ΑΡΙΘΜΟΣ 326/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 49/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και με συγκατηγορούμενους τους 1. Z1, 2. Z2, 3.Z3 και 4. Z4. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 790/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 399/21-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου με το 110/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τον X1, για να δικαστεί ως υπαίτιος απλής συνέργειας σε σωματεμπορία κατά συναυτουργία κατ΄εξακολούθηση και κατ΄επάγγελμα (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο X1 άσκησε την 10/21-6-2005 έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το 49/2006 βούλευμα, δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την παραπεμπτική διάταξη του πρωτόδικου βουλεύματος, που αφορά τον κατηγορούμενο αυτού (βλ. βούλευμα). ΙΙΙ. Στις 27-3-2006, ημέρα Δευτέρα, εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας ο κατηγορούμενος X1 , στον οποίο το εφετειακό βούλευμα είχε επιδοθεί στις 16-3-2006 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατ΄αυτού και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 5/27-3-2006 έκθεση αναιρέσεως). Ως λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται: α) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ) και β) Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠΔ). Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστούν ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων παραπέμπεται για κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη (άρθρα 473, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α, β ΚΠΔ). IV. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 351 ΠΚ, όπως αυτό αντ. με το άρθρο 8 του Ν. 3064/2002 "΄Οποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή όπλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπτει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ", ενώ κατά την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου "με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων". Τέλος, κατά την έκτη παράγραφο του ιδίου άρθρου "Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους γενετήσια εκμετάλλευση συνίσταται στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης ή στη χρησιμοποίηση από κερδοσκοπία του σώματος, της φωνής ή της εικόνας προσώπου για την πραγματική ή προσποιητή επιχείρηση τέτοιας πράξης ή για την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών που αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση". Το έγκλημα της σωματεμπορίας μετατράπηκε πλέον στη βασικότερη διάταξη του οικείου κεφαλαίου του ποινικού κώδικα, που αναφέρεται στην οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής, ώστε να αντιμετωπίζεται ειδικότερα η εμπορία ανθρώπων όταν τελείται με τη χρήση βίας απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου και με σκοπό την εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής. ΄Ετσι, σε βαθμό κακουργήματος τιμωρείται εφ΄ εξής η αναγκαστική ή η εν γνώσει της ευάλωτης θέσης των θυμάτων εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής τους, ενώ ως διακεκριμένη περίπτωση, τιμωρείται η πράξη όταν αφορά ανηλίκους ή συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο αλλοδαπών στη χώρα ή διαπράττεται από συγγενικά πρόσωπα ή τελείται κατ΄επάγγελμα ή από υπάλληλο ή είχε ως συνέπεια τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος. Επίσης για πρώτη φορά ορίζεται η έννοια της γενετήσιας εκμετάλλευσης, ώστε να αποφευχθούν οι όποιες διαφωνίες και ερμηνευτικές αποκλίσεις και στην έννοια αυτή να μην υπάγεται μόνο η από κερδοσκοπία επιχείρηση κάθε ασελγούς πράξεως, αλλά και οποιαδήποτε χρησιμοποίηση του σώματος, της φωνής ή της εικόνας και της εργασίας ή άλλων υπηρεσιών του παθόντος με σκοπό την γενετήσια διέγερση. