμούς τους, μη πτοηθέντες από τα εκφοβιστικά πυρά των τελευταίων, αφετέρου δε και προκειμένου, πλην άλλων, το ταχύπλοο να ελαφρυνθεί από το βάρος του φορτίου που μετέφερε και επιτύχει το μέγιστο δυνατό της ταχύτητας του, άρχισαν να απορρίπτουν στη θάλασσα μέρος από τους μεταφερόμενους σάκους. Σε κάποια φάση της καταδίωξης, ενώ το σκάφος των κατ/νων σταμάτησε πλησίον της ακτής Αστρακερής της βόρειας Κέρκυρας, δύο εκ των επιβαινόντων ύψωσαν τα χέρια τους προς την κατεύθυνση των λιμενικών υπαλλήλων σε στάση παράδοσης. Επρόκειτο βεβαίως για ενέδρα θανάσιμη, η οποία από αγαθή τύχη δεν απέβη μοιραία για τους άνδρες του λιμενικού, γιατί μόλις εκείνοι προσέγγισαν στο σημείο και μάλιστα σε πολύ κοντινή απόσταση πιστεύοντας ως αληθείς, τις προσποιητές στην ουσία προθέσεις των δύο δραστών, ο τρίτος συνεπιβαίνων του ιδίου σκάφους, που όπως διαπιστώθηκε από την ανάκριση επρόκειτο για τον συγκατηγορούμενο του εκκαλούντος Χ3, τελώντας σε συνεννόηση με αυτόν και τον επίσης επιβαίνοντα κατ/νο Χ2, αστραπιαία εγέρθηκε από το σημείο όπου μέχρι εκείνη τη στιγμή εκρύπτετο για να μη γίνει αντιληπτός από τα θύματα και αφού έστρεψε το πλήρες φυσιγγίων παραπάνω πολεμικό όπλο που κρατούσε προς την κατεύθυνση αυτών, πυροβόλησε απανωτές φορές εναντίον τους σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ευρισκόμενος, με καταφανή πρόθεση θανατώσεως τους, πλην, το αποτέλεσμα της εγκληματικής του ενεργείας δεν ολοκληρώθηκε από αίτια ανεξάρτητα της θελήσεως του και συγκεκριμένα γιατί οι σφαίρες του αστόχησαν και δεν έπληξαν τους προαναφερόμενους. Παράλληλα, ο εκκαλών εκμεταλλευόμενος τον αιφνιδιασμό, άρπαξε το πηδάλιο και αναπτύσσοντας ταχύτητα προσάραξε τούτο στη ακτή όπου δεν μπορούσε λόγω διαστάσεων και βάρους να ακολουθήσει το πλοίο του λιμενικού και έτσι έδωσε την ευκαιρία στον εαυτό του και τους συγκατηγορουμένους του να πηδήξουν από αυτό και να εξαφανιστούν τρέχοντας προς την δασώδη περιοχή της ξηράς επωφελούμενοι και του επικροτούντος σκότους. Εντός του ως άνω εγκαταλειμμένου σκάφους και συγκεκριμένα μέσα σε ένδεκα τον αριθμό (11) σακβουαγιάζ, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ναρκωτικές ουσίες (ινδική κάνναβη), βάρους 211 κιλών, συσκευασμένες σε δέματα, από δε τη θαλάσσια περιοχή όπου η καταδίωξη, περισυλλέγη σαν άλλοι δεκαεπτά (17) όμοιοι σάκοι που περιείχαν την αυτή ναρκωτική ουσία σε δέματα επίσης συσκευασμένη, προς περαιτέρω προφανώς διακίνηση, ήτοι συνολικά βρέθηκαν 468 δέματα συνολικού βάρους 678,95 κιλών ινδικής καννάβεως. (βλ. σχετική έκθεση χημικής αναλύσεως με αρ.1049-1070/29.5.2006, συνημμένη). Ακόμα βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα φυσίγγιο τύπου 7,62 mm από το χρησιμοποιηθέν τυφέκιο KALASHNIKOV. (βλ. την από 23.6.2006 ένορκη κατάθεση του oπλουργού του λιμενικού Ζ3, συνημμένη.) Το πλωτό μέσο το οποίο χρησιμοποίησαν οι καταδιωκόμενοι κακοποιοί προκειμένου να εισάγουν και μεταφέρουν από την Αλβανία στην Ελλάδα την ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, ήταν ως ελέχθη, ταχύπλοο πολυεστερικό τύπου BEST 515 FISHING με εξωλέμβιο κινητήρα MERCURY 250 HP, καθώς δε από την έρευνα διαπιστώθηκε επρόκειτο για το σκάφος "....." ...... .... ιδιοκτησίας ....., το οποίο είχε κλαπεί την 3.7.2005 από τις εκβολές ποταμού Μεσογγής Μωραΐτικων Κέρκυρας, ενώ η προέλευση του εξωλέμβιου κινητήρα, δεν