Αριθμός 1438/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1,που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Ντάλτα και Χρήστο Βρούστη, περί αναιρέσεως της 230, 231, 258, 264, 265/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1, 2)Ψ2, 3) Ψ3 και 5) Ψ4, που δεν παρέστησαν. Το Μικτό Οκρωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1766/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του Ν. 2168/1993, τιμωρείται με τη στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος, με χρήση όπλου, διαπράττει κακούργημα ή πλημμέλημα, από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί. Περαιτέρω, από μεν το άρθρο 22 ΠΚ. συνάγεται ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: 1) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση που αντιφάσκει αντικειμενικά προς το δίκαιο, 2) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη, που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς, επίκειται πραγμάτωσή της, ήτοι, όταν από κάποια πράξη, που συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση, δηλώνεται φανερά η πρόθεση για επίθεση και 3) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου, κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, χωρίς την ύπαρξη των κατ' άρθρο 22 στοιχείων της νόμιμης άμυνας, δεν νοείται υπέρβαση των ορίων της τελευταίας από εκείνον, που ξεπέρασε από δόλο ή αμέλεια τα όρια της άμυνας, ενώ αυτός μένει ατιμώρητος εξαιτίας έλλειψης καταλογισμού, αν η υπέρβαση των ορίων της άμυνας οφειλόταν στο φόβο ή την ταραχή του από άδικη επίθεση. Αν αντικειμενικά δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις άμυνας, αλλά ο προσβάλλων νομίζει πεπλανημένως ότι υπάρχουν υπέρ αυτού οι όροι, η ποινική ευθύνη κρίνεται κατά τις διατάξεις περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 ΠΚ). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 230, 231, 158, 264, 265/2006 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ) και της παράνομης οπλοχρησίας (άρθρ 14 ν. 2168/1993). Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αστυνομικός εν ενεργεία, στις 24 Οκτωβρίου 2002, ώρα περίπου 20.15΄, χωρίς να εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του στην οδό ..........στη ......, με κατεύθυνση προς την παραλιακή λεωφόρο ........... Σε μικρή απόσταση από τη συμβολή των δύο οδών, αντιλήφθηκε τρία άτομα, που επέβαιναν σε δύο μοτοσικλέτες, να πλησιάζουν προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε κάποια άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα και είχε διακόψει την πορεία του, λόγω του σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως. Ο κατηγορούμενος, θεωρώντας από την εμφάνιση και τις κινήσεις τους (ο ένας κρατούσε στο χέρι του ένα μεταλλικό αντικείμενο) ότι αυτοί είχαν σκοπό να θραύσουν τον υαλοπίνακα του συνοδηγού και να αφαιρέσουν κάποιο αντικείμενο από το αυτοκίνητο, πλησίασε το όχημα και ειδοποίησε σχετικά την οδηγό του. Με την αφή του πράσινου φωτός, η εν λόγω οδηγός κινήθηκε αριστερά προς τη ...... και οι τρεις μοτοσικλετιστές δεξιά προς τη ......... Ο κατηγορούμενος κινήθηκε επίσης δεξιά προς τη .........όταν έφθασε στην πλατεία της ....... στάθμευσε το όχημα του στο πεζοδρόμιο με κατεύθυνση προς το εσωτερικό της πλατείας και επικοινώνησε μέσω του κινητού του τηλεφώνου με την Άμεση Δράση, την οποία ενημέρωσε για το συμβάν και γνωστοποίησε το αριθμητικό μέρος της πινακίδας μίας από τις μοτοσικλέτες, το οποίο είχε συγκρατήσει. Στη συνέχεια, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του, παρατήρησε ότι σε απόσταση πέντε περίπου μέτρων από αυτό, μέσα στην πλατεία, δύο από τα τρία άτομα που είχαν πλησιάσει κατά τα προαναφερόμενα, το αυτοκίνητο της άγνωστης οδηγού, επέβαιναν σε μοτοσικλέτα μέσα στην πλατεία συζητούσαν και κοιτούσαν προς του μέρος του. Ακολούθως, εντελώς ξαφνικά ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας Ψ κατέβηκε από αυτήν, κινήθηκε προς το όχημα του κατηγορουμένου, πήρε από το έδαφος μία μεγάλη με ανώμαλη επιφάνεια πέτρα (ζύγιζε 8 κιλά και 100 γραμμάρια), τη σήκωσε ψηλά με τα δύο του χέρια και