Αριθμός 715/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 262/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο Αγίου Δημητρίου Ιωαννίνων, με έδρα την Αγία Κυριακή του Δημοτικού Διαμερίσματος Θεριακησίου, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Καλλιόπη Νταφοπούλου και Θεόδωρο Παναγόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1628/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε η αρχικά περιεχόμενη σ' αυτό λέξη "πρόθεση" με τη λέξη γνώση, από το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172/1993, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης αυτής πράξης (απιστίας) απαιτείται άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση της επέλευσης της ζημίας στην περιουσία άλλου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 262/2006 απόφασή του, δέχθηκε, με αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού αυτής, ότι από τα κατά το είδος τους σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εξελέγη Δήμαρχος του Δήμου Αγίου Δημητρίου κατά τις δημοτικές εκλογές του έτους 1998. Προηγουμένως είχε διατελέσει επί χρόνια κοινοτάρχης Κρυφοβού, ενώ η επαγγελματική του ιδιότητα ήταν του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. Υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, α) στις 17-5-1999 προέβη στην έκδοση εντάλματος πληρωμής 2.000.000 δχ. προς τον Χ1, ο οποίος είχε αναλάβει την ασφαλτόστρωση του δρόμου ...... Το ποσό αυτό το εισέπραξε ο δικαιούχος, παρόλον ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως του εν λόγω εντάλματος το έργο δεν είχε εκτελεστεί. Ενδεικτικό δε είναι το γεγονός ότι ο εν λόγω δικαιούχος, όπως ο ίδιος κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004, ήτοι δύο περίπου μήνες πριν τη δικάσιμο της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έριξε ορισμένα κυβικά μέτρα τσιμέντου για να μπορέσει να παραδώσει το ως άνω έργο, β) στις 14-7-1999 στην έκδοση δύο τέτοιων ενταλμάτων 708.000 δρχ. το καθένα προς τον Χ1, εμπειροτέχνη, για την προμήθεια και μεταφορά αμμοχάλικου στο ΔΔ ... και προμήθεια και μεταφορά αδρανών υλικών οδοστρωσίας στο ΔΔ .... . Τα ως άνω υλικά ουδέποτε παραδόθηκαν στα προαναφερθέντα Δημοτικά διαμερίσματα .... και .... , γεγονός που ενισχύεται και από ότι ο Χ2, μέλος της επιτροπής παραλαβής, αρνήθηκε να υπογράψει τα αντίστοιχα πρωτόκολλα παραλαβής, με συνέπεια να αντικατασταθεί αυθαιρέτως από τον κατηγορούμενο από το Δημοτικό σύμβουλο .... , ενώ τα άλλα δύο έλη της ίδιας επιτροπής, Χ3 και Ζ1, υπέγραψαν τα πρωτόκολλα αυτά χωρίς να τα ελέγξουν, γ) στις 27-7-1999 στην έκδοση εντάλματος 1.000.000 δρχ. προς τον Χ1, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαμόρφωση της πλατείας .... . Όπως κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες, ουδεμία εργασία έγινε στις πλατείες του ως άνω Δημοτικού Διαμερίσματος. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αποφασίστηκε να ολοκληρωθούν οι εργασίες διαμόρφωσης του προαυλίου χώρου της .... , έργο για το οποίο είχε ήδη διατεθεί το ποσό των 1.500.000 δρχ., χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε επίσημη τροποποίηση της προηγούμενης απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, έστω και με την εκ των υστέρων έγκρισή του, να είναι ευχερές σε οποιονδήποτε αμφισβητήσει να ελέγξει τις εργασίες. Αποδείχτηκε, εξ άλλου, ότι οι εργασίες στον ως άνω προαύλιο χώρο έγιναν με υλικά (πέτρα) που ήδη υπήρχε και αφορούσε μόνο την πλακόστρωση τούτου, εμβαδού μόλις 30-50 τ.μ. σκαλοπάτια και πεζούλια και κατασκευή της περίφραξης. Επομένως το δαπανηθέν ήδη ποσό των 1.500.000 δρχ. ήταν αρκετό για τις ως άνω εργασίες. δ) στις 14-12-1999 στην έκδοση εντάλματος πληρωμής 282.317 δρχ. για την προμήθεια πέτρας για την κατασκευή βρύσης στο Δ.Δ. .... . Για το έργο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής: το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αγίου Δημητρίου, κατά τη συνεδρίασή του της 16/17-11-1999 αποφάσισε την προμήθεια και μεταφορά πέτρας και λοιπών οικοδομικών υλικών για την κατασκευή βρύσης στο Δ.