προέκυψε καθώς είχαν παραποιηθεί - αλλοιωθεί τα στοιχεία του. Αμέσως μετά την διαφυγή των τριών δραστών κινητοποιήθηκαν προς αναζήτηση και σύλληψη τους ύστερα από σχετική ειδοποίηση του λιμενικού Σώματος, οι αστυνομικές δυνάμεις της ΟΠΚΕ Κέρκυρας, οι οποίες την 26.5.2006, με τη βοήθεια του εκπαιδευμένου σκύλου "EROS" και χρήση θερμικής κάμερας καθοδηγήθηκαν στην δύσβατη περιοχή Καλαβούρι Κέρκυρας, όπου εντόπισαν τους δύο εξ αυτών, ήτοι τους Χ2 και Χ3 (μη ασκήσαντες έφεση συναυτουργούς) εκ των οποίων, ο μεν πρώτος δεν διέθετε νομιμοποιητικά έγραφα για την είσοδο του στη Χώρα, ο δε δεύτερος, ενώ είχε απαγόρευση εισόδου στο έδαφος SCHENKEN με αριθμό .... ...., επανήλθε παρανόμως μέσω της θαλάσσιας περιοχής Ρόδας Κέρκυρας. Την ίδια δε ημέρα και περί ώρα 17.00', εντοπίστηκε, επίσης, στην πιο πάνω περιοχή και συνελήφθη παρά την επιχειρηθείσα προσπάθεια νέας διαφυγής του (βλ. την από 26.5.2006 ένορκη εξέταση συνοριακού φύλακα ....., συνημμένη) και ο τρίτος κατηγορούμενος (εκκαλών), ο οποίος, επίσης, εστερείτο νομιμοποιητικών εγγράφων. Εν τω μεταξύ, οι συμμετέχοντες στην καταδίωξη του σκάφους λιμενικοί υπάλληλοι Ζ1 και Ζ2, μετέβησαν στον αστυνομικό χώρο προσαγωγής των δραστών και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή αμφιβολία, αναγνώρισαν αμέσως στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ3 το άτομο που πυροβόλησε εναντίον και των τεσσάρων, με πρόθεση ακάθεκτη να τους φονεύσει καθήν στιγμήν ανύποπτοι πλησίασαν το σκάφος, νομίζοντες ως ειλικρινείς τις περί παράδοσης παραπλανητικές κινήσεις των ανωτέρω δύο αμέσων συνεργών του, και στο πρόσωπο του τρίτου κατηγορουμένου Χ1 (εκκαλούντα) το χειριστή του ταχύπλοου σκάφους με το οποίο μετέφεραν τα ναρκωτικά(βλ. τις από καταθέσεις τους). Ώστε η προπεριγραφείσα εγκληματική του κατηγορουμένου δράση, με τον τρόπο και τις συνθήκες που αυτή εκτυλίχθηκε ανωτέρω, κατέδειξε με ενάργεια και σαφήνεια, ότι και για την εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών στην Ελλάδα γνώριζε πολύ καλά και συμμετείχε από κοινού με τους λοιπούς δύο, και άπαντες οργανωμένοι με επαγγελματισμό ήσαν, αφού επέλεξαν για την πραγμάτωση των εγκλημάτων τους σκάφος ταχύπλοο που είχαν προ έτους περίπου (3.7.2005) κλέψει από την χώρα μας και το μετέφεραν χωρίς καν να γίνουν αντιληπτοί στην Αλβανία, ήτοι υπό περιστάσεις που αδιαμφισβήτητα καταδεικνύουν πως είχαν ενωθεί για τέλεση απροσδιόριστου αριθμού ομοίων πράξεων και επ' αυτού μετά την αλλοίωση των χαρακτηριστικών του γνωρισμάτων, τοποθέτησαν μεγάλου κυβισμού εξωλέμβια μηχανή, προς ανάπτυξη ακόμα υψηλότερων ταχυτήτων, και πλήρως εξοπλίστηκαν φέροντας όπλο μεγάλου δραστικού βεληνεκούς, ήτοι πολεμικό τυφέκιο τύπου ΚΑΛΑΣΝΙΚΟΦ, έτοιμο προς χρήση με πλειάδα φυσιγγίων, και ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης έλαβαν, αφού απέπλευσαν νύκτα για να μην γίνουν αντιληπτοί, και οι δύο πρώτοι μερίμνησαν να φορούν μαγιό για να μην βραχούν τα εξωτερικά τους ενδύματα και προκαλέσουν κατά την αποβίβαση τους υποψία, ενώ για τον τρίτο (εκκαλούντα) δεν ετίθετο θέμα, γιατί θα επέστρεφε μετά την εκφόρτωση του σκάφους, και κατά τον έλεγχο των λιμενικών αντέδρασαν βίαια πυροβολώντας εναλλάξ κατ' αυτών και αναπτύσσοντας ταυτοχρόνως ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα προς διαφυγή, και τα ναρκωτικά (όσα εξ αυτών τουλάχιστον