Αριθμός 1285/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1013/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1294/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδάφ. α' ΠΚ, διαπράττει τοκογλυφία και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή τρίτον περιουσιακά ωφελήματα τα οποία υπερβαίνουν το θεμιτό ποσοστό τόκου που ορίζεται από το νόμο. Κατά τη διάταξη αυτή ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων αλλά και η λήψη από το δράστη αξιογράφων στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι, χωρίς ν' απαιτείται και είσπραξη του αναφερομένου σ' αυτά ποσού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 ΚΠοινΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, υπάρχει και όταν η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος είναι ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως υπάρχει και όταν η αντίφαση δημιουργείται μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της, εφόσον τα τελευταία και εκείνα του σκεπτικού αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ν' αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς ν' απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1013/2006 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, σε δεύτερο βαθμό, αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, ως προκύψαντα από τη διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ1, αριχτέκτονας-εργολάβος δημοσίων έργων......το Φεβρουάριο του 1997, μετά από σύσταση γνωστού του προσώπου, κατέφυγε προς δανεισμό στον κατηγορούμενο.......ο οποίος, κατόπιν συμφωνίας τους...... κατέβαλε σ' αυτόν ποσό 2.500.000 δρχ., για χρονικό διάστημα ενός μηνός........και έλαβε από αυτόν επιταγή ποσού 3.000.000. Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε.......και ανανεώθηκε με νέα, με την προσθήκη στο κεφάλαιο της τελευταίας νέου ποσού τόκων, και αυτή με συναλλαγματικές. Έκτοτε λόγω αδυναμίας του μηνυτή να καταβάλει ολόκληρο το ποσό που προέκυπτε, ελάμβανε χώρα ανανέωση των επιταγών που αυτός εξέδιδε ή των συναλλαγματικών που εκάστοτε απεδέχετο. Μέχρι την 15-10-1998 είχε καταβάλει στον κατηγορούμενο για την εξόφληση του........δανείου ποσό 4.500.000 δρχ. Το ποσό αυτό εκάλυπτε το ληφθέν ποσό του δανείου καθώς και το ποσό των νομίμων τόκων, που αντιστοιχούσε, κατά το χρονικό διάστημα που προανεφέρθη, σε 18,5% ετησίως. Παρά ταύτα στα χέρια του κατηγορουμένου παρέμειναν δύο επιταγές οι οποίες την 7-12-1998 ανανεώθηκαν με τέσσερις συναλλαγματικές συνολικού ποσού 4.570.000 δρχ., λήξεως..... αυτές δε την 28-1-1999 αντικαταστάθηκαν με μία συναλλαγματική του αυτού......ποσού.......Την 14-9-1999 (και ενώ από το μηνυτή είχε καταβληθεί το προαναφερόμενο ποσό εις εξόφληση του χρέους του) ο κατηγορούμενος, κατά την ανανέωση της προθεσμίας καταβολής του ποσού των 4.570.000 δρχ. που προήρχετο από το ληφθέν δάνειο και ενσωματώνετο στην ανωτέρω συναλλαγματική που δεν εξοφλήθηκε, ζήτησε και έλαβε από το μηνυτή 11 νέες συναλλαγματικές.......συνολικού ποσού 5.180.000 δρχ., το οποίο υπερβαίνει κατά ποσοστό 100% το νόμιμο ποσοστό του τόκου που ανήρχετο σε 18,5% ετησίως". Ακολούθως, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τοκογλυφίας τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια, και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ και ειδικότερα διότι, κατά λέξη, "Στη Θεσσαλονίκη, στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, κατά την παροχή ή παράταση προθεσμίας πληρωμής και την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου........Συγκεκριμένα τον Μάρτιο 1997 δάνεισε στον εγκαλούντα εργολήπτη δημοσίων έργων το ποσό των 2.500.000 δραχμών. Για την εξόφληση του ως άνω ποσού ζήτησε και έλαβε στις 14 Σεπτεμβρίου 1999 ένδεκα (11) συναλλαγματικές εκδόσεώς του και αποδοχής του εγκαλούντος μία (1) των 180.000 δραχμών, και ημερομηνία λήξεως 30-8-1999 και οι λοιπές 10Χ500.000=5.000.000 δραχμών με ημερομηνίες λήξεως 30/1,2,3,4,5,6,7,10,11,12 (1999 αντίστοιχα), συντάσσοντας παράλληλα την από 14 Σεπτεμβρίου 1999 απόδειξη παραλαβής. Μολονότι ο εγκαλών είχε εξοφλήσει μέχρι τον Οκτώβριο του 1998 το αρχικό κεφάλαιο των 2.500.000 δραχμών πλέον των νομίμων τόκων που ανέρχονταν σε 18,5% ετησίως, ο κατηγορούμενος απαίτησε και έλαβε για ανανέωση του χρέους από τον εγκαλούντα το συνολικό ποσό των 5.180.000 δραχμών δηλαδή 5.180.000-2.500.000 δραχμές=2.680.000 δραχμές, ως τόκους, με επιτόκιο που υπερβαίνει το 100% ετησίως του ως άνω νομίμου που ανερχόταν στο 18,5%". Από τις παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, που να καθιστά την αιτιολογία της ελλιπή ως προς το τί ακριβώς δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο για τη θεμελίωση της ενοχής του κατηγορουμένου, όπως, αντιθέτως, αιτιάται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος. Αντιθέτως, στο σκεπτικό της αποφάσεως, όπως και στο διατακτικό της, δέχθηκε σαφώς το Εφετείο ότι το 1997 συνήφθη δάνειο 2.500.000 δρχ. του κατηγορουμένου προς το μηνυτή Ψ1 , ότι μέχρι 15-10-1998 ο μηνυτής είχε καταβάλει, για την εκ του δανείου αυτού οφειλή του, 4.500.000 δρχ. στον κατηγορούμενο, ότι το ποσόν αυτό εκάλυπτε μεν το κεφάλαιο του δανείου και τους μέχρι τότε νόμιμους τόκους του, δεν καταλογίσθηκε όμως και στο κεφάλαιο και ότι, έτσι, στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, κατά συμφωνία μηνυτή και κατηγορουμένου, θεωρήθηκε υφισταμένη εισέτι η οφειλή του κεφαλαίου του δανείου και συνομολογήθηκε η ανανέωσή του με τη λήψη από τον κατηγορούμενο των μνημονευομένων έντεκα συναλλαγματικών, οι οποίες εκάλυπταν το ανανεωθέν κεφάλαιο του δανείου των 2.500.000 δρχ. και τοκογλυφικούς τόκους ύψους 2.680.000 δρχ., για τους οποίους και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο μηνυτής, μέχρι την 15-10-1998, είχε καταβάλει στον κατηγορούμενο για την εξόφληση του δανείου 4.500.000 δρχ., ποσό που εκάλυπτε το κεφάλαιο του δανείου και τους νομίμους τόκους του, και της άλλης παραδοχής ότι την 14-9-1999 το χρέος αυτό οφείλετο και συμφωνήθηκε ανανέωσή του, καθόσον, κατά τη λογική δομή της αποφάσεως, με την πρώτη παραδοχή, δεν εννοείται εξόφληση του κεφαλαίου του δανείου, (το οποίο, αν είχε εξοφληθεί, ούτε δεκτικό ανανεώσεως ήταν, αφού η ανανέωση προϋποθέτει την ύπαρξη παλαιάς οφειλής, κατ' άρθρο 436 ΑΚ, ούτε τόκους μπορούσε να παραγάγει), αλλά εννοείται ότι, ενώ έπρεπε τα καταβληθέντα να είχαν καταλογισθεί σε κεφάλαιο και τόκους, το άθροισμα των οποίων εκάλυπταν, παραταύτα δεν καταλογίσθηκαν και στο κεφάλαιο, αλλά σε μή οφειλόμενους τοκογλυφικούς τόκους, το δε κεφάλαιο παρέμεινε ανεξόφλητο και παρήγαγε τόκους, οι οποίοι έκτοτε ήταν τοκογλυφικοί. Επίσης, δεν καθιστά αντιφατική και εντεύθεν ελλιπή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως το ότι ως χρόνος καταρτίσεως του δανείου φέρεται στο μεν σκεπτικό ο Φεβρουάριος 1997 στο δε διατακτικό ο Μάρτιος 1997, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου δεν στηρίχθηκε στις παραδοχές αυτές, οι οποίες διατυπώθηκαν διηγηματικά, κατά την ιστόριση της όλης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς το μηνυτή που προηγήθηκε της τοκογλυφικής συμβάσεως της ...... Εξάλλου, δεν δημιουργείται λογικό κενό, κατά την έκθεση των περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, εκ του γεγονός ότι δεν εκτίθεται και ο λόγος για τον οποίο παρέμειναν στα χέρια του κατηγορουμένου, μετά την καταβολή των 4.500.000 δρχ., δύο επιταγές του μηνυτή, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού τα καταβληθέντα, κατά τις σαφείς παραδοχές της αποφάσεως, δεν καταλογίσθηκαν και στο κεφάλαιο του δανείου. Περαιτέρω, η ίδια ως άνω παραδοχή, ότι με την καταβολή των 4.500.000 δρχ. καλύφθηκε το κεφάλαιο του δανείου και οι νομικοί