Αριθμός 1278/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο- Δημήτριο Τσώχο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51-52/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Πλάτων Νιάδης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 849/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής, έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Τέλος από το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 258γ' του ΠΚ άμεσα ζημιούμενος από την παραπάνω πράξη και δικαιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι εκείνος ο οποίος υπέστη ή πρόκειται να υποστεί τις έννομες συνέπειες αυτού του εγκλήματος. Στη προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά παραδεκτή επισκόπηση τούτων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης οι Κωνσταντίνος Γ. Χατζηγιαννάκης και Μάριος Καργιώτης δικηγόροι Θεσσαλονίκης και δήλωσαν ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ............. πρακτικού Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς ΄Εκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), είναι εκπρόσωποι και πληρεξούσιοι δικηγόροι της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η οποία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά των κατηγορουμένων, για χρηματική ικανοποίηση 50 ευρώ, με επιφύλαξη λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η εταιρία από τη μείωση της φήμης της και την προσβολή της εμπορικής της αξιοπιστίας, προσκόμισαν δε στο Δικαστήριο εκείνο το πρακτικό της υπ' αρ. 18 Συνεδρίασης του Δ.Σ. της ΔΕΘ της 2ας Δεκεμβρίου 2004. Το δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ. 308/2005 απόφασή του, χωρίς αντίρρηση για την ως άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, για τα ως άνω εγκλήματα και τον υποχρέωσε να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 50 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου όπου είχε αχθεί, κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, πριν αρχίσει ακόμη η αποδεικτική διαδικασία, οι ανωτέρω δικηγόροι, επανέλαβαν τη δήλωση ότι παρίστανται ως πληρεξούσιοι εκπρόσωποι της πολιτικώς ενάγουσας ΔΕΘ, σύμφωνα με το υπ' αριθμ............. πρακτικό και δήλωσαν ότι παρίστανται οι ίδιοι αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους και ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της ίδιας (ΔΕΘ Α.Ε.) αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη που προκάλεσαν σ' αυτή οι κρινόμενες πράξεις, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό με επιφύλαξη (50 ευρώ). Το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι είναι αβάσιμη "αφού από μεν την πρωτόδικη απόφαση προέκυψε η νόμιμη παράσταση (των δικηγόρων) της με τις ως άνω ιδιότητές τους και δη (ως εκπρόσωποι και δικηγόροι της μηνύτριας εταιρίας), εξουσίας που είχαν αποκτήσει με το υπ' αριθμ. .......... πρακτικό.......αλλά και γιατί ο Πρόεδρος της μηνύτριας εταιρίας εμφανίσθηκε στο στάδιο της ανακρίσεως και δήλωσε ως εκπρόσωπός της ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα η μηνύτρια για ποσό 50 ευρώ, καθόσον από την υπ' αριθμ. 14/4-4-2002 απόφαση του Δ.Σ. της μηνύτριας που αναγνώσθηκε προκύπτει ότι η τελευταία είχε παράσχει την εξουσία στον ανωτέρω για την υποβολή της μήνυσης και τη δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής", δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, σαφώς κατά τη συνολική της εκτίμηση και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί η ΔΕΘ από τα ως άνω εις βάρος της εγκλήματα του κατηγορουμένου το ποσό που είχε ζητηθεί. Ενόψει αυτών η πολιτικώς ενάγουσα δεν παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών, το οποίο, κατ' εκτίμηση, αναφέρεται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως της πολιτικώς ενάγουσας από τα ως άνω φυσικά πρόσωπα που προέβησαν στη δήλωση παραστάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού όπως προαναφέρθηκε απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν η αιτίαση αναφέρεται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως από τον εμφανισθέντα ως εκπρόσωπο, κατά το μέρος δε που αναφέρονται σε παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, μόνο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την οποία δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 Α του ΚΠΔ, όχι όμως και όταν τέτοια παράσταση γίνεται στη προδικασία. Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι δεν ήταν σύννομη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που έγινε από τον τότε πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εγκαλούσης "ΔΕΘ Α.Ε." ........ κατά το στάδιο της προδικασίας βάσει της 14/2/4-4-2002 απόφασης της, απαραδέκτως προβάλλεται, λόγω παρανόμου παράστασης της πολιτικώς εναγούσης στην προδικασία και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α).....β)......γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Μετά την αντικατάσταση της τελευταίας ως άνω περιπτώσεως γ' με το άρθρο 14 παρ. 5 περ. β' του Ν. 2721/1999,η οποία εισάγει ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση, αφού αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, η υπεξαίρεση στην υπηρεσία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, "αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από αυτή τη διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) το οποίο ο υπάλληλος και κατά την έννοια του άρθρου 263 Α ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα έστω κι αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται ύπαρξη δόλου του δράστη η οποία συνίσταται εις το ότι αυτός γνωρίζει ότι το πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό με την υπαλληλική του ιδιότητα και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ως ιδιαίτερα δε τεχνάσματα νοούνται ενέργειες και παραλείψεις του υπαλλήλου για την επίτευξη ή συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως επί διαχειρίσεως χρημάτων τρίτου, όπου τηρούνται έγγραφα και παραστατικά και ασκείται έλεγχος της ορθότητας εκείνης, οι ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών, η έκδοση. Εξ άλλου κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.... Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου ΠΚ, αν ο υπαίτιος των πράξεων των παραγράφων 1 και 2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 51-52/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε, ότι (από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και δη: 1) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα αντικείμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 2) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και 3)της υπεξαγωγής εγγράφων από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος εργαζόταν από το έτος 1981 ως υπάλληλος σε διάφορες θέσεις (αποθηκάριος υπάλληλος φύλαξης κλπ) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ" της οποίας το σύνολο των μετοχών ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Από το έτος 1987 εργαζόταν ως υπεύθυνος του υπογείου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων του συνεδριακού κέντρου "............". Στα καθήκοντα του κατηγορουμένου ανήκαν μεταξύ των άλλων 1) η είσπραξη του αντιτίμου στάθμευσης 2) η συγκέντρωση των εισπράξεων από όλους τους υπαλλήλους του χώρου στάθμευσης και 3) η προσκόμιση όλων των εισπράξεων μαζί με τις αντίστοιχες αποδείξεις στην Οικονομική υπηρεσία της ανωτέρω εταιρείας. Κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του έτους 1999 μέχρι 31-01-2002 ο κατηγορούμενος, αφού εκμεταλλεύτηκε την παραπάνω θέση του, που του εμπιστεύθηκε η υπηρεσία του, και αφού χρησιμοποίησε ιδιαίτερα τεχνάσματα, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 49.696.555 δραχμών, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της προαναφερομένης ιδιότητάς του. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ1 α) καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (Ιούνιος 1999 μέχρι 31-01-2002) δεν απέδιδε, ως όφειλε, στο κεντρικό ταμείο το συνολικό ποσό των εισπράξεων κάθε ημέρας, αλλά μέρος αυτών με "έναντι καταβολές", το δε ανείσπρακτο μέρος των εσόδων εμφανιζόταν λογιστικά ως εναντίον του απαίτηση στο λογαριασμό των πελατών ............., με αποτέλεσμα και ύστερα από σχετικό διαχειριστικό έλεγχο που διενεργήθηκε να προκύψει ότι αυτό ανερχόταν στις 31-01-2002 στο συνολικό ποσό των 21.910.206 δραχμών, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα. β) Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (Ιούνιος 1999 μέχρι 31-01-2002) με πρόθεση προέβαινε σε αθροιστικά λάθη κατά την άθροιση των ποσών του συνόλου των παραδιδομένων απ' αυτόν στην Οικονομική Υπηρεσία αποδείξεων, με αποτέλεσμα να μην αποδίδει στο κεντρικό ταμείο και να ιδιοποιηθεί παράνομα τη διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό ποσό που έπρεπε να αποδώσει και αυτού που εσφαλμένα εμφάνιζε, ποσό το οποίο ανερχόταν στις 31-01-2002 σε 6.269.949 δραχμές, γ) κατά το χρονικό διάστημα από 01-12-1999 έως 01-10-2001 απέκρυψε και δεν παρέδωσε στο Κεντρικό ταμείο τα αντίτυπα ροζ-χρώματος, όπως ήταν υποχρεωμένος από 339 συνολικά αποδείξεις είσπραξης του αντιτίμου στάθμευσης αυτοκινήτων, όπως αυτές (αποδείξεις), με λεπτομέρεια αναφέρονται στο διατακτικό, συνολικού ποσού 13.169.200 δραχμών, και δ) κατά το χρονικό διάστημα από 30-06-1999 έως 30-12-2001, νόθευσε ως προς το χρηματικό ποσό τα ροζ αντίτυπα 302 αποδείξεων είσπραξης του αντιτίμου στάθμευσης αυτοκινήτων, που παρέδιδε στο κεντρικό ταμείο και οι οποίες (αποδείξεις), αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση διέγραφε το αρχικό ποσό αυτών και στη θέση του ανέγραφε άλλο μικρότερο, με αποτέλεσμα να ιδιοποιείται παράνομα τη διαφορά μεταξύ αρχικού και ιδιοποιηθέντος ποσού. Με τον τρόπο αυτό δεν απέδωσε στο κεντρικό ταμείο της εταιρείας το συνολικό ποσό των 8.347.000 δραχμών, που ήταν και η επιδίωξή του. Αυτό προκύπτει αναλυτικά από τις αναφερόμενες αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης 302 αποδείξεις. Εκτός αυτών αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα με σκοπό με τη χρήση τους να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 30.06.1999 έως 30.12.2001 σε 302 αποδείξεις είσπραξης νόθευσε ως προς το σκοπό τα ροζ αντίτυπα αυτών. Ειδικότερα διέγραψε το αρχικό ποσό και στη θέση του ανέγραψε μικρότερο ποσό με σκοπό να παραπλανήσει τους διενεργούντες διαχειριστικό έλεγχο ως προς το αποδοτέο από αυτόν ποσό των εσόδων του χώρου στάθμευσης "..........." του οποίου ήταν υπεύθυνος κατά τον ανωτέρω ένδικο χρόνο, κατά τα προαναφερόμενα. Ωσαύτως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητά του, κατά το χρονικό διάστημα από 01-12-1999 μέχρι 01-10-2001 με πρόθεση υπεξήγαγε και δεν παρέδωσε στο κεντρικό ταμείο 1) τα αντίτυπα, ροζ χρώματος-339 αποδείξεων, οι οποίες εντοπίστηκαν κατά τον έλεγχο, που πραγματοποιήθηκε στο τρίτο αντίτυπο-κίτρινου χρώματος ενώ ήταν υποχρεωμένος να τις παραδώσει στο Κεντρικό ταμείο με τα έσοδα που αντιστοιχούσαν σ' αυτές, και 2) κατά το χρονικό διάστημα από 15-06-1999 έως 01-01-2002 με πρόθεση απέκρυψε τα αντίτυπα -ροζ και κίτρινου χρώματος- 348 αποδείξεων, οι οποίες αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, και οι οποίες αν και έλειπαν από την ενιαία και συνεχή αρίθμηση των αποδείξεων και δεν δηλώθηκαν ως άκυρες και ασυμπλήρωτες δεν εντοπίστηκε αντίτυπο αυτών, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να τις παραδώσει στο κεντρικό ταμείο μαζί με τα έσοδα, τα οποία αντιστοιχούσαν σ' αυτές. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ειδικότερα οι μάρτυρες κατηγορίας -υπάλληλοι της ανωτέρω εταιρείας κατέθεσαν, μεταξύ των άλλων, ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέδιδε τις ανωτέρω εισπράξεις, αλλά παρακρατούσε το ποσό αυτών, παρά τις σχετικές οχλήσεις των οργάνων της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, προσθέτοντας ότι πολλές αποδείξεις έλειπαν με υπαιτιότητα (πρόθεση) του κατηγορουμένου και τα στοιχεία άλλων είχαν παραποιηθεί από τον κατηγορούμενο, και ειδικά ως προς το ποσό αυτών, αφού ανεγράφετο μικρότερο με σκοπό να καρπώνεται αυτός το επιπλέον. Εκτός των μαρτύρων αυτών, για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ο ..........ορκωτός ελεγκτής λογιστής, ο οποίος διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο στην είσπραξη εσόδων του σταθμού αυτοκινήτων "............", του οποίου υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος. Μάλιστα ο εν λόγω μάρτυρας συνέταξε την από 25-02-2002 αιτιολογημένη έκθεση, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο και από την οποία με σαφήνεια προκύπτουν όλα τα ανωτέρω. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της συζύγου του κατηγορουμένου και την απολογία αυτού. Αντίθετα μάλιστα από την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος ενισχύονται τα ανωτέρω έμμεσα μεν αλλά κατά τρόπο σαφή αφού μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι ο σύζυγός της απέκτησε πάθος με το "ΣΤΟΙΧΗΜΑ-ΠΡΟΠΟ" και ξόδευε πολλά χρήματα και για το σκοπό αυτό καθυστερούσε καταβολές-αποδόσεις χρημάτων της Έκθεσης και ο ίδιος της είπε ότι "ο ........... τον πίεσε να βρούμε τα χρήματα και να τα επιστρέψουμε". Ο κατηγορούμενος με την απολογία του συνομολογεί την τέλεση των ανωτέρω πράξεων, αλλά αρνείται το ποσό της υπεξαίρεσης, αναβιβάζοντάς το όλως αβασίμως στο ποσό των 8.000.000 δραχμών ενώ ενώπιον των μαρτύρων της εταιρείας είχε δεχθεί ότι είναι υπαίτιος για την υπεξαίρεση του ως άνω ποσού ποσόν που κατηγορείται (βλ. μεταξύ άλλων τις καταθέσεις ........., ........., .........., ............). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ανωτέρω πράξεων και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής κατά τα ανωτέρω, και περί της ύλην αναρμοδιότητος του παρόντος Δικαστηρίου να δικάσει την ένδικη υπόθεση για το ότι η πρώτη πράξη φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος. Αυτό γιατί ο κατηγορούμενος κατηγορείται και για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρα 258 περ. γ', 263Α ΠΚ), η οποία φέρει τον χαρακτήρα του κακουργήματος και η τέλεση της αποδείχτηκε μάλιστα, κατά τα ανωτέρω". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 216 παρ, 1, 222, 258 περ. γ', 263 Α ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια και πλήρως αιτιολογημένες σκέψεις εκτίθενται όλες οι δόλιες ενέργειες και τα ιδιαίτερα τεχνάσματα, που ο αναιρεσείων με την προαναφερομένη ιδιότητα του ως υπαλλήλου της ΔΕΘ Α.Ε., χρησιμοποίησε για να ιδιοποιηθεί παράνομα και με αντίστοιχη βλάβη της τελευταίας, το ιδιαιτέρως μεγάλο χρηματικό ποσό που προαναφέρθηκε. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής νόμου είναι απορριπτέοι κατά το μέρος τους με το οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα ως αβάσιμοι, κατά το μέρος τους δε με το οποίο υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι. Τέλος ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένα επέβαλε ποινή καθείρξεως κατ' εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει αυτήν του άρθρου 263 Α σε συνδ. με το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 και εφόσον το υπεξαιρεθέν ποσό είναι κάτω των 50.000.000 δρχ. η πράξη του φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, είναι ενόψει όλων των προεκτεθέντων αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση πρέπει η κρινόμενη αναίρεση ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51-52/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 8 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