Δ. .... , δαπάνης 708.000, την οποία (προμήθεια και μεταφορά) ανέθεσε στην εταιρεία ".... Ο.Ε. ..... & ....". Στην ίδια απόφαση ορίστηκε ότι η εκτέλεση του έργου επρόκειτο να ολοκληρωθεί εντός 30 ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού. Λίγο μετά τη λήψη της ως άνω απόφασης διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η κατασκευή της βρύσης, όπως δήλωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην απολογία του. Παρόλα αυτά δεν ακύρωσε την παραγγελία στην ως άνω εταιρεία. Αντίθετα, στις 23-11-1999 συνετάγη στην Αγία Κυριακή το με την ίδια ημερομηνία πρωτόκολλο παραλαβής, με το οποίο πιστοποιείται ότι παραδόθηκαν από την ως άνω εταιρεία διάφορα υλικά αξίας 282/317 δρχ., παρά το γεγονός ότι τα υλικά αυτά ουδέποτε παραδόθηκαν. Στο εν λόγω πρωτόκολλο δεν έχει θέσει την υπογραφή ένα μέλος της επιτροπής παραλαβής, ο Χ2, για το λόγο ότι τα ως άνω υλικά δεν είχαν παραδοθεί, ενώ ο υπογράψας Ζ1 υπέγραψε, όπως ο ίδιος ρητά κατέθεσε, "καλή τη πίστει", χωρίς να ελέγξει, εμπιστευόμενος το συνάδελφό του Χ3, ο οποίος είχε ήδη υπογράψει. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ένα μικρό μέρος της παραγγελθείσας πέτρας αποτέθηκε από τον προμηθευτή στη .... και το μεγαλύτερο μέρος τούτων στο ..... , 15 περίπου χιλιόμετρα μακριά από τη .... , χωρίς να δικαιολογείται γιατί συνέβη τούτο, ότι εκεί παρέμειναν επί έτη, ανεκμετάλλευτα, ήδη δε χρησιμοποιήθηκαν στο ΚΔΑΠ. Τα ανωτέρω ουδόλως αποδείχτηκαν, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν δικαιολογείται γιατί τοποθετήθηκαν τα υλικά αφενός μεν στη .... , όπου δεν επρόκειτο να κτισθεί η βρύση αλλά και στο .... και μάλιστα έκθετα στις καιρικές συνθήκες, ενώ η χρησιμοποίησή τους στο ως άνω κτίριο είναι όψιμος ισχυρισμός του κατηγορουμένου, προκειμένου να επιτύχει την απαλλαγή του, επικαλούμενος τη μη ύπαρξη βλάβης του Δήμου. Στην προεκτεθείσα κρίση του Δικαστηρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι ο .... προσπάθησε να εισπράξει και άλλο χρηματικό ένταλμα, ποσού 212.878 δρχ., για επιπλέον υλικά επίσης για την κατασκευή της ίδιας ως άνω βρύσης, το οποίο (χρηματικό ένταλμα) εξέδωσε ο κατηγορούμενος στις 13-12-1999, ενώ ήδη είχε καταστεί βέβαιο ότι δεν επρόκειτο να κατασκευασθεί το προαναφερθέν έργο (η βρύση στη ..... ), το οποίο τελικά δεν πληρώθηκε εξαιτίας της έντονης αντίδρασης του Χ2. Επομένως ο κατηγορούμενος τέλεσε με πρόθεση τις άνω πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της απιστίας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Έτσι, όμως, το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος της απιστίας, η οποία απαιτεί άμεσο δόλο, αφού, ανεξάρτητα από την αναφορά στο σκεπτικό αυτής, ότι η παραπάνω αξιόποινη πράξη τελέσθηκε από πρόθεση, στην έννοια της οποίας εμπίπτει και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος όμως δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, η αναφορά στο διατακτικό αυτής ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν είχαν εκτελεστεί οι ανωτέρω εργασίες, δεν ήταν επαρκής για την πληρότητα της αιτιολογίας, αφού ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει αναμφίβολα ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της επέλευσης ζημίας στην περιουσία του Δήμου, όταν προέβη στην έκδοση των προαναφερομένων ενταλμάτων πληρωμής, εν όψει ιδιαίτερα των παραδοχών του Δικαστηρίου, ότι στις επιτροπές παραλαβής των έργων, τα οποία φέρονται ότι δεν τελέσθηκαν, συμμετείχαν άλλα πρόσωπα και συντάχθηκαν πρωτόκολλα παραλαβής των έργων αυτών, δεν επαρκούσε δε για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς το σημείο αυτό (της γνώσης της επέλευσης της ζημίας), μόνη η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ήταν Δήμαρχος κατά τον χρόνο εκείνο. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 262/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