ΑΡΙΘΜΟΣ 1721/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ2, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 586/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ1. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη ελληνική εταιρία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1860/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 72/9-2-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ΄αριθμ. 586/2006 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμες στην ουσία τους τις υπ΄αριθμ 641/2005 και 3/2006 εφέσεις των Χ1 και Χ2 κατά του υπ΄αριθμ. 3141/2005 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε, πλην ενός σημείου στο οποίο και το μεταρρύθμισε και δη στο διατακτικό αυτού με τη φράση "Στην Αθήνα την 30.6.2002 από κοινού ιδιοποιήθησαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα"- η οποία αντικατέστησε τη φράση "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 17 Φεβρουαρίου 1997 μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου 2001, αμφότεροι από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθησαν......". Με το τελευταίο βούλευμα (=3141/2005 του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) είχαν παραπεμφθεί οι ανωτέρω στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως, υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ΄αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας -375 § § 1 εδ. α΄ περ. β, 2 εδ. α΄ Ποιν.Κ., 45 ΠΚ -όπως το άρθρο 375 ΠΚ έχει αντικ. με το άρθρο 1 § 9 ν.2408/96 και 14 § 3 β ν.2721/99. Το ρηθέν βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στο Χ2 στις 7-11-2006 (βλ. το από 7-11-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή ..... , ενόψει του ότι έχει προηγηθεί η επίδοση στον αντίκλητο του στις 1-11-2006) και κατ΄αυτού άσκησε ο ίδιος στις 13-11-2006, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον του γραμματέα βουλευμάτων του εφετείου Αθηνών την υπ΄αριθμ. 130/2006 αίτηση αναίρεσης, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη "αα) δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για το ότι τα ξένα κινητά πράγματα (εν προκειμένω, τα ασφάλιστρα τα οποία φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε) περιήλθαν στην κατοχή του" και δη "σ΄αυτόν προσωπικά"- λαμβανομένου υπόψη ότι ο Χ1 ήταν το πρόσωπο που ασχολείτο αποκλειστικά με την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας ...... ΕΠΕ. Επίσης ββ) "Δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου ότι συντρέχει στην περίπτωση του δόλος, πρόθεση δηλαδή ιδιοποίησης των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων ασφαλίστρων, και πότε αυτή η πρόθεση εκδηλώθηκε" -λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι το από 16-1-2002 σύμφωνο αναγνώρισης χρέους υπογράφηκε μεταξύ της Αγροτικής ασφαλιστικής και του Χ1 ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ....... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ δεν δεσμεύει την τελευταία αφού είχε ως διαχειριστές δυο πρόσωπα, ήτοι τον άνω και τον ίδιο που πρέπει να ενεργούν συλλογικά, γγ) "Δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου ότι υφίστανται πράγματι χρηματικό ποσό το οποίο υπεξαιρέθηκε καθώς και ποιο είναι το ακριβές ύψος του ποσού αυτού" -λαμβανομένου υπόψη ότι το αντίθετο προκύπτει από την λογιστική πραγματογνωμοσύνη και δεν αναφέρει το ποσοστό προμήθειας της ..... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ. Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 § 1 περ. δ Κ.Ποιν.Δ., 18, 19, 375 § §1,2 ΠΚ - η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ -όπως ισχύει ήδη με τους νόμους 2408/96 και 2721/99 -όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, αν δε η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, και, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, η δε υπέρβαση του ποσού στην περίπτωση αυτή των 73.000 ευρώ συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι όταν τα αντικείμενο της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ πρόκειται για κακούργημα σε κάθε περίπτωση, πρόκειται δε συγχρόνως και για αντικείμενο που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (βλ. και ΑΠ 666/2000 ΝοΒ 48.1500=Ποιν.