ΑΡΙΘΜΟΣ 1267/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, Χ1 , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 166/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2039/06. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 89/27.2.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμό 5/2006 έκθεση αναίρεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 &1, 473 & 1, 474, 528 & 1 και 484 & 1 στοιχ. δ ΚΠΔ δια πληρεξουσίου ο οποίος είχε προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του με αριθμ. 166/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων με το οποίο απορρίφθηκε η με ημερομηνία 3-6-2006 αίτηση του για επανάληψη διαδικασίας της με αριθμ. 1899/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα συνολικά σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και για υπεξαγωγή εγγράφων και εκθέτω τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 &1, 474 και 482 &1 στ. Α ΚΠΔ αφού ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα των ενδίκων μέσων από πληρεξούσιο του κατηγορούμενο ο οποίος είχε ειδική εντολή προς τούτο και η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αναίρεσης του Εφετείου Πειραιά, την 27-11-2006 ενώ το βούλευμα επιδόθηκε σ' αυτόν την 16-11-2006 με τελευταία ημέρα δεκαημέρου Κυριακή και περιέχει τουλάχιστον ένα από τους αναφερόμενους στην διάταξη του άρθρου 484&1 ΚΠΔ. Ο επικαλούμενος λόγος κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ, 484 &1 εδ. δ ΚΠΔ) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε αίτηση επανάληψης διαδικασίας της με αριθμ. 1899/1997 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων με την οποία ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 μηνών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και για υπεξαγωγή εγγράφων κατά της οποίας είχε ασκήσει την με ημερομηνία 14-12-2004 έφεση του η οποία απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη με την με αριθμ. 2540/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων που δίκασε σαν Εφετείο επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κάθε βουλεύματος που απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας η οποία ιδρύει κατά τις διατάξεις του 528&1 ΚΠΔ στον αιτούντα προβλεπόμενο από τις διατάξεις του αρθρ. 484 & 1 στ. δ λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την απορριπτική του κρίση, (ΑΠ 572/2005). Τούτ΄ αυτό και στην περίπτωση κατά την οποία το Συμβούλιο αναφέρεται επιτρεπτά στην ενσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα στην οποία δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά στα οποία αυτός στήριξε την απορριπτική του πρόταση (ΑΠ 67/2006). Στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρθηκε παραπάνω με το πληττόμενο βούλευμα απορρίφθηκε αίτηση του για επανάληψη διαδικασίας κατά της ερήμην κατ' αυτού εκδοθείσας με αριθμ 1899/1997 του Μονομελούς. Πλημ/κείου Ιωαννίνων καταδικαστικής απόφασης κατά της οποίας άσκησε την το ένδικο μέσο της έφεσης η οποία όμως απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους σαν απαράδεκτη και ειδικά λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα με την με αριθμ. 2540/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων που δίκασε κατ' έφεση. Ο αιτήσας την επανάληψη της διαδικασίας όπως προκύπτει από το πληττόμενο βούλευμα για την υποστήριξη της αίτησης του επικαλέστηκε νέα γεγονότα τα οποία δεν μπόρεσε να θέσει υπ' όψη, τόσο του δικαστή του Μονομελούς λόγω του ότι δικάστηκε ερήμην όσο και των δικαστών του Τριμελούς Πλημ/κείου που δίκασαν κατ' έφεση την υπόθεση του επειδή η έφεση του απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη και όχι στην ουσία της . Τα νέα γεγονότα τα οποία ανέφερε και επικαλέστηκε ο αιτών είναι η με αριθμ. 5401/13-12-1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων με την οποία καταδικάστηκε ο Ψ1 , μηνυτής του, ως εκπρόσωπος της εταιρείας "........ Ο.Ε" μετά από μήνυση του αναιρεσείοντα για μη καταβολή εργατικών εισφορών και η με ημερομηνία 16-9-1997 υπεύθυνη δήλωση του Ψ1 μηνυτή του στην οποία αναφέρει ότι η από αυτόν υποβληθείσα έγκληση βάσει της οποίας ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για υπεξαίρεση οφειλόταν σε παρεξήγηση και ότι δεν διέπραξε σε βάρος της εταιρείας του καμιά υπεξαίρεση αφού κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου διαπίστωσε ότι πράγματι για τις αναφερόμενες συναλλαγές υπήρχαν τα αντίστοιχα παραστατικά. Από την επιτρεπτή επισκόπηση του πληττομένου βουλεύματος προκύπτει ότι το συμβούλιο αφού αναφέρεται στα δύο από τον αιτούντα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να ασχολείται περί του αν είναι νέα η όχι γεγονότα όπως και το αν αυτά τέθηκαν ή όχι υπ' όψη των δικαστών που δίκασαν, αντιπαρερχόμενο το ότι στην πρωτόδικη εκδίκαση των κατά του αιτούντα κατηγοριών ο αιτών καταδικάστηκε ερήμην και το 'ότι κατά την εκδίκαση της έφεσης του παρίστατο μεν άλλα λόγω του ότι η έφεση του απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη το δικαστήριο δεν μπήκε στην ουσία για να εξεταστούν οι ισχυρισμοί και απόψεις του προχώρησε στην απόρριψη της αίτησης του χωρίς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους έπρεπε ν' απορριφθούν τα στην αίτηση επανάληψης επικαλούμενα το πρώτον νέα γεγονότα. Όμως με τον τρόπο αυτό το πληττόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η οποία επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 139 ΚΠΔ και για τον λόγο αυτό είναι αναιρετέο και σαν τέτοιο πρέπει ν' αναιρεθεί . Διά ταύτα Προτείνω Όπως Α. Να γίνει δεκτή η με αριθμ. την με αριθμό .....