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 47 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι απλή συνέργεια αποτελεί οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αρνητική (με παράλειψη), παρεχόμενη στον αυτουργό της συγκεκριμένης κύριας πράξης, πριν από την τέλεση αυτής, ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει ενεργεί με πρόθεση. V. ΄Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε΄ του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος περίπτωση "εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης", που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. VI. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, δέχθηκε, με δικές του σκέψεις, αλλά και αναφορά, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών, ότι από το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την κύρια ανάκριση και την προανάκριση που προηγήθηκε και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην Ασφάλεια Βόλου ήλθε η πληροφορία ότι στη συμβολή των οδών ... και ....του Βόλου λειτουργεί η καφετέρια-μπαρ "...." τυπικά μεν στο όνομα της κατηγορουμένης Z3, στην ουσία όμως από κοινού με τον κατηγορούμενο Z1 , και ότι την έχουν μετατρέψει παράνομα σε μπαρ-κέντρο διασκέδασης, απασχολώντας ως συνοδούς ανδρών πελατών αλλοδαπές γυναίκες, των οποίων εκμεταλλεύονταν την ευάλωτη θέση και την οικονομική τους ανάγκη. Επίσης ότι έξω από το κατάστημα είχαν τοποθετήσει κάμερα συνδεδεμένη με μόνιτορ στο εσωτερικό του ώστε να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τα αστυνομικά όργανα που θα πήγαιναν για έλεγχο. Η ανωτέρω υπηρεσία ζήτησε τη συνδρομή αστυνομικού της Ασφάλειας Λάρισας και πράγματι στις 10-6-2003 ήλθε στο Βόλο με νόμιμη εντολή ο αστυνομικός αυτής Ψ1. Η Ασφάλεια Βόλου του έδωσε 200 ευρώ σε δύο χαρτονομίσματα των 50 ευρώ και πέντε χαρτονομίσματα των 20 ευρώ, των οποίων είχαν προσημειωθεί οι αριθμοί. Την 01.10΄ ώρα της 11-6-2003 ο αστυνομικός αυτός προσποιήθηκε τον πελάτη και εισήλθε στο κατάστημα των κατηγορουμένων. Παρήγγειλε ποτό και μία ώρα αργότερα πλησίασε και κάθισε χωρίς πρόσκλησή του στο τραπέζι του μία αλλοδαπή γυναίκα, που εργαζόταν στο κατάστημα. Αφού της πρόσφερε ποτό, της πρότεινε να κάνουν έρωτα. Εκείνη απάντησε ότι κάνει μόνο ατομικό "στριπτίζ", για το οποίο έπρεπε να καταβάλλει στον εργοδότη της 20 ευρώ. Την ίδια ώρα στο κατάστημα ήταν 50 περίπου πελάτες και επτά γυναίκες (εργαζόμενες). Ο αστυνομικός διαπίστωσε ότι αριστερά της εισόδου του καταστήματος υπήρχε ένα ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο με μικρό καναπέ, όπου εισερχόταν οι πελάτες με μία γυναίκα ο καθένας, προκειμένου η τελευταία να κάνει "στριπ-τιζ", ενώ αυτοί (οι πελάτες) προέβαιναν σε ασελγείς χειρονομίες στα γεννητικά όργανα και στο υπόλοιπο σώμα των γυναικών. Ο αστυνομικός ζήτησε και αυτός ένα "στριπ-τιζ" από την κοπέλα που είχε καθίσει κοντά του (ήταν η κατηγορουμένη Ζ4). Επίσης κάλεσε έναν υπάλληλο που ήταν ο κατηγορούμενος Ζ2 και του κατέβαλε 100 ευρώ και συγκεκριμένα τα δύο προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ για τα ποτά που είχε καταναλώσει με την κατηγορουμένη και για το "στριπ-τιζ" που θα ακολουθούσε. Ο τελευταίος του επέστρεψε ρέστα 5 ευρώ και του είπε να περιμένει, γιατί ήταν πέμπτος στη σειρά. Την 03.00΄ ώρα ήλθε η σειρά του και εισήλθε στον ειδικό χώρο που προαναφέρθηκε όπου η Ζ4 άρχισε να χορεύει εμπρός του τρίβοντας το σώμα της στο σώμα του αστυνομικού για να διεγείρει τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του. Σταδιακά δε αφαιρούσε όλα τα ενδύματά της. Όταν τελείωσε, ο αστυνομικός ειδοποίησε