Δ 2001, 232). Ως διαχειριστής κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι και αυτός που ενεργεί διαχείριση, δηλ. όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά από τον νόμο ή από σύμβαση (βλ. 765/2000, ΑΠ 1469/2001, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 1743/2002, ΑΠ 1320/2005 κ.ά.) και εφόσον το ιδιοποιούμενο από αυτόν πράγμα, όπως είναι και το χρήμα (βλ. ΑΠ 1600/2004, ΑΠ 537/2003, ΑΠ 5/2004, ΑΠ 183/2002 κ.ά.), περιήλθε στην κατοχή του λόγω της άνω ιδιότητάς του (βλ. ΑΠ 1469/2001, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 1253/2000, ΑΠ 183/2002, ΑΠ 114/2004 κ.ά.). Ειδικώτερα δε ως διαχειριστής με την ρηθείσα έννοια είναι και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος συνάπτει με ευχέρεια αναπτύξεως πρωτοβουλίας ασφαλιστικές συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας και εισπράττει αντίστοιχα το ποσό των ασφαλίστρων, το οποίο αποδίδει στην ασφαλιστική εταιρεία και λαμβάνει μετά ταύτα, την αμοιβή του, και κατέχει τα εισπραττόμενα ποσά ως θεματοφύλακας (βλ. ΑΠ 1600/2004, ΑΠ 1240/89, ΑΠ 563/90, ΑΠ 1072/95, ΑΠ 492/2003, ΑΠ 1301/98, ΑΠ 1982/2001 κ.ά.) -Για την έννοια της κατοχής βλ. μόνο ΑΠ 816/2006- Εξάλλου παράνομη είναι η ιδιοποίηση όταν γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη του ιδιοποιουμένου πράγματος ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχει ο νόμος στον υπαίτιο (βλ. ΑΠ 765/2000, ΑΠ 544/2003, ΑΠ 492/2003 κ.α.), ο οποίος γνωρίζει ότι το πράγμα που ιδιοποιείται είναι ξένο και θέλει να το ιδιοποιηθεί παράνομα (βλ. ΑΠ 963/2003, ΑΠ 1172/2002, ΑΠ 178/2002 κ.α.) πράγμα που μπορεί να προκύπτει και από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 741/2002, ΑΠ 372/2003, ΑΠ 325/2000 κ.ά.). Ιδιοποίηση σημαίνει εξωτερίκευση με οποιαδήποτε ενέργεια που εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του (βλ. ΑΠ 1469/2001 ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 1426/2004 κ.ά.) πχ με την κατακράτηση ή άρνηση απόδοσης του πράγματος στον ιδιοκτήμονα (βλ. ΑΠ 1172/2002, ΑΠ 9/2003, ΑΠ 178/2002, ΑΠ 816/2006, ΑΠ 504/87 κ.ά.), ο δε χρόνος της τοιαύτης ενέργειας είναι και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος (βλ. ΑΠ 152/2000, ΑΠ 1665/2005 κ.ά. Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1978) 435 σημ. 2α), ο οποίος κρίνεται ανέλεγκτα (βλ. ΑΠ 971/81, ΑΠ 740/76 κ.ά). Να σημειωθεί εδώ ότι το έγκλημα της υπεξαίρεσης είναι στιγμιαίο, η δε ιδιοποίηση ξένων χρημάτων που έλαβε στην κατοχή του ο υπαίτιος κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, μπορεί να λάβει χώραν άπαξ (Πρβλ ΑΠ 666/2001, ΑΠ 1982/2001, ΑΠ 592/2001, ΑΠ 492/2003, ΑΠ 114/2004 κ.ά.). Τέλος, συναυτουργός του εγκλήματος αυτού είναι αυτός που έχει την συγκατοχή του ιδιοποιουμένου πράγματος (βλ. ΑΠ 765/2000, ΑΠ 115/2004, ΑΠ 1317/2001 κ.ά.) χωρίς να απαιτούνται να αναφέρονται οι επί μέρους ενέργειες καθενός συναυτουργού (βλ. ΑΠ 637/2001, ΑΠ 1374/95). Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 § 1 περ. ε Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 692/2000, ΑΠ 725/2000, ΑΠ 1336/2005, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 1128/2002, ΑΠ 1151/2006 κ.ά.). Τ΄ανωτέρω, όταν το συμβούλιο κατ΄επιτρεπτή καθολική αναφορά (=υιοθέτηση) στην πρόταση του οικείου εισαγγελέα (βλ. ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1390/2001, ΑΠ 2253/2002, ΑΠ 1401/2003, κ.ά.), αρκεί να περιέχονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση. ΄Όμως δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως, επομένως ούτε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1880/2005 στο τέλος, ΑΠ 2405/2003 κ.ά.) ούτε η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών μέσων (βλ. ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.), ούτε η παράλειψη μνείας ποιό βαρύνει περισσότερο (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 1234/98 κ.