μπορούσαν) προσπάθησαν να απορρίψουν στην θάλασσα, αφενός μεν για να μην υπάρξουν ενοχοποιητικά εναντίον τους στοιχεία, αφετέρου δε, για να μειώσουν το βάρος του φορτίου και απομακρυνθούν ταχύτερα, και ενέδρα έστησαν στους διώκτες τους λιμενικούς υπαλλήλους, δίνοντας την ευκαιρία στον συγκατηγορούμενό τους (αυτουργό απόπειρας ανθρωποκτονίας) να υψώσει το όπλο και πυροβολήσει στοχεύοντας εναντίον τους με πρόθεση φονεύσεώς τους, και επέτυχαν να τους αιφνιδιάσουν και διαφύγουν με αποφευκτικούς ελιγμούς του ιδίου (εκκαλούντος) και εν τέλει μερίμνησαν με περισσή ψυχραιμία να απορρίψουν το όπλο στη θάλασσα για να μην χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο εναντίον τους. Ενήργησαν, δηλαδή, και έδρασαν με επιτηδειότητα, μεθοδικότητα και εγκληματική ψυχρότητα, ήτοι υπό συνθήκες που ανενδοίαστα μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων (άρ. 13 παρ. ζ Π.Κ). Όσον αφορά τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρισμούς του εκκαλούντος, λεκτέον, ότι ο ανωτέρω, προανακριτικά, σε τρεις απανωτές εξετάσεις του (δύο από 25.6.2006 στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κέρκυρας και μία 26.6.2006 ενώπιον του Πλωτάρχη ......), ομολόγησε αυθορμήτως τις πράξεις του και απλά υπό το βάρος της επ' αυτοφώρω και αυτού μετά των λοιπών συλλήψεως και πανηγυρικής αναγνωρίσεως του από τους λιμενικούς, επιχείρησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις, υποστηρίζοντας την μη πιστευτή ωστόσο εκδοχή, πως ανέλαβε την πλοήγηση του έμφορτου με τα ναρκωτικά σκάφους έναντι αμοιβής 1000 ευρώ που θα του έδινε ο αγνώστων λοιπών στοιχείων ομοεθνής του "....." τον οποίο συνάντησε στη ..... Αλβανίας. Κατά τα λοιπά όμως υπήρξε και αυτός, με μικρές έστω αποκλίσεις, απολύτως σαφής και διαφωτιστικός, παρέχοντας ικανά στοιχεία αναδεικνύοντα την ως άνω περιγραφείσα "αριστοτεχνική" κατάστρωση και εκτέλεση του οργανωμένου εγκληματικού τους σχεδίου, αφού αβίαστα και ελεύθερα παραδέχθηκε, πως ο ίδιος εχειρίζετο το ταχύπλοο σκάφος από τη Χιμάρα έως την Κέρκυρα έχοντας βοηθούς τους γνωρίμους του λοιπούς δύο συγκατηγορουμένους, ότι του επεδείχθη προηγουμένως το ακριβές σημείο όπου θα κατέπλεε και θα εκφόρτωναν τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών και του παραδόθηκε από τον άγνωστο συμμέτοχο προς υποβοήθηση και ακριβής χάρτης της περιοχής, ότι επέλεξαν να αποπλεύσουν νυκτερινές ώρες για να μην υποπέσουν στην αντίληψη των αρχών, ότι πράγματι έφεραν παράνομα μαζί τους το προαναφερθέν πολεμικό τυφέκιο, ότι όντως πυροβόλησαν αλλά στον αέρα προς εκφοβισμό δήθεν, το δε όπλο ο συγκατηγορούμενος του Χ3 το απέρριψε στη θάλασσα και ότι τέλος, μόλις ξέφυγαν από τους λιμενικούς και βγήκαν στην παραλία κρύφτηκαν σε πυκνώδη βλάστηση, αυτός δε την πρώτη φορά ξέφυγε από τον αστυνομικό κλοιό, γιατί οι αστυνομικοί ενώ ανακάλυψαν τους υπολοίπους, δεν μπόρεσαν να βρουν τον ίδιο που τους παρακολουθούσε από απόκρυφο σημείο. (βλ. τις ανωτέρω εξετάσεις του, συνημμένες). Βεβαίως κατά ενώπιον του ανακριτού απολογία του, "ανέκρουσε πρύμναν", ισχυρισθείς, ότι τα όσα ομολόγησε στην προανάκριση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι τα υπέγραψε εν αγνοία του, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να διαβάζει το περιεχόμενο τους, αφού δεν ξέρει καθόλου Ελληνικά και τέλος ότι ουδεμία έχει σχέση