αμέσως με το κινητό τους συναδέλφους του που ήταν έξω, αλλά πριν εκείνοι εισέλθουν στο κατάστημα άγνωστος ειδοποίησε τους κατηγορουμένους και επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. ΄Εγινε έλεγχος και βρέθηκαν στο ταμείο του καταστήματος, όπου τη στιγμή εκείνη εργαζόταν ο κατηγορούμενος Χ1 ως σερβιτόρος και ταμίας, τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα που είχε παραδώσει ο Ψ1 στον κατηγορούμενο Ζ2. Από τον αστυνομικό έλεγχο προέκυψε ότι στο κατάστημα εργαζόταν συγχρόνως οι αλλοδαπές:( αναφέρονται η Ζ4 και άλλες έξι αλλοδαπές), οι οποίες παρέμειναν και εργαζόταν νόμιμα στη χώρα, σύμφωνα με όλες τις προβλεπόμενες νόμιμες διατυπώσεις εκτός από την Ζ4, η οποία δεν είχε ούτε άδεια παραμονής ούτε εργασίας. Οι γυναίκες αυτές προέβαιναν σε ατομικό γυμνό χορό "στριπ-τιζ"μέσα στο ειδικό δωμάτιο του καταστήματος των κατηγορουμένων, για τον οποίο κάθε πελάτης κατέβαλε 20 ευρώ στον υπεύθυνο του καταστήματος. Από το ποσό αυτό κάθε γυναίκα λάμβανε αμοιβή 5 ευρώ. Επίσης, προέκυψε ότι η κατηγορουμένη Ζ3, ιδιοκτήτρια του καταστήματος τούτου, ενεργώντας από κοινού με το σύντροφό της Ζ1 (πρώτο κατηγορούμενο) που ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του καταστήματος, αλλά και με την ουσιαστική συνδρομή των κατηγορουμένων Ζ2 και Χ1 (αυτοί εισέπρατταν τα χρήματα από τους πελάτες και απέδιδαν στις εργαζόμενες την αναλογία τους σε μάρκες) προέβησαν στη γενετήσια εκμετάλλευση των γυναικών αυτών κατ΄εξακολούθηση και παρέσυραν αυτές (εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους διότι ήταν αλλοδαπές και αντιμετώπιζαν μεγάλη οικονομική ανάγκη) με πληρωμές. Ειδικότερα προέβησαν από κερδοσκοπία στη χρησιμοποίηση του σώματος αυτών για την παροχή σαρκικών ηδονών που αποσκοπούσαν στη γενετήσια διέγερση των πελατών του καταστήματός τους. Την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν κατ΄επάγγελμα, δεδομένου ότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, δηλαδή τη χρήση καταστήματος και τη διαμόρφωση μέσα σ΄αυτό ειδικού δωματίου, προκύπτει ο σκοπός τους για το σταθερό πορισμό εισοδήματος έχοντας μάλιστα το έργο αυτό ως μοναδική πηγή του βιοπορισμού τους. Επίσης προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Ζ2 και Χ1 ως σερβιτόροι παρείχαν με πρόθεση τη συνδρομή τους στους κατηγορουμένους τους Ζ3 και Ζ1, έτσι ώστε οι τελευταίοι μπορέσουν να παρασύρουν την Ζ4 και τις άλλες αλλοδαπές που αναφέρθηκαν να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους και συγκεκριμένα στη χρησιμοποίηση από κερδοσκοπία του σώματός τους για την παροχή υπηρεσιών που αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση και ειδικότερα, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική τους ανάγκη, καθώς και την παράνομη παραμονή της Ζ4 στην Ελλάδα, απέσπασαν τη συναίνεσή τους με καταβολή χρημάτων, ώστε να ικανοποιήσουν οι πελάτες, μεταξύ των οποίων και ο αστυνομικός Ψ1, τη γενετήσια διέγερσή τους σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο με τον προαναφερόμενο τρόπο. VII. Με αυτά που δέχθηκε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε για τον αναιρεσείοντα την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία και προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε σωματεμπορία κατά συναυτουργία κατ΄εξακολούθηση και κατ΄επάγγελμα, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ΄, 45, 47 παρ. 1, 98 και 351 παρ. 1, 2, 4 περ. δ΄ και 6 Π.Κ., όπως ισχύουν και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αλλά και των συγκατηγορουμένων του που δεν άσκησαν αναίρεση, για την πράξη αυτή, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ασαφείς παραδοχές ή παραδοχές που αφήνουν λογικά κενά. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής, ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ειδικά δε ως προς τις αιτιάσεις με τις οποίες αμφισβητείται η εκτίμηση των αποδείξεων και γενικότερα οι επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου, ως απαράδεκτοι. Μετά από όλα τα παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 5/27-3-2006 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κατά του 49/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 22-6-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 351 του Π.Κ, ως όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν.3064/2002 " Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή τη κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπτει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος σε γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου " με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει το σκοπό του, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. Τέλος, κατά την παράγραφο 6 του ίδιου 351 άρθρου " η κατά τις προηγούμενες παραγράφους γενετήσια εκμετάλλευση συνίσταται στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης ή στη χρησιμοποίηση από κερδοσκοπία του σώματος της φωνής ή της εικόνας προσώπου για την πραγματική ή προσποιητή επιχείρηση τέτοιας πράξης ή για την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών που αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ όποιος παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ύπαρξη απλής συνέργειας, απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης με γνώση του συνεργού ότι ο αυτουργός τελεί αξιόποινη πράξη και με την θέληση και αποδοχή του συνεργού να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της τελευταίας. ΙΙ.- ΄Ελλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη και την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β΄του Κ.Π.Δ συντρέχει όταν το δικαστικό συμβούλιο όχι μόνον δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 49/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ.110/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο, μεταξύ άλλων προσώπων, έχει παραπεμφθεί και ο κατηγορούμενος να δικασθεί για απλή συνέργεια σε σωματεμπορία κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του στο οποίο γίνεται μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Στην Ασφάλεια Βόλου ήλθε η πληροφορία ότι στη συμβολή των οδών ...και ... λειτουργεί η καφετέρια-μπαρ "..." τυπικά μεν στο όνομα της κατηγορουμένης Ζ3, στην ουσία όμως από κοινού με τον κατηγορούμενο Ζ1, και ότι την έχουν μετατρέψει παράνομα σε μπαρ- κέντρο διασκέδασης, απασχολώντας ως συνοδούς ανδρών πελατών αλλοδαπές γυναίκες, των οποίων εκμεταλλεύονταν την ευάλωτη θέση και την οικονομική τους ανάγκη. Επίσης έξω από το κατάστημα είχαν τοποθετήσει κάμερα συνδεδεμένη με μόνιτορ στο εσωτερικό του ώστε να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τα αστυνομικά όργανα που θα πήγαιναν για έλεγχο. Η ανωτέρω υπηρεσία ζήτησε τη συνδρομή αστυνομικού της Ασφάλειας Λάρισας και πράγματι στις 10-6-2003 ήλθε στο Βόλο με νόμιμη εντολή ο αστυνομικός αυτής Ψ1. Η Ασφάλεια Βόλου του έδωσε 200 ευρώ σε δύο χαρτονομίσματα των 50 ευρώ και πέντε χαρτονομίσματα των 20 ευρώ, των οποίων είχαν προσημειωθεί οι αριθμοί. Την 01.10΄ ώρα της 11-6-2003 ο αστυνομικός αυτός προσποιήθηκε τον πελάτη και εισήλθε στο κατάστημα των κατηγορουμένων. Παρήγγειλε ποτό και μία ώρα αργότερα πλησίασε και κάθισε χωρίς πρόσκλησή του στο τραπέζι του μία αλλοδαπή γυναίκα, που εργαζόταν στο κατάστημα. Αφού της πρόσφερε ποτό, της πρότεινε να κάνουν έρωτα. Εκείνη απάντησε ότι κάνει μόνο ατομικό "στριπτίζ", για το οποίο έπρεπε να καταβάλλει στον εργοδότη της 20 ευρώ. Την