ά.). Να τονισθεί ότι ο ΄Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο -τρίτου βαθμού- ουσίας αλλά ελέγχει τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος στα πλαίσια του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης και δεν μπορεί να εισέλθει στη διαπίστωση και στην εκτίμηση των πορισμάτων της αποδεικτικής διαδικασίας, τα οποία κρίνει κυριαρχικά έτσι το συμβούλιο (βλ. ΑΠ 455/2003, ΑΠ 1308/80, ΑΠ 1274/94, ΑΠ 1999/2002 κ.ά.). ΙΙΙ) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην υιοθετουμένη υπ΄αυτού εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ΄είδος αποδεικτικών μέσων και δη "συγκεκριμένα από τις ένορκες και χωρίς όρκο καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των εκκαλούντων προέκυψαν τα εξής: Οι εκκαλούντες, ενεργούντες ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... -ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" συνήψαν με την ανώνυμη ελληνική εταιρία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής την από 17.2.1997 σύμβαση πρακτόρευσης, με βάση την οποία οι εκκαλούντες μεσολαβούσαν, έναντι προμήθειας, για την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους στους κλάδους αυτοκινήτων, πυρός, γεωργικών μηχανημάτων, μεταφορών, σκαφών διαφόρων ατυχημάτων κλπ. στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", εισπράττοντας για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, τα οποία είχαν υποχρέωση να αποδώσουν στην εν λόγω εταιρία εντός διμήνου από την είσπραξη τους, τις δε προμήθειές τους από την σύναψη των πιο πάνω ασφαλιστικών συμβάσεων θα τις εισέπρατταν μετά την καταβολή των ασφαλίστρων προς την εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε". Μετά από διαχειριστικό έλεγχο που πραγματοποίησε η τελευταία για την χρονική περίοδο από 17.2.1997 έως 30.9.2001 διαπιστώθηκε ότι οι εκκαλούντες είχαν εισπράξει από διάφορους ασφαλισμένους για λογαριασμό της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." το ποσό των 1.077.000 ευρώ, το οποίο δεν είχαν αποδώσει στην εταιρία αυτή. Την 16.1.2002 υπεγράφη μεταξύ του 1ου εκκαλούντα, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ".... - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α. Ε.", που εκπροσωπούσε ο διευθύνων σύμβουλος ..... και του Χ1 ως εγγυητή σύμφωνο λογαριασμού - αναγνώρισης χρέους, με το οποίο ο 1ος εκκαλών ανεγνώρισε και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ότι η από αυτόν εκπροσωπούμενη εταιρία όφειλε στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." το ποσό των 1.077.100 ευρώ, που προερχόταν από ασφάλιστρα πελατών, τα οποία είχε εισπράξει η εταιρία των εκκαλούντων κατά την διαχειριστική περίοδο 17.1.1997 έως 30.9.2001 και δεν είχε αποδώσει στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", συμφωνήθηκε δε το ποσό αυτό, πλέον τόκων υπερημερίας ύψους 91.450 ευρώ και συνολικά 1.168. 550 ευρώ να εξοφληθεί σε μία δόση η οποία θα καταβαλλόταν την 30.6.2002. Προς εξασφάλιση της καταβολής του πιο πάνω ποσού ο Ψ1, ως εγγυητής, εξέδωσε την υπ΄αριθ. ..... επιταγή από τον υπ΄αριθ. ..... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ με ημερομηνία έκδοσης 30.6.2002 σε διαταγή της εταιρίας "......-ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ", την οποία οπισθογράφησε ο 1ος εκκαλών και παρέδωσε στον εκπρόσωπο της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.". Την 30.7.2002 η τελευταία επέδωσε με τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας Γ. Τραπεζανλίδη προς την εταιρία "..... - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε." την από 26.7.2002 εξώδικη καταγγελία της, με την οποία κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης, λόγω του ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή η πιο πάνω οφειλέτης εταιρία δεν είχε καταβάλει το πιο πάνω ποσό και την καλούσε να παύσει να την εκπροσωπεί πλέον. 