εξουσιοδότηση αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του με αριθμ. 166/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων με το οποίο απορρίφθηκε η με ημερομηνία 3-6-2006 αίτηση του για επανάληψη διαδικασίας της με αριθμ. 1899/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα συνολικά σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και για υπεξαγωγή εγγράφων και να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. Β. Να παραπεμφθεί στο αυτό Συμβούλιο για επανάκριση το οποίο πρέπει να συντεθεί με διαφορετικούς από αυτούς που συμμετείχαν στην σύνθεση του δικαστές . Αθήνα την 15 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε Κατά την αληθινή την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του κατά το άρθρ. 528 ΚΠΔ βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την κατά το αρθρ. 525 του ΚΠΔ αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμοι οι προβληθέντες λόγοι επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του εισαγγελέα εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όσα εκτίθενται σ' αυτή, εφόσον δεν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε αυτός την απορριπτική της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας κρίση του. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 166/2006 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, τούτο απέρριψε την από 3.6.2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με, την ερήμην του εκδοθείσα, καταδικαστική γι' αυτόν υπ' αριθ. 1.899/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2.540/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά δε της τελευταίας, όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη σε αυτή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα, δεν ασκήθηκε αναίρεση. Με την παραπάνω αίτησή του, ο αναιρεσείων ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενος νέα γεγονότα, τα οποία δεν μπόρεσε να θέσει υπόψη, τόσο του Δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, όσο και των Δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, διότι στην πρώτη περίπτωση δικάστηκε ερήμην και στη δεύτερη η έφεσή του, όπως ειπώθηκε, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ώστε να τα επικαλεστεί και να προσκομίσει σε αυτό. Τα νέα αυτά γεγονότα, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων αιτών, είναι τα ακόλουθα : α) η υπ' αριθ. 5.401/13.12.1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε ο μηνυτής του Ψ1 , ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "........ΟΕ", μετά από μήνυση του αναιρεσείοντος, για τη μη καταβολή αποδοχών, συνολικού ποσού 89.195 δραχμών, και β) η με χρονολογία 16.9.1997 υπεύθυνη δήλωση του μηνυτή του Ψ1 , με την οποία αυτός δηλώνει, ότι η υποβληθείσα από τον ίδιο σε βάρος του αναιρεσείοντος μήνυση οφειλόταν σε παρεξήγηση και ότι εκείνος δεν διέπραξε σε βάρος της εκπροσωπούμενης από τούτον πιο πάνω εταιρίας καμία υπεξαίρεση, γιατί μετά από γενόμενο ενδελεχή έλεγχο διαπίστωσε, ότι υπήρχαν για τις ενδιαφέρουσες συναλλαγές τα αντίστοιχα παραστατικά. Ως αιτιολογία για την απόρριψη της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων διέλαβε, με εξ ολοκλήρου αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, ότι "από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο αιτών με την υπ' αριθ. 1.899/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων καταδικάστηκε για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγή εγγράφου σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, που μετατράπηκε προς 1.500 δρχ ημερησίως. Κατά της πιο πάνω απόφασης άσκησε έφεση ........ Ήδη ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενος δύο λόγους α) ......... β) ......... (ως άνω), περιστατικά, τα οποία δεν έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε, διότι δικάστηκε απών. Όμως, στην έφεσή του, που εκδικάστηκε στις 14.12.2004 με την παρουσία του, ενώ τα ανωτέρω στοιχεία τα γνώριζε και κλήθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να απολογηθεί (κάτι τέτοιο δεν έγινε) και το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, η οποία ασκήθηκε μετά πάροδο επτά (7) περίπου ετών από τότε που κοινοποιήθηκε η καταδικαστική απόφαση (28.8.1997) .... Από τότε δε που απορρίφθηκε η έφεση (14.12.2004) μέχρι σήμερα 3.6.2006, που ασκεί ως ultimα ratio (ύστατο καταφύγιο) την παρούσα αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 18 μηνών. Συνεπώς, οι επικαλούμενοι λόγοι δεν εμπίπτουν στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ............". Με βάση την αιτιολογία αυτή της πληττόμενης αποφάσεως είναι φανερό, ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν ερεύνησε τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αιτούντα νέα γεγονότα, για τα οποία με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι τουλάχιστον μπορούσαν να τεθούν υπόψη των δικαστών που τον δίκασαν δεύτερο βαθμό, και προχώρησε στην απόρριψη της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας χωρίς να εκθέσει σε αυτή τους λόγους, για τους οποίους έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα επικαλούμενα νέα γεγονότα και ακολούθως μη ικανά να δικαιολογήσουν την επανάληψη της διαδικασίας. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τον ουσιαστικά βάσιμο περί τούτου από το άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, ως προς αμφότερες τις σχετικές αιτιάσεις του, μοναδικό λόγο αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 528 § 1, 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 166/2006 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