ίδια ώρα στο κατάστημα ήταν 50 περίπου πελάτες και επτά γυναίκες (εργαζόμενες). Ο αστυνομικός διαπίστωσε ότι αριστερά της εισόδου του καταστήματος υπήρχε ένα ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο με μικρό καναπέ, όπου εισερχόταν οι πελάτες με μία γυναίκα ο καθένας, προκειμένου η τελευταία να κάνει "στριπ-τιζ", ενώ αυτοί (οι πελάτες) προέβαιναν σε ασελγείς χειρονομίες στα γεννητικά όργανα και στο υπόλοιπο σώμα των γυναικών. Ο αστυνομικός ζήτησε και αυτός ένα "στριπ-τιζ" από την κοπέλα που είχε καθίσει κοντά του (ήταν η κατηγορουμένη Ζ4). Επίσης κάλεσε έναν υπάλληλο που ήταν ο κατηγορούμενος Ζ4 και του κατέβαλε 100 ευρώ και συγκεκριμένα τα δύο προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ για τα ποτά που είχε καταναλώσει με την κατηγορουμένη και για το "στριπ-τιζ" που θα ακολουθούσε. Ο τελευταίος του επέστρεψε ρέστα 5 ευρώ και του είπε να περιμένει, γιατί ήταν πέμπτος στη σειρά. Την 03.00΄ ώρα ήλθε η σειρά του και εισήλθε στον ειδικό χώρο που προαναφέρθηκε όπου η Ζ4 άρχισε να χορεύει εμπρός του τρίβοντας το σώμα της στο σώμα του αστυνομικού για να διεγείρει τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του. Σταδιακά δε αφαιρούσε όλα τα ενδύματά της. Όταν τελείωσε, ο αστυνομικός ειδοποίησε αμέσως με το κινητό τους συναδέλφους του που ήταν έξω, αλλά πριν εκείνοι εισέλθουν στο κατάστημα άγνωστος ειδοποίησε τους κατηγορουμένους και επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. ΄Εγινε έλεγχος και βρέθηκαν στο ταμείο του καταστήματος, όπου τη στιγμή εκείνη εργαζόταν ο κατηγορούμενος Χ1 ως σερβιτόρος και ταμίας, τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα που είχε παραδώσει ο Ψ1 στον κατηγορούμενο Ζ2. Από τον αστυνομικό έλεγχο προέκυψε ότι στο κατάστημα εργαζόταν συγχρόνως οι αλλοδαπές: ( αναφέρονται η Ζ4 και άλλες έξι αλλοδαπές), οι οποίες παρέμειναν και εργαζόταν νόμιμα στη χώρα, σύμφωνα με όλες τις προβλεπόμενες νόμιμες διατυπώσεις εκτός από την Ζ4, η οποία δεν είχε ούτε άδεια παραμονής ούτε εργασίας. Οι γυναίκες αυτές προέβαιναν σε ατομικό γυμνό χορό "στριπ-τιζ"μέσα στο ειδικό δωμάτιο του καταστήματος των κατηγορουμένων, για τον οποίο κάθε πελάτης κατέβαλε 20 ευρώ στον υπεύθυνο του καταστήματος. Από το ποσό αυτό κάθε γυναίκα λάμβανε αμοιβή 5 ευρώ. Επίσης, προέκυψε, δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η κατηγορουμένη Ζ3, ιδιοκτήτρια του καταστήματος τούτου, ενεργώντας από κοινού με το σύντροφό της Ζ1 (πρώτο κατηγορούμενο) που ήταν ο υπεύθυνος λειτουργίας του καταστήματος, αλλά και με την ουσιαστική συνδρομή των κατηγορουμένων Ζ2 και Χ1 (αυτοί εισέπρατταν τα χρήματα από τους πελάτες και απέδιδαν στις εργαζόμενες την αναλογία τους σε μάρκες) προέβησαν στη γενετήσια εκμετάλλευση των γυναικών αυτών κατ΄εξακολούθηση και παρέσυραν αυτές (εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους διότι ήταν αλλοδαπές και αντιμετώπιζαν μεγάλη οικονομική ανάγκη) με πληρωμές. Ειδικότερα προέβησαν από κερδοσκοπία στη χρησιμοποίηση του σώματος αυτών για την παροχή σαρκικών ηδονών που αποσκοπούσαν στη γενετήσια διέγερση των πελατών του καταστήματός τους. Την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν κατ΄επάγγελμα, δεδομένου ότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, δηλαδή τη χρήση καταστήματος και τη διαμόρφωση μέσα σ΄αυτό ειδικού δωματίου, προκύπτει ο σκοπός τους για το σταθερό πορισμό εισοδήματος έχοντας μάλιστα το έργο αυτό ως μοναδική πηγή του βιοπορισμού τους. Επίσης προέκυψε, κατά το ίδιο βούλευμα ότι οι κατηγορούμενοι Ζ2 και Χ1 ως σερβιτόροι παρείχαν με πρόθεση τη συνδρομή τους στους κατηγορουμένους τους Ζ3 και Ζ1, έτσι ώστε οι τελευταίοι να μπορέσουν να παρασύρουν την Ζ4 και τις άλλες αλλοδαπές που αναφέρθηκαν