με την υπόθεση των ναρκωτικών και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος των λιμενικών οργάνων, διότι δεν ήταν κυβερνήτης του σκάφους και απλά είχε έλθει προ δεκαημέρου στην Κέρκυρα για εξεύρεση εργασίας, ισχυρισμούς τους οποίους αναλύει λεπτομερέστερα στην έφεση του, επιτονίζοντας, πως το εκκαλούμενο βούλευμα, αναιτιολόγητα τον παρέπεμψε σε δίκη από εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων. Ματαίως, όμως, προσπαθεί ο εκκαλών να πείσει περί των τελευταίων αυτών όψιμων αιτιάσεων του, αφού, ως γνωστόν, ουδείς μπορεί να έλθει σε αντίθεση με τας ιδικάς του πράξεις κατά την διατύπωση του λατινικού αξιώματος: "venire contra factum proprium". Και με "τους ιδικούς του προηγούμενους λόγους" θα προσθέταμε εμείς κατά την εξειδίκευση της Ευαγγελικής εντολής που συνιστά την ευθύτητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια: "έστω δε ο λόγος ημών ναι ναι, ού ου, το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν"(Κατά Ματθαίον, ε', 36). Γιατί, ενώ αυτός ο ίδιος, δηλώνει ευθέως στην από 27.5.2006 έκθεση προανακριτικής εξέτασης του πως: "γνωρίζει και μιλάει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα", στην ανακριτική απολογία εκθέτει το ακριβώς αντίθετο και όταν τελικά, δια της θεμιτής ανακριτικής μεθόδου ερωτήσεων - απαντήσεων και (μετά σύγκριση) απόλυτης ταύτισης των τελευταίων με εκείνες της προανάκρισης διαπιστώνεται η καταφανής ενώπιον του Ανακριτή ψευδολογία του, (βλ. σελ. 1-2 από 30.5.2006 απολογίας του), τότε προσπαθεί να δικαιολογηθεί ψελλίζοντας: "πως καταλαβαίνει ελληνικά και πολύ λίγο μιλάει". Η αλλού, που χωρίς δισταγμό oμoλoγεί ότι αυτός εχειρίζετο το σκάφος που μετέφερε τα ναρκωτικά από την Αλβανία στην Κέρκυρα μαζί με τους δυο συγκατηγορούμενους του και μόλις αντικρίζει τους τελευταίους ενώπιον του Ανακριτή και αντιλαμβάνεται ότι και εκείνοι επαναλαμβάνουν αυτό που ο ίδιος πράγματι έκανε και παραδέχθηκε με ειλικρίνεια προανακριτικά, προσποιείται ότι ούτε καν τους γνωρίζει! (σελ.3 απολογίας του κατ' αντιπαράσταση δοθείσας με τους λοιπούς δύο). Μετά από όσα προεκτέθηκαν : Α) προέκυψαν πλέον ή επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την παραπομπή του σε δημόσια δίκη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. περιφερείας μας (άρ. 109, 119παρ. 1, 128, 129, 309 παρ. 1ε, 313 Κ.Π.Δ.), για τις αξιόποινες πράξεις: α) της Εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, β) μεταφοράς, και γ)κατοχής, από κοινού ναρκωτικών ουσιών (ινδικής καννάβεως), με την συνδρομή σε όλες τις περιπτώσεις των επιβαρυντικών περιστάσεων (χρήσης όπλων προς διαφυγή και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι), 6) άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από κοινού, κατά συρροή, ε) διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής (από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές), ζ) παράνομης εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, η)οπλοφορίας από κοινού και θ) οπλοχρησίας από κοινού κατά την διάπραξη των υπό στοιχεία α, β, και γ, εγκλημάτων. Οι ανωτέρω δε πράξεις, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 στοιχ. ζ', 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 45, 46 παρ. 1στοιχ. β, 79, 83, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1, 374 στοιχ. δ-372 ΠΚ. και άρθρων 82 παρ. 