'Όπως αναφέρεται στην από 30.4.2003 μήνυση της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με βάση την οποία ασκήθηκε η συγκεκριμένη ποινική δίωξη κατά των εκκαλούντων, μετά την τελική εκκαθάριση, αφού υπολογίσθηκαν τα ποσά των ακυρωθέντων συμβολαίων και οι προμήθειες που δικαιούνταν η εταιρία των εκκαλούντων το τελικό ποσό της οφειλής της τελευταίας διαμορφώθηκε στο ύψος των 1.028.432,35 ευρώ. Με την υπ΄αριθ. 467/2004 διάταξη της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθήνας διενεργήθηκε από τον πραγματογνώμονα ......, λογιστή, λογιστική πραγματογνωμοσύνη, στο πόρισμα της οποίας αναφέρεται ότι δεν υφίσταται χρέος της εταιρίας "...... -ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε." προς την εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", αντιθέτως δε παρουσιάζεται πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της "..... -ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε." ποσού 649.886,49 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Όπως όμως αναφέρεται στο περιεχόμενο της πιο πάνω από 29.3.2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη παρουσιάζει ατέλειες, δεδομένου ότι δεν τέθηκαν υπόψη του πραγματογνώμονα όλα τα στοιχεία, τα οποία αφορούσαν το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω του όγκου τους και της παλαιότητας τους και για τον λόγο αυτό η πραγματογνωμοσύνη στηρίχθηκε σε στοιχεία που αφορούσαν τα έτη 2002 και 2003, ενώ το επίδικο χρονικό διάστημα είναι από 17.2.1997 έως 30.9.2001. Επομένως η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη δεν αντικατοπτρίζει ^την πραγματικότητα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης. Ο 1ος εκκαλών στην από 24.5.2004 απολογία του αναφέρει ότι διάφορα ποσά που αντιστοιχούν σε προμήθειες που δεν έχουν πιστωθεί, σε ζημίες τρίτων που βάρυναν την μηνύτρια εταιρία, αλλά κάλυψε ο ίδιος, σε απαιτήσεις σε βάρος τρίτων, σε δικαστικά έξοδα σε απώλεια ασφαλίστρων και σε ποσά επιταγών που παρέδωσε ο ίδιος στην μηνύτρια και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 800.132 ευρώ θα πρέπει να αφαιρεθούν από εκείνο των 1.028.422,35 ευρώ, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αναπόδεικτος, εφόσον δεν προσήγαγε, ούτε επικαλέστηκε κάποιο έγγραφο που να τον αποδεικνύει και επί πλέον έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του από 16.1.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους. Ο 2ος εκκαλών στην από 24.5.2004 απολογία του και στο από 28.4.2004 απολογη7ΐκό του υπόμνημα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν ασκούσε ουσιαστική διαχείριση στην εταιρία "..... - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε.", αλλά αυτός κρίνεται αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει τόσο από το υπ΄αριθ. 1587/5.5.94 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), όπου είχε διοριστεί μόνος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής, όσο και από υπ΄αριθ. 1315/29.3.1996 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) ο εν λόγω εκκαλών ορίστηκε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρίας μαζί με τον 1ο εκκαλούντα. Από τα όσα μέχρι εδώ αναπτύχθηκαν προκύπτει ότι οι εκκαλούντες τέλεσαν την πράξη της υπεξαίρεσης του ποσού των 1.028.422,35 ευρώ σε βάρος της μηνύτριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", από κοινού, όχι όμως κατ' εξακολούθηση, αλλά άπαξ, αφού την βούληση τους προς την παράνομη ιδιοποίηση του εν λόγω ποσού εξεδήλωσαν την 30.6.2002, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η προθεσμία προς εξόφληση του ποσού αυτού στην μηνύτρια εταιρία, το οποίο δεν καταβλήθηκε, ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε η συγκεκριμένη υποχρέωση τους, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.1997 έως 30.9.2001. Θα πρέπει, κατά συνέπεια να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμες και να επιδικαστούν τα ανάλογα έξοδα σε βάρος τους, αφού προηγουμένως μεταρρυθμιστεί το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (σελ. 1 και 2 13ου φύλλου) ως εξής: "...Στην Αθήνα την 30.6.2002 από κοινού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα..." και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις λοιπές του διατάξεις". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει όντως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει σαφώς και με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων ως συναυτουργός, τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυψαν αυτά και τις σκέψεις που οδήγησαν στην ύπαρξη των αποχρωσών ενδείξεων ενοχής αυτού, που απαιτούνται για την παραπομπή του. Ειδικώτερα δε σαφώς δέχεται ότι τα ιδιοποιηθέντα ξένα (γι΄αυτόν) χρήματα περιήλθαν (και) σ΄αυτόν και δη στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως συνεκπροσώπου -συνδιαχειριστή της εταιρείας που ενεργούσε δυνάμει συμβάσεως ως ασφαλιστικός πράκτορας. Επομένως δεν χρειάζεται να αναφέρει, πολλώ μάλλον να αιτιολογεί, ότι περιήλθαν στην προσωπική του κατοχή, το αντίθετο μάλιστα δεν μπορεί να αιτιολογηθεί, χωρίς την άνω ιδιότητά του -ο δε ισχυρισμός του ότι ενεργούσε τις εταιρικές υποθέσεις ο συγκατηγορούμενος του ανάγεται σε αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του προσβαλλομένου βουλεύματος. Επίσης με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά δέχεται ανελέγκτως ότι η ιδιοποίηση και δη η πρόθεση αυτής (κατά τον αναιρεσείοντα) εκδηλώθηκε στις 30-6-2002 ημερομηνία που έληγε η προθεσμία προς εξώφληση του εισπραχθέντος για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας ποσού με την άρνηση αποδόσεως και συνεπώς κατακρατήσεως δι΄ίδιον λογαριασμό αυτού -χωρίς μάλιστα ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι η μη απόδοση οφείλεται σε κάποιο νόμιμο λόγο και δη ισχυρισθέντα και αποδειχθέντα. Ο ισχυρισμός αυτού ότι η αναγνώριση του χρέους έγινε από μόνο τον συγκατηγορούμενό του, δεδομένου ότι αφού ο τελευταίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρείας δεν ήταν αποκλειστικός εκπρόσωπος-διαχειριστής αυτής αλλά συνεκπρόσωπος και συνδιαχειριστής και αυτός (ο αναιρεσείων) που ενεργούσαν από κοινού, έρχεται σε αντίθεση προς τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και δη στο από 16-1-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό (όπου μάλιστα γίνεται ειδική μνεία ότι ο συγκατηγορούμενός του είχε και την δική του εξουσιοδότηση -πρ.βλ. επικυρούμενο βούλευμα 8ο φύλλο). Τέλος, περιέχει σαφώς, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά το υλικό αντικείμενο της πράξης, το οποίο και ορίζει σαφώς στο ποσό 1.028.422,35 ευρώ και αποκρούει αιτιολογημένα για ποιό λόγο δεν παρέχει αξιοπιστία η διεξαχθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη (την οποία έτσι σαφέστατα καταφαίνεται, αν και δε την αναφέρει ειδικά στην αρχή του σκεπτικού ότι εκτίμησε). Καθίσταται πρόδηλον ότι η προβαλλόμενη έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας -και όπως προβάλλεται- ανάγεται αφενός μεν σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται αναιρετικά και αφετέρου σε ελλείψεις που δεν έχει -και δεν απαιτούνται- το προσβαλλόμενο βούλευμα. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 130/2006 αίτηση αναίρεσης του Χ2 κατά του υπ΄αριθμ. 586/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 12 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά τους Ν. 1408/1996 και 2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει μία από τις ειδικές και περιοριστικά στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής νοείται αυτός που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέα, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως τούτου, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχειρίσεως "εν τοις πράγμασι". Στην κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι το χρήμα, να το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας όταν παρακρατά και ιδιοποιείται τα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, που εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρίας στα πλαίσια συμβάσεως πρακτορίας, που έχει καταρτίσει με αυτήν, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι αμοιβής (προμήθειας), να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εταιρίας αυτής και τρίτων και να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα. Τούτο διότι, με βάση της σύμβαση αυτή, ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας της ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως, ήτοι νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος των συμπραττόντων. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, δεν είναι δε αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία, οπότε η αναφορά αυτή είναι επιβεβλημένη. Ειδικότερα, επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στη συγκατοχή των πλειόνων δραστών οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών. ΙΙ. Το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο, τα ως άνω περιστατικά ή κατά την ανάπτυξη αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε μεταξύ τους, στην αιτιολογία που τα περιέχει, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 586/2006 βούλευμα του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και εκείνη του Χ1 κατά του 3141/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι εν λόγω εκκαλούντες, λόγω σοβαρών ενδείξεων, στο ακροατήριο του Τριμελούς για Κακουργήματα Εφετείου Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατά συναυτουργίαν. Δέχθηκε, ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα εκεί μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, εκ των οποίων η λογιστική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από τον Ανακριτή, αν και δεν αναφέρεται μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, ρητώς αξιολογείται στην αιτιολογία του βουλεύματος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι εκκαλούντες, ενεργούντες ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... -ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" συνήψαν με την ανώνυμη ελληνική εταιρία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής την από 17.2.1997 σύμβαση πρακτόρευσης, με βάση την οποία οι εκκαλούντες μεσολαβούσαν, έναντι προμήθειας, για την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους στους κλάδους αυτοκινήτων, πυρός, γεωργικών μηχανημάτων, μεταφορών, σκαφών, διαφόρων ατυχημάτων κλπ. στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", εισπράττοντας για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, τα οποία είχαν υποχρέωση να αποδώσουν στην εν λόγω εταιρία εντός διμήνου από την είσπραξη τους, τις δε προμήθειές τους από την σύναψη των πιο πάνω ασφαλιστικών συμβάσεων θα τις εισέπρατταν μετά την καταβολή των ασφαλίστρων προς την εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε". Μετά από διαχειριστικό έλεγχο που πραγματοποίησε η τελευταία για την χρονική περίοδο από 17.2.1997 έως 30.9.2001 διαπιστώθηκε ότι οι εκκαλούντες είχαν εισπράξει από διάφορους ασφαλισμένους για λογαριασμό της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." το ποσό των 1.077.000 ευρώ, το οποίο δεν είχαν αποδώσει στην εταιρία αυτή. Την 16.1.2002 υπεγράφη μεταξύ του 1ου εκκαλούντα, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "..... - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α. Ε.", που εκπροσωπούσε ο διευθύνων σύμβουλος ..... και του Ψ1 ως εγγυητή σύμφωνο λογαριασμού - αναγνώρισης χρέους, με το οποίο ο 1ος εκκαλών ανεγνώρισε και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ότι η από αυτόν εκπροσωπούμενη εταιρία όφειλε στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." το ποσό των 1.077.100 ευρώ, που προερχόταν από ασφάλιστρα πελατών, τα οποία είχε εισπράξει η εταιρία των εκκαλούντων κατά την διαχειριστική περίοδο 17.1.1997 έως 30.9.2001 και δεν είχε αποδώσει στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", συμφωνήθηκε δε το ποσό αυτό, πλέον τόκων υπερημερίας ύψους 91.450 ευρώ και συνολικά 1.168. 550 ευρώ να εξοφληθεί σε μία δόση η οποία θα καταβαλλόταν την 30.6.2002. Προς εξασφάλιση της καταβολής του πιο πάνω ποσού ο Ψ1, ως εγγυητής, εξέδωσε την υπ΄αριθ. .... επιταγή από τον υπ΄αριθ. 031-008-048944061 τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ με ημερομηνία έκδοσης 30.6.2002 σε διαταγή της εταιρίας "......-ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ", την οποία οπισθογράφησε ο 1ος εκκαλών και παρέδωσε στον εκπρόσωπο της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.". Την 30.7.2002 η τελευταία επέδωσε με τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας Γ. Τραπεζανλίδη προς την εταιρία "...... - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε." την από 26.7.2002 εξώδικη καταγγελία της, με την οποία κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης, λόγω του ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή η πιο πάνω οφειλέτης εταιρία δεν είχε καταβάλει το πιο πάνω ποσό και την καλούσε να παύσει να την εκπροσωπεί πλέον. 