να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους και συγκεκριμένα στη χρησιμοποίηση από κερδοσκοπία του σώματός τους για την παροχή υπηρεσιών που αποσκοπούν στη γενετήσια διέγερση και ειδικότερα, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική τους ανάγκη, καθώς και την παράνομη παραμονή της Ζ4 στην Ελλάδα, απέσπασαν τη συναίνεσή τους με καταβολή χρημάτων, ώστε να ικανοποιήσουν οι πελάτες, μεταξύ των οποίων και ο αστυνομικός ...., τη γενετήσια διέγερσή τους σε ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο με τον προαναφερόμενο τρόπο. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ΄, 47 και 351 παρ.1,2,4 εδαφ. δ΄ και 6 του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση ότι το βούλευμα εκ πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 351 Π.Κ γιατί δεν αιτιολογεί με ποια μέσα (βία, απειλή ή άλλα εξαναγκαστικά μέσα) υποχρεώθηκαν οι αλλοδαπές γυναίκες να υποστούν γενετήσια εκμετάλλευση είναι αβάσιμη, αφού στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος είναι (παρ.2) και η εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης του προσώπου, με σαφήνεια δε διαλαμβάνεται ότι η χρησιμοποίηση των άνω γυναικών έγινε κατ' εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης τους, που προέκυπτε από το γεγονός ότι ως αλλοδαπές επιζητούσαν την ανεύρεση εργασίας για τον πορισμό χρημάτων, ειδικώς δε για την Ζ4 αναφέρεται ότι αυτή παρανόμως είχε εισέλθει και παρέμενε στη χώρα και ότι για την εις το άνω κέντρο γενετήσια εκμετάλλευση αυτής, με την έννοια της κατά την παρ. 6 του άρθρου 351 του Π.Κ χρησιμοποίησης του σώματος αυτής είχε αποσπασθεί η συναίνεσή της με αντάλλαγμα την καταβολή χρημάτων. Συνεπώς, οι κατά το άρθρο 484 στοιχ. β΄και δ΄ Κ.Π.Δ λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη αιτιολογίας λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. ΙΙΙ.- κατά το άρθρο 210 Κ.Π.Δ όποιος ενεργεί ανάκριση ή και το δικαστήριο μπορεί να μην εξετάσει κάποιο μάρτυρα που είναι παράφρονας ή βλάκας ή βρίσκεται προφανώς σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να παραστήσει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στον ανακρίνοντα και το δικαστήριο να απόσχει της εξετάσεως, εάν δε παρά την εις το πρόσωπο του μάρτυρα συνδρομή κάποιας των ως άνω καταστάσεων χωρήσει στην εξέταση του μάρτυρα αυτού, η κατάθεση αυτή δεν πάσχει και δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ακυρότητα εάν το δικαστήριο την λάβει υπόψη, ώστε να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ.2 του Κ.Π.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διάταξης του άρθρ.224 παρ. 2 Κ.Π.Δ δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναίρεσης, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης των άρθρων 484 και 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα την πλημμέλεια ότι μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Ψ1 ο οποίος εμφανίσθηκε ως πελάτης στο άνω κέντρο διασκεδάσεως και ο οποίος λόγω καταναλώσεως μεγάλης ποσότητας αλκοόλ βρισκόταν σε τέτοια διανοητική κατάσταση όταν έδωσε την κατάθεσή του ώστε δεν μπορούσε να αναπαραστήσει με ακρίβεια τα γεγονότα, ως επίσης εκτίμησε και την μαρτυρική κατάθεση του αστυνομικού Ψ2 ο οποίος δεν είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε αλλά μόνο πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα, χωρίς όμως στην κατάθεσή του να κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, η κατάθεση του δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν από τη συνεκτίμηση των άνω μαρτυρικών καταθέσεων δεν δημιουργείται ακυρότητα και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 49/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