Αριθμός 1143/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 405/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στα από 14 Νοεμβρίου 2006 και 4 Απριλίου 2007 δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452/2000. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος της και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση καταδικαστικής απόφασης. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Εάν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, εκτός άλλων περιπτώσεων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αόριστων και ασαφών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Επίσης δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ούτε και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο οι υπό στοιχ. Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' (και ήδη Η΄) του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, διότι η αυτεπάγγελτη έρευνα τούτων, που προβλέπεται από το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ιδρύεται όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία και όπου υπάρχει αιτιολογία, όταν αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν περιέχονται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έτσι αν υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ. ΑΠ 19/2001). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, για παράβαση εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, ιδρύεται όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Για να είναι δε ορισμένος και ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε και να αναφέρονται τα παραπάνω στοιχεία της εκ πλαγίου παράβασης της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (που εφαρμόσθηκε) καθώς και οι αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας συναφείς νομικές πλημμέλειες, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, διαφορετικά είναι αυτός αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 17-2-2006 αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσείων ...., πλήττει την με αριθμό 405/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό για λαθρεμπορία. Με το αναιρετήριο εζήτησε την αναίρεση της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, για τους εξής, κατά πιστή μεταφορά, λόγους, ήτοι: "1) Για έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και τους Νόμους επιβεβλημένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιτάσσει τόσο το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος, όσο και το άρθρο 139 ΚΠΔ και δη διότι δεν εκτίθενται εις την ανωτέρω απόφαση τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη το δικαστήριο και εξέδωσε την καταδικαστική του απόφαση, καθ' όσον εν αυτώ δεν αναφέρεται ειδικώς, σαφώς, ορισμένως και συγκεκριμένως εκ τίνος αποδείξεως επείσθη το δικαστήριο περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του αδικήματος για το οποίο κηρύχθηκα ένοχος και 2) Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση κακώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (510 § 1Ε ΚΠΔ), άλλως εκ πλαγίου παραβίασε αυτές, ενώ προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται η γνώση και η βούληση του αποτελέσματος, γεγονός, το οποίο δεν συνέβη εν προκειμένω. Με αυτό το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο πρώτος ως άνω λόγος αναίρεσης που δεν προσδιορίζει τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και σε τι συνίσταται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε ποια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται αυτές και ποια πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, δεν περιέχονται με πληρότητα σ'αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση). Αλλά και ο δεύτερος ως άνω λόγος αναίρεσης, όπως έχει διατυπωθεί, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, σε τι συνίσταται η παραβίαση της καθεμιάς απ' αυτές σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες ουδόλως αναφέρονται στο αναιρετήριο, ούτε τέλος οι ασάφειες ή αντιφάσεις που αναφέρεται ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο αιτιολογικό αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης), για να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου και να μην έχει εκ τούτων η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμη βάση. Συνεπώς οι παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αόριστοι και εκ τούτου απαράδεκτοι και σαν τέτοια πρέπει να απορριφθούν, καθώς και η αίτηση (πρέπει να απορριφθεί) στο σύνολό της. Επίσης πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα εμπρόθεσμα με τα από 14-11-2006 και 4-4-2007 δικόγραφά του, τα οποία κατατέθηκαν στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 14-11-2006 και 5-4-2007, αντιστοίχως. Απορριπτομένης της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 § 1 και 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-2-2006 αίτηση και τους από 14-11-2006 και 4-4-2007 προσθέτους λόγους του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 405/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