Αριθμός 804/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη-Κοσμά Βασιλακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 974/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Αυγούστου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1489/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1,5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μή αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 975/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου που την εξέδωσε, σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα λεπτομερώς αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Η αναιρεσείουσα, στη ..., την 30-9-1998, διατηρούσα ξενοδοχείο ΑΜ .... 1) παρακράτησε και δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών που απασχόλησε ως εργοδότρια, οι οποίες παρακρατήθηκαν απ' αυτό με σκοπό να αποδοθούν στο ΙΚΑ και βαρύνουν τους ασφαλισμένους για το χρονικό διάστημα από 4/98-9/98 και ΔΠ/98 ανερχόμενα σε 2.781.133 δρχ. ή 8161,80 ευρώ, 2) δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν την ίδια, για το ίδιο όπως ανωτέρω χρονικό διάστημα και ανέρχονται στο ποσό των 5.562.267 δρχ. ή 16323,60 ευρώ (ΠΕΕ 1378/99)........". Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για παράβαση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967, με χρόνο τελέσεως την 30-9-1998. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές πλημμελειοδικείο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται η θέση της αναιρεσείουσας στην επιχείρηση ξενοδοχείου και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή της να παρακρατήσει τις ένδικες εισφορές και να αποδώσει αυτές, μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές, στο ΙΚΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της μηνυτρίας 342/24-4-2002 αναφοράς του ΙΚΑ ... που περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα κατά τη δευτεροβάθμια δίκη έγγραφα (δια της αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτόδικης και των σ' αυτά εγγράφων, στα οποία και η αναφορά αυτή), η ανωτέρω επιχείρηση ξενοδοχείου (...) λειτουργούσε με εταιρική μορφή. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 και 511 ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του καταδικασθέντος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, που είναι πλημμελήματα (άρθρα 12, 18 ΠΚ, 1 ΑΝ 86/1967), φέρονται ότι τελέσθηκαν την 30-9-1998, χρονολογίας από της οποίας, μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως την 24-1-2007, συμπληρώθηκε η ως άνω οκταετία της παραγραφής, με την οποία εξαλείφθηκε το αξιόποινο. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε ανωτέρω και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας για τις ως άνω πράξεις, λόγω παραγραφής, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 974/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ως προς την καταδικαστική της διάταξη. Και, Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της ... για τις πράξεις της μή καταβολής εργοδοτικών και της παρακρατήσεως εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτήν στη ..., την 30-9-1998. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