2-4, 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005, 1 παρ.1, 10 παρ. 1-13α, 14 του Ν. 2168/1993 και άρθρα 4 παρ. 1-3 Πιν. Α' αρ. 6, 5 παρ. 1 α, ζ, -2, 8 Ν.1729/1987, όπως αυτό αντικ. με άρ. 2 παρ. 15 περ. β του Ν. 2479/1997 και στη συνέχεια το εδ. α αντικ. από άρ. 5παρ. 1 Ν. 3189/2003 και ισχύουν σήμερα με K.N.3459/2006)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο υπ΄ αρ. 20/2007 βούλευμά του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με την συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων για όλες (χρήσεως όπλων προς διαφυγή και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι), άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από κοινού, διακεκριμένης περιπτώσεως κλοπής (από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές, παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος, οπλοφορίας από κοινού, οπλοχρησίας από κοινού κατά την διάπραξη των α, β, γ εγκλημάτων, για τις οποίες αυτός παραπέμφθηκε (με τους ετέρους δύο κατηγορουμένους που δεν άσκησαν αναίρεση) στο Μ.Ο.Δ. περιφέρειας Εφετείου Κέρκυρας (που είναι αρμόδιο για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας και λόγω συναφείας ως προς τις λοιπές), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρ. 13, 24 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 45, 46 παρ. 1β, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1, 374δ-372 παρ. 1 αρ. 82 παρ. 2-4, 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005 αρ. 1 παρ. 1 10 παρ. 1-13α, 14 Ν. 2168/93 και αρ. 4 παρ. 1+3Α6, 5 παρ. 1α+ζ+2, 8 Ν. 1729/87 σε αντ. με αρ. 2 παρ. 15β Ν. 2479/97 και ακολούθως με αρ. 5 παρ. 1 Ν. 3189/2003 και ισχύουν σήμερα με τον ΚΝΝ 3459/2006. Τις ανωτέρω διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου αιτιολογώντας με ειδικότερες σκέψεις (φύλλο 7 σελ. β, φύλλο 8 σελ. α, β) πέραν των αντικειμενικών το υποκειμενικό στοιχείο όλων των πράξεων και επιπροσθέτως την θεμελίωση της επιβαρυντικής περιστάσεως του αρ. 8 Ν. 1729/87, ενώ έγιναν εκτενείς ειδικές σκέψεις επί των λόγων που προέβαλε ο αναιρεσείων στην απολογία του περί του ορισμένου των κατηγοριών, περί της γνώσεως σε πολύ καλό επίπεδο της ελληνικής γλώσσας και συνεπώς ότι κατανόησε πλήρως τα λαβόντα χώρα κατά την προδικασία. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για τον πρόσθετο λόγο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν στην εισαγγελική πρόταση και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι. Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα οι απολογίες των συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος για τους οποίους δεν γίνεται μνεία, είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού από το όλο περιεχόμενο του βουλεύματος δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και οι απολογίες αυτές. Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίκληση των ως λόγων πλήττουν την ανεξέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτες, εφόσον ΄Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν θεμελιώνουν λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠοινD, η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. VI.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Φεβρουαρίου 2007 και με αριθμό εκθέσεως 1/2007 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