τόκοι του για το διάστημα από την κατάρτιση του δανείου μέχρι 15-10-1998, δεν σημαίνει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσόν των 2.000.000 δρχ. αποτελούσε νόμιμους τόκους του δανείου για το ανωτέρω διάστημα των 19 μηνών και συνεπώς ουδεμία ασάφεια δημιουργείται εξ αυτού. Επίσης, δεν δημιουργείται ασάφεια από το ότι οι μνημονευόμενες στην απόφαση χρονολογίες λήξεως των οκτώ (από τις έντεκα) συναλλαγματικών είναι προγενέστερες του χρόνου αποδοχής των συναλλαγματικών αυτών (14-9-1999), διότι η αποδοχή συναλλαγματικής με χρονολογία λήξεως προγενέστερη της χρονολογίας αποδοχής της δεν απαλλάσσει τον αποδέκτη της από την εξ αυτής οφειλή του και, συνεπώς, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι με τη λήψη των μνημονευομένων συναλλαγματικών, ακόμη και προχρονολογημένων κατά τους χρόνους λήξεως αυτών, διαπράχθηκε τοκογλυφία, δεν ενέχει ασάφεια ή αντίφαση. Οι αντίθετες, επομένως, προς τα ανωτέρω ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ακόμη, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων κατηγορίας και τέτοιοι δεν χαρακτηρίζονται στα πρακτικά της αποφάσεως οι εξετασθέντες ......και ...., οι οποίοι στα εν λόγω πρακτικά ονομάζονται απλώς μάρτυρες. Τούτο διότι υπό τον χαρακτηρισμό "μάρτυρες κατηγορίας" στην έκκλητη δίκη νοούνται οι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες, ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη, ή οι υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ' αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι κατ' άρθρο 355 ΚΠοινΔ, οι συγκεκριμένοι δε δύο μάρτυρες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης 14642/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων και από τον Εισαγγελέα κλητευθέντες μάρτυρες και επομένως μάρτυρες κατηγορίας. Έτσι, η παράλειψη χαρακτηρισμού και αυτών, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως μαρτύρων κατηγορίας είναι αδιάφορη, η δε μνεία στο σκεπτικό της ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σημαίνει ότι ελήφθησαν υπόψη και οι καταθέσεις των ανωτέρω δύο μαρτύρων. Η αιτίαση, τέλος, κατ' εκτίμηση, ότι αντιφατικώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της ότι η τοκογλυφία, για την οποία πρόκειται, τελέσθηκε σε χρόνο ο οποίος είναι προγενέστερος εκείνου που αναφέρεται ως χρόνος τελέσεώς της στο διατακτικό της, με συνέπεια να απορρίψει τους περί παραγραφής και μή εμπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως ισχυρισμούς της, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τις σαφείς παραδοχές της αποφάσεως η τοκογλυφία στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπράχθηκε και ήταν τετελεσμένη στις 14-9-1999, με τη συνομολόγηση της ανανεώσεως του χρέους, δια της ταυτόχρονης λήψεως από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο των έντεκα συναλλαγματικών. Περαιτέρω, ενόψει του χρόνου αυτού τελέσεως της εν λόγω τοκογλυφίας, από του οποίου άρχισε και η παραγραφή της, έπεται ότι αυτή, τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος, δεν είχε παραγραφεί κατά την εκδίκασή της σε δεύτερο βαθμό στις 16-3-2006. Επίσης , ως εκ του εν λόγω χρόνου τελέσεώς της, κειμένου μετά την έναρξη ισχύος (στις 3-6-1999) του Ν. 2721/1999, με το άρθρο 14 παρ. 8 του οποίου καταργήθηκε η παρ. 4 του άρθρου 404 ΠΚ που προέβλεπε την κατ' έγκληση δίωξη των πράξεων των παρ. 1 και 2 αυτού, έπεται ότι για τη συγκεκριμένη τοκογλυφία δεν απαιτείτο η υποβολή εγκλήσεως. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την έννοια της ασάφειας και αντιφατικότητας που ανωτέρω εκτέθηκε και διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά μόνον ορισμένες, είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1 , περί αναιρέσεως της 1013/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 8 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