χωρίς να απευθύνει προς τον κατηγορούμενο κάποια απειλητική φράση την εκσφενδόνισε με δύναμη εναντίον του. Η πέτρα προσέκρουσε στην εμπρόσθια δεξιά κολώνα του αυτοκινήτου, έθραυσε τον εμπρόσθιο δεξιό υαλοπίνακα του αυτοκινήτου, έπεσε στο εσωτερικό του οχήματος και, αφού τραυμάτισε τον κατηγορούμενο στο δεξιό μηρό, προξενώντας του μικρό οίδημα με θλάση και υποδόριο αιμάτωμα, βρέθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού. Η ως άνω ξαφνική και εντελώς απρόκλητη επίθεση που δέχτηκε ο κατηγορούμενος και η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του, προξένησε σ' αυτόν αιφνίδια υπερένταση, εξ αιτίας της ταραχής και του μεγάλου φόβου που ένιωσε για τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεξε η σωματική του ακεραιότητα. Έτσι, ενώ ο Ψ είχε ολοκληρώσει την επιθετική του ενέργεια και βρισκόταν σε απόσταση περίπου 5 μέτρων, έχοντας εστραμμένο το βλέμμα του προς το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (προφανώς για να διαπιστώσει τα αποτελέσματα της παραπάνω ενέργειας, του) ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, ευρισκόμενος όμως, λόγω των ως άνω περιστάσεων σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, κατά την έννοια του άρθρου 299 παρ. 2 Π.Κ., εξαιτίας της οποίας δεν μπορούσε να σκεφθεί, ούτε είχε τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια της πράξεως του, εξήγαγε από τη θήκη το υπηρεσιακό του περίστροφο, το οποίο παρότι δεν ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, είχε μαζί του, και, αφού έτεινε το δεξί του χέρι προς την κατεύθυνση που βρισκόταν ο Ψ με ανθρωποκτόνο πρόθεση και ευρισκόμενος στην προαναφερθείσα ψυχική κατάσταση, πυροβόλησε από το θραυσμένο παράθυρο του συνοδηγού εναντίον του μία φορά, στοχεύοντας αυτόν στο κεφάλι. Πράγματι, η εκτοξευθείσα σφαίρα του περιστρόφου πέτυχε τον Ψ στο μέτωπο και προξένησε σ' αυτόν κάταγμα προσθίου κρανιακού βόθρου με πύλη εισόδου του βλήματος στην περιοχή μεσοφρύου προκαλώντας, κατά την έξοδο του, συντριπτικά κατάγματα στην αριστερή βρεγματική χώρα. Μετά τον τραυματισμό του ο Ψ έκανε ορισμένα βήματα και προσπάθησε να ανεβεί στη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο φίλος του, τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν. Όμως, δεν μπόρεσε να σταθεροποιηθεί και να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και έπεσε στο έδαφος, σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από το σημείο στο οποίο βρισκόταν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, όπου και δημιουργήθηκε μικρή λίμνη αίματος. Μόλις, ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πτώση του θύματος και την δημιουργηθείσα, εξαιτίας του τραυματισμού του, λίμνη αίματος, συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της εγκληματικής του ενέργειας. Έτσι, εξήλθε έντρομος από το αυτοκίνητό του και έσπευσε αμέσως να ειδοποιήσει με το κινητό του τηλέφωνο την υπηρεσία του, ζητώντας ν' αποσταλεί στον τόπο του συμβάντος περιπολικό και ασθενοφόρο για να παραλάβει το θύμα. Πράγματι, σε σύντομο χρονικό διάστημα το θύμα παραλήφθηκε από ασθενοφόρο και διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ όπου, παρά τις προσπάθειες των ιατρών, απεβίωσε εξαιτίας των τραυμάτων του μετά παρέλευση τριών περίπου ωρών. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ευρισκόμενος σε τρόμο και ταραχή, ενήργησε ενστικτωδώς χωρίς μάλιστα να σκοπεύσει με μοναδικό σκοπό να εκφοβίσει το θύμα και όχι με ανθρωποκτόνο πρόθεση. Όμως, ο παραπάνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε εναντίον του θύματος από το θραυσμένο παράθυρο του συνοδηγού, έχοντας ελεύθερο το οπτικό του πεδίο, στοχεύοντας μάλιστα το θύμα στο μέτωπο, όπου και πράγματι το πέτυχε, αφού λόγω της εμπειρίας του και της εκπαιδεύσεως του ως αστυνομικός ήταν πολύ εύκολο να πετύχει το στόχο του. Αν ο κατηγορούμενος δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση, οπωσδήποτε, δεν θα πυροβολούσε στοχεύοντας το θύμα και μάλιστα στο μέτωπο, αλλά στον αέρα για εκφοβισμό αυτού. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οι αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται δεν είναι άδικες, διότι τις τέλεσε ευρισκόμενος σε άμυνα, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του απρόκλητη και άδικη επίθεση του θύματος, εξαιτίας της οποίας βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο η σωματική του ακεραιότητα. Αλλά και ο παραπάνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η επιθετική ενέργεια εναντίον του κατηγορουμένου είχε λήξει με τη ρίψη κατ' αυτού της ογκώδους πέτρας από το θύμα και την απομάκρυνση τούτου από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (όταν πυροβολήθηκε βρισκόταν σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων). Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι υπήρχε κίνδυνος συνέχισης ή επανάληψης της προσβολής εκ μέρους του θύματος, αφού αυτό μετά τη ρίψη της πέτρας έσπευσε ν' απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, εκδηλώνοντας έτσι τη σαφή πρόθεση του για μη συνέχιση ή επανάληψη της προσβολής. Κατά συνέπεια, αφού δεν συντρέχει περίπτωση νόμιμης άμυνας δεν μπορεί, να γίνει λόγος για υπέρβαση των ορίων της άμυνας και γι' αυτό οι σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθούν. Τέλος, από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή, αποδείχθηκε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του θύματος έγινε εκ μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι αστυνομικός και δεν βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, με τη χρήση του υπηρεσιακού του περιστρόφου κατά τρόπο παράνομο, αφού, προκειμένου περί αστυνομικών, η χρήση των όπλων τους επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους και μόνο στις περιοριστικώς από το νόμο (αρθρ. 133 του π.δ. 141/1999) προβλεπόμενες περιπτώσεις, ήτοι: α) στις περιπτώσεις του άρθρου 1 του Ν. 29/30-4-1943, εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα, β) για τη διάλυση των παράνομων δημόσιων συναθροίσεων και γ) στις περιπτώσεις που συγχωρείται από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και για την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης (Α.Π. 2936/2004, ΠΧ ΝΕ 818). Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, πρέπει ο κατηγορούμενος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας με πρόθεση, την οποία τέλεσε ενώ βρισκόταν, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, εξαιτίας της οποίας δεν μπορούσε να σκεφθεί ούτε να σταθμίσει τα αίτια της ως άνω αξιόποινης πράξεως του. Σημειώνεται ότι η ως άνω μεταβολή της κατηγορίας δεν απαγορεύεται εφόσον δεν επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή μεγαλύτερη από αυτή που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως (Α.Π. 67/1989, ΠΧ ΛΘ/709). Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος και για την δεύτερη αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, ήτοι της παράνομης οπλοχρησίας. Πρέπει όμως ν' αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, αφού μέχρι την τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων ο κατηγορούμενος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αντίθετα, το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', γ' και ε' του Π.Κ. πρέπει ν' απορριφθεί, αφού υποβλήθηκε αόριστα και χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των παραπάνω ελαφρυντικών περιστάσεων. Σημειώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους του κατηγορουμένου υπό την επίδραση απειλής και εξαιτίας της ανάρμοστης και άδικης συμπεριφοράς του θύματος, αφού η τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων έγινε αφού είχε ολοκληρωθεί η επιθετική ενέργεια του θύματος και αυτό είχε απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, οι οποίες συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 84 παρ. 2α, 94, 299 παρ. 2 ΠΚ και 14 του ν. 2168/1993, και του επιβλήθηκε η ποινή φυλακίσεως 21/2 ετών για την ανθρωποκτονία και 10 μηνών για την οπλοχρησία και συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έντεκα μηνών, ενώ απέρριψε τους αυτοτελείς αυτού ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων και τον περί άμυνας καθώς και το αίτημα για την αναγνώριση επιπλέον ελαφρυντικών. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον περί άμυνας ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δεχόμενο ότι, όταν αυτός πυροβόλησε, η επιθετική ενέργεια του θύματος εναντίον του είχε λήξει με τη ρίψη κατ' αυτού της ογκώδους πέτρας και την απομάκρυνση τούτου από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (όταν πυροβολήθηκε το θύμα βρισκόταν σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων) και δεν προέκυψε ότι υπήρχε κίνδυνος συνέχισης ή επανάληψης της προσβολής εκ μέρους του, αφού αμέσως μετά έσπευσε να απομακρυνθεί. Η απομάκρυνση δε του θύματος αποτελεί σαφή εκδήλωση της πρόθεσής του θύματος να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την προσβολή σε βάρος του κατηγορουμένου. Η τελευταία δε αυτή παραδοχή του Μικτού Ορκωτού Εφετείου στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, ουδεμία αντίφαση έχει με την περιεχόμενη στο ίδιο σκεπτικό παραδοχή ότι το θύμα μετά τη ρίψη της πέτρας εναντίον του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος απομακρύνθηκε και βρέθηκε σε απόσταση πέντε μέτρων "έχοντας στραμμένο το βλέμμα του προς το αυτοκίνητο προφανώς για να διαπιστώσει τα αποτελέσματα της επίθεσής του". Το Δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο σαφή δέχεται ότι, όταν ο κατηγορούμενος πυροβόλησε κατά του θύματος, είχε λήξει οριστικά η κατ΄αυτού επίθεση, και το θύμα κατά την αποχώρησή του είχε στραμμένο το βλέμμα του απλώς για να διαπιστώσει τα αποτέλεσμα της επίθεσής του και για κανένα άλλο λόγο (επανάληψη της επίθεσης κλπ), αυτή δε είναι η έννοια της λέξεως "προφανώς", η οποία ουδένα ενδοιαστικό χαρακτήρα έχει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και νόμιμης βάσης καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι στην πράξη του (ο υπαίτιος) ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος" (περ. γ) και "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε... υπό την επίδραση σοβαρής απειλής..." (περ. β). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, κατέθεσε εγγράφως τους ισχυρισμούς του, μεταξύ των οποίων και για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, πλην του ισχυρισμού του για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου (ο οποίος έγινε δεκτός από το Δικαστήριο της ουσίας), επιπλέον ισχυρίσθηκε, επί λέξη τα εξής: "Επίσης αποδείχθηκε ότι στην πράξη του ωθήθηκε κάτω από την επίδραση απειλής για τη ζωή του (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ) και από την ανάρμοστη και άδικη συμπεριφορά του παθόντος (άρθρο 84 παρ. 2γ)....". Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση των από την διάταξη 84 παρ. 2 περ. β και γ ελαφρυντικών, είναι αόριστοι, αφού παρατίθενται μόνο το περιεχόμενο των σχετικών διατάξεων, χωρίς να εκτίθενται περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Επομένως, ορθώς το Μικτό Ορκωτό Εφετείο τους απέρριψε λόγω αοριστίας τους (αν και στη συνέχεια απέρριψε αυτούς, ως εκ περισσού, και ως αβασίμους, με τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία). Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως διότι, όπως ο αναιρεσείων αιτιάται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο προσέδωσε διαφορετική έννοια στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ, 2 περ. β και γ. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, απέρριψε τους πιο πάνω περί ελαφρυντικών ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και κατ'ουσία, δεχόμενο ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν ωθήθηκε στην πράξη του υπό την επίδραση απειλής ή ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος, διότι όταν πυροβόλησε είχε ήδη ολοκληρωθεί η κατ' αυτού επίθεση. Ανεξαρτήτως τούτου, αλυσιτελώς προβάλλεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο, ως εκ περισσού απήντησε στους ισχυρισμούς αυτούς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως αυτές που αφορούν την παράσταση και τη εκπροσώπηση, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος εκείνου που ζημιώθηκε, δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλει την αιτίαση ότι "στη δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου εκτός από τον πολιτικώς ενάγοντα πατέρα του θύματος, που εμφανίσθηκε και εξετάσθηκε ως μάρτυρας, κατά την ακροαματική διαδικασία, παραστάθηκαν ως πολιτικώς ενάγοντες και τα αδέλφια του παθόντος Ψ2, Ψ2 και Ψ3, όπως δήλωσε ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα ανωτέρω πρόσωπα ήταν πράγματι παρόντα ή αν ο ανωτέρω πληρεξούσιος προσκόμισε ειδική εντολή με συμβολαιογραφικό έγγραφο ώστε να νομιμοποιείται να τους εκπροσωπεί". Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι τα πιο πάνω αδέλφια του θύματος παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο (εμφανίσθηκαν οι ίδιοι μόνο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Ήδη ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει για πρώτη φορά την πιο πάνω αιτίαση. Συνεπώς, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των πιο πάνω εγκαλούντων οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως αυτών για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, ούτε ότι δεν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ, η παράσταση αυτών στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν παράνομη. Η αναφερόμενη δε από τον αναιρεσείοντα τυχόν πιο πάνω πλημμέλεια παραστάσεως των εν λόγω πολιτικώς εναγόντων συνιστά κακή εκπροσώπηση αυτών και δεν δημιουργεί την κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει το από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Επομένως, ο από τη διάταξη αυτή προβαλλόμενος πιο πάνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, δεν αναγνώρισε ότι το έγκλημα διαπράχθηκε καθ'υπέρβαση των ορίων της άμυνας, που συνιστά, κατά το άρθρο 23 του ΠΚ, λόγο μείωσης της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, μολονότι αυτό είχε γίνει δεκτό πρωτοδίκως, έστω και αν δευτεροβαθμίως επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από εκείνη που καταταγνώσθηκε πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε μετά από έφεση που άσκησε μόνο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δεν αναγνώρισε ότι το έγκλημα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, διαπράχθηκε από αυτόν καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά, αφού απέρριψε τους περί άμυνας ισχυρισμούς του, κήρυξε αυτόν ένοχο ανθρωποκτονίας που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ). Με τον τρόπο αυτόν κατέστησε χειρότερη τη θέση του ήδη αναιρεσείοντος, αφού η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του αδικήματος καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επιφέρει μείωση αυτής κατά το μέτρο του άρθρου 85 ΠΚ. Ειδικότερα, εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση αποφασίστηκε και τελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, με το πάνω ελαφρυντικό, έπρεπε να δεχθεί ότι το ίδιο έγκλημα της ανθρωποκτονίας τελέστηκε από τον αναιρεσείοντα, καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, όπως αυτό το τελευταίο του είχε ήδη αναγνωρισθεί πρωτοδίκως (όπως, βασίμως μεταξύ άλλων είχε ισχυρισθεί ο ήδη αναιρεσείων - βλ. τέλος 32ου φύλλου πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση χειροτέρευσε τη θέση αυτού, ως εκκαλούντος- κατηγορουμένου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που παρέλειψε να αναγνωρίσει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, διαπράχθηκε καθ'υπέρβαση των ορίων της άμυνας και συνακόλουθα και κατά το μέρος της επιμετρήσεως της ποινής που επιβλήθηκε, όπως και της συνολικής ποινής, (χωρίς να θιγεί ως προς την διάταξη που αφορά την ενοχή και την ποινή για την πράξη της οπλοχρησίας) και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές από εκείνους που έκριναν προηγουμένως, (άρθρο 519, 523 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 264-265/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25-10-2006 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 9666/06) του Χ1 κατά της 230, 231, 258, 264, 265/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