Αριθμός 832/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντάλτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6822/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που στο ακροατήριο παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6822/2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2038/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης . ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216 . Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων , η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα , και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Eφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ......., ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6822/2006 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο μηνυτής είχε προσληφθεί από τον κατηγορούμενο, το έτος 1998, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάστηκε, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου, στο τουριστικό γραφείο που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στην Αθήνα. Η εργασιακή τους σχέση διακόπηκε τον Οκτώβριο του 1999, διότι ο κατηγορούμενος τον απέλυσε. Ο μηνυτής, είχε απαιτήσεις από την εργασιακή του σχέση, γιαυτό και άσκησε την από 20.4.2000 αγωγή του, ζητώντας διαφορές αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας, υπερωρίες, υπερεργασία, νυκτερινή απασχόληση, εργασία κατά τις ημέρες αναπαύσεως καθώς και αποζημίωση απολύσεως. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, ο κατηγορούμενος, ως εναγόμενος, άσκησε ανταγωγή και ζητούσε να του επιστρέψει ο μηνυτής το ποσό των 3.140.000 δρχ, που του είχε καταβάλει ως δάνειο. Η αγωγή και η ανταγωγή συζητήθηκαν την 21.11.2001. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποδείξει ότι ο μηνυτής είχε πλήρως εξοφληθεί για όλα ανεξαιρέτως τα ποσά που ζητούσε με την αγωγή του, αλλά και ότι του όφειλε το ποσό του δανείου που ζητούσε ο ίδιος, το έτος 1999 και σε ημερομηνίες που δεν προσδιορίστηκαν, εν γνώσει του κατήρτισε τις πιο κάτω πλαστές αποδείξεις, προκειμένου να παραπλανήσει τον δικαστή που θα δίκαζε την αγωγή και την ανταγωγή. Ειδικότερα κατάρτισε τις με αριθμούς ...., ..., ... και .... πλαστές εκκαθαρίσεις αποδοχών και αποδείξεις πληρωμής, καθώς και την από 6-10-99 πλαστή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στις οποίες και δη στις δυο πρώτες από αυτές, όπως τις αναγνώρισε ο μηνυτής στο ακροατήριο, είχε θέσει κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή του, ενώ στις άλλες, είχε λάβει την υπογραφή του μηνυτή εν λευκώ, όπως έκανε και με τους υπόλοιπους εργαζόμενους (βλ. κατάθεση μάρτυρα .......) και τους έλεγε ότι είναι καθαρά τυπικό ζήτημα και θα τις συμπλήρωνε αργότερα με τα ποσά που πράγματι λάμβαναν. Στη συνέχεια, όπως ήδη αναφέρθηκε, έκανε χρήση (των) πλαστών αποδείξεων αυτών, διότι τις προσκόμισε κατά τη συζήτηση της αγωγής του μηνυτή και της δικής του ανταγωγής, προκειμένου να ενισχύσει την ένσταση εξοφλήσεως των πιο πάνω αγωγικών κονδυλίων καθώς και της επιστροφής του δανείου που ισχυριζόταν ότι είχε χορηγήσει στον μηνυτή, αφού από τις πλαστές αυτές αποδείξεις φαινόταν ότι ο ........ είχε λάβει από τον κατηγορούμενο το ποσό των 3.140.000 δρχ. ως δάνειο και το ποσό των 8.394.400 δρχ. προς εξόφληση των οφειλομένων τακτικών αποδοχών και λοιπών επιδομάτων και άλλων εργατικών απαιτήσεων του και ότι δεν είχε καμία άλλη απαίτηση από τον κατηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω αποδείχθηκαν πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εργαζόταν στον κατηγορούμενο. Όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης, είναι αόριστα και αντιφατικά και δεν παρέχουν εχέγγυα αξιοπιστίας, ενώ αντικρούστηκαν πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Η μάρτυς ........., που ισχυρίζεται ότι αυτή πλήρωνε τους μάρτυρες κατηγορίας-οδηγούς, ομολογεί ότι, όταν τους πλήρωνε, δεν τους έδινε αποδείξεις για το σύνολο του καταβληθέντος ποσού, ενώ ο έτερος μάρτυς υπερασπίσεως δεν έχει ιδία αντίληψη αλλά καταθέτει όσα έμαθε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα, 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 2β, και 216 παρ.1 ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται "σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά που αποδεικνύουν ότι τελέστηκε κατάρτιση πλαστού εγγράφου με την μορφή της κατάχρησης εν λευκώ υπογραφής, όσον αφορά τα τρία έγγραφα, για τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μηνυτής έχει βάλει τη γνήσια υπογραφή του ... " και ότι δεν αναφέρεται τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί να γραφεί στα λευκά χαρτιά μεταξύ του μηνυτή και του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμη. Το Δικαστήριο της ουσίας, με την πιο πάνω παραδοχή του, ότι ο αναιρεσείων, " προκειμένου να αποδείξει ότι ο μηνυτής είχε πλήρως εξοφληθεί για όλα τα ποσά που ζητούσε με την αγωγή του .... εν γνώσει κατήρτισε τις πιο κάτω πλαστές αποδείξεις......", τις οποίες ειδικά αναφέρει και στις δύο πρώτες από αυτές είχε θέσει, χωρίς δικαίωμα ,κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή, ενώ στις άλλες " είχε λάβει την υπογραφή του μηνυτή εν λευκώ, όπως έκανε και με τους υπόλοιπους εργαζόμενους.... και του έλεγε ότι ήταν καθαρά τυπικό ζήτημα και θα τις συμπλήρωνε αργότερα με τα ποσά που πράγματι λάμβαναν", κατά τρόπο σαφή και ορισμένο εκθέτει ότι η συμπλήρωση των λευκών χαρτιών από τον αναιρεσείοντα έγινε παρά τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τον μηνυτή, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων θα ανέγραφε σε αυτές τα ποσά που πράγματι θα εισέπραττε. Επίσης, με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο με σαφήνεια προσδιορίζει στο σκεπτικό τα πλαστογραφηθέντα έγγραφα, ως προς ποιά στοιχεία και σημεία αυτά είναι πλαστά, τον τρόπο πλαστογραφήσεώς τους από το αναιρεσείοντα και σε ποιά από τα πέντε εξ αυτών ο μηνυτής είχε θέσει στην υπογραφή του και σε ποιά όχι. Ουδεμία δε αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται από το ότι στο διατακτικό δεν γίνεται και πάλι η γενόμενη στο σκεπτικό πιο πάνω διευκρίνιση, αλλά αναφέρεται κατά τρόπο συνοπτικό ότι και τα πέντε πλαστογραφηθέντα έγγραφα καταρτίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα, χωρίς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πιο πάνω προσδιορισμούς. Οι περί του αντιθέτου δε σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-11-2006 αίτηση (δήλωση) (με αρ. πρωτ. 10545/24-11-2006) του ......., για αναίρεση της, 6822/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