Αριθμός 908/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου, περί αναιρέσεως της 1390/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 634/05. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α΄ Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ανωτέρω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, για τη ζωή ή για τη βαριά σωματική βλάβη. Τούτο διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, μολονότι η πράξη τιμωρείται και στις δύο με την ίδια ποινή, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη περίπτωση προσβάλλεται έννομο αγαθό υπέρτερο της σωματικής υγείας και ακεραιότητας, γεγονός που έχει σημασία ενόψει των κριτηρίων καθορισμού της ποινής, κατά το άρθρο 79 ΠΚ. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας εφήρμοσε σωστά ή όχι το νόμο, με αποτέλεσμα να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1390/2005 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, ως προς το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο ..., την 17-12-1999 ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) με πρόθεση προκάλεσε στην εγκαλούσα ... σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα χτύπησε αυτήν με τις γροθιές του, με δύναμη, στους οφθαλμούς της και της προκάλεσε αιμορραγική εκχύμωση άνω βλεφάρου δεξιού οφθαλμού, υπεραιμία επιπεφυκότα και μικρή αιμορραγία υαλοειδούς. Η σωματικά αυτή βλάβη, συνεχίζει το Εφετείο, ως εκ του τρόπου με τον οποίο τελέσθηκε, σε ευπαθές μέρος του προσώπου της παθούσας (οφθαλμούς), μπορούσε να της προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική βλάβη. Με βάση αυτά το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του πλημμελήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε γι' αυτό ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο ως προς το έγκλημα αυτό, αναφέροντας διαζευκτικώς τόσον στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα έννομα αγαθά της παθούσας των οποίων επήλθε διακινδύνευση, δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που δέχθηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία στερείται εντεύθεν νόμιμης βάσεως. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, καθώς και κατά τη διάταξή της για τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη 1390/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις της περί ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και επιβολής σ' αυτόν ποινής για την πράξη αυτή, καθώς και κατά τη διάταξή της για τη συνολική ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