'Όπως αναφέρεται στην από 30.4.2003 μήνυση της εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με βάση την οποία ασκήθηκε η συγκεκριμένη ποινική δίωξη κατά των εκκαλούντων, μετά την τελική εκκαθάριση, αφού υπολογίσθηκαν τα ποσά των ακυρωθέντων συμβολαίων και οι προμήθειες που δικαιούνταν η εταιρία των εκκαλούντων το τελικό ποσό της οφειλής της τελευταίας διαμορφώθηκε στο ύψος των 1.028.432,35 ευρώ. Με την υπ΄αριθ. 467/2004 διάταξη της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθήνας διενεργήθηκε από τον πραγματογνώμονα ..... , λογιστή, λογιστική πραγματογνωμοσύνη, στο πόρισμα της οποίας αναφέρεται ότι δεν υφίσταται χρέος της εταιρίας "....... -ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε." προς την εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", αντιθέτως δε παρουσιάζεται πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της "...... -ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε." ποσού 649.886,49 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Όπως όμως αναφέρεται στο περιεχόμενο της πιο πάνω από 29.3.2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη παρουσιάζει ατέλειες, δεδομένου ότι δεν τέθηκαν υπόψη του πραγματογνώμονα όλα τα στοιχεία, τα οποία αφορούσαν το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω του όγκου τους και της παλαιότητας τους και για τον λόγο αυτό η πραγματογνωμοσύνη στηρίχθηκε σε στοιχεία που αφορούσαν τα έτη 2002 και 2003, ενώ το επίδικο χρονικό διάστημα είναι από 17.2.1997 έως 30.9.2001. Επομένως η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης. Ο 1ος εκκαλών στην από 24.5.2004 απολογία του αναφέρει ότι διάφορα ποσά που αντιστοιχούν σε προμήθειες που δεν έχουν πιστωθεί, σε ζημίες τρίτων που βάρυναν την μηνύτρια εταιρία, αλλά κάλυψε ο ίδιος, σε απαιτήσεις σε βάρος τρίτων, σε δικαστικά έξοδα σε απώλεια ασφαλίστρων και σε ποσά επιταγών που παρέδωσε ο ίδιος στην μηνύτρια και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 800.132 ευρώ θα πρέπει να αφαιρεθούν από εκείνο των 1.028.422,35 ευρώ, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αναπόδεικτος, εφόσον δεν προσήγαγε, ούτε επικαλέστηκε κάποιο έγγραφο που να τον αποδεικνύει και επί πλέον έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του από 16.1.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους. Ο 2ος εκκαλών στην από 24.5.2004 απολογία του και στο από 28.4.2004 απολογητικό του υπόμνημα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν ασκούσε ουσιαστική διαχείριση στην εταιρία "..... - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Ε.Π.Ε.", αλλά αυτός κρίνεται αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει τόσο από το υπ΄αριθ. 1587/5.5.94 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), όπου είχε διοριστεί μόνος εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής, όσο και από υπ΄αριθ. 1315/29.3.1996 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) ο εν λόγω εκκαλών ορίστηκε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρίας μαζί με τον 1ο εκκαλούντα. Από τα όσα μέχρι εδώ αναπτύχθηκαν προκύπτει ότι οι εκκαλούντες τέλεσαν την πράξη της υπεξαίρεσης του ποσού των 1.028.422,35 ευρώ σε βάρος της μηνύτριας εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", από κοινού, όχι όμως κατ' εξακολούθηση, αλλά άπαξ, αφού την βούληση τους προς την παράνομη ιδιοποίηση του εν λόγω ποσού εξεδήλωσαν την 30.6.2002, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η προθεσμία προς εξόφληση του ποσού αυτού στην μηνύτρια εταιρία, το οποίο δεν καταβλήθηκε, ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε η συγκεκριμένη υποχρέωση τους, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.1997 έως 30.9.2001. Πρέπει, κατά συνέπεια να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμες, αφού μεταρρυθμιστεί το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος (σελ. 1 και 2 13ου φύλλου) ως εξής: "...Στην Αθήνα την 30.6.2002 από κοινού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα..." και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις λοιπές του διατάξεις". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο των Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, για τον αναιρεσείοντα που επί του προκειμένου ενδιαφέρει, την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ανερχομένης στο ποσό των 1.028.422,35 ευρώ, το οποίο είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και διαλαμβάνει τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά συνιστούν σοβαρές ενδείξεις παραπομπής στο ακροατήριο του αναιρεσείοντος για το ανωτέρω έγκλημα, προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1, 2 και 45 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρει το βούλευμα ευθέως την αιτία ως εκ της οποίας ο αναιρεσείων και ο συναυτουργός του είχαν τη διαχείριση της περιουσίας της ασφαλιστικής εταιρίας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. (ως συνδιαχειριστές της αντισυμβαλλομένης της στη σύμβαση πρακτορίας ....... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ). Αναφέρει, επίσης, ότι ο αναιρεσείων και ο συναυτουργός του εισέπραξαν για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας τα καταβληθέντα από τους πελάτες της ασφάλιστρα και δεν τα απέδωσαν σ' εκείνη, δεχόμενο έτσι συγκατοχή του αναιρεσείοντος επί των αντιστοίχων χρηματικών ποσών, παραδοχές οι οποίες αρκούν για την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαιρέσεως που του αποδίδεται. Περαιτέρω, αρκούντως αιτιολογείται, με την τελευταία ως άνω παραδοχή, η κοινή συμμετοχική δράση και ο κοινός δόλος των συναυτουργών και προσδιορίζεται με σαφήνεια το υλικό αντικείμενο της πράξεως στο ποσό των 1.028.422,35 ευρώ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα α) ενόψει του ότι στην υπόψη περίπτωση, κατά τη σχετική παραδοχή του βουλεύματος, ο δόλος των συναυτουργών ήταν άμεσος και όχι ενδεχόμενος, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη γι' αυτήν αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που έγιναν δεκτά και διαλαμβάνεται αιτιολογία περί αυτού στην αιτιολογία του βουλεύματος για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος και του συναυτουργού του, β) δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, να παρατίθενται τα στοιχεία, από τα οποία προέκυψε το ποσό των υπεξαιρεθέντων ασφαλίστρων, ούτε να αναφέρεται το συμφωνηθέν ποσοστό προμήθειας της ..... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ, αρκούντος του προσδιορισμού του υπεξαιρεθέντος ποσού, μετ' αφαίρεση και του ποσού των προμηθειών, στο απομείναν υπόλοιπο των 1.028,35 ευρώ, γ) αιτιολογημένα αποκρούεται η αξιοπιστία του πορίσματος της διεξαχθείσης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, απόκρουση μετά την οποία δεν χρειαζόταν άλλη περαιτέρω αιτιολογία εις αντίκρουση των παραδοχών της πραγματογνωμοσύνης αυτής και δη του, κατ' αυτήν, αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού των 649.886,49 ευρώ και αν αυτό αφαιρέθηκε ή όχι από τα οφειλόμενα και δ) το ποσό των υπεξαιρεθέντων ασφαλίστρων, οφείλετο, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, και προς της χρονολογίας (16.1.2002), κατά την οποία ο ανωτέρω Χ1 συμφώνησε για λογαριασμό την ..... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ την απόδοσή του στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. και επομένως, στα πλαίσια της προκειμένης ποινικής διαδικασίας, είναι αδιάφορο αν εγκύρως ή ακύρως συνεβλήθη στη συμφωνία αυτή μόνον ο ένας εκ των δύο διαχειριστών της ..... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΕ, δηλαδή ο ανωτέρω Χ1 και όχι και ο αναιρεσείων, ενώ, εξάλλου, η κρίση του Συμβουλίου για το χρονικό σημείο που εκδηλώθηκε η πρόθεση ιδιοποιήσεως (30-6-2002) είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, την υπό του Συμβουλίου εκτίμηση της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς επίσης ανέλεγκτη. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠοινΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως, συνακολούθως δε να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ2, περί αναιρέσεως του 586/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