Αριθμός 907/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού και 2. Ζ που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ 3572/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 και 27 Ιουλίου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1426/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 27 Ιουλίου 2006 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι αιτήσεις αναιρέσεως με αυτοτελές δικόγραφο από 27-7-2006 και 26-7-2006 του Ζ και Χ, αντίστοιχα, κατά της αυτής 3572/2006 αποφάσεως του κατ΄ έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν. Α.- Επί της αιτήσεως του Ζ. 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ΄ Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα δύο αποδεικτικά επιδόσεως με ημερομηνία 31-10-2006 προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του, του δικαστικού επιμελητή ... ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής προς συζήτηση της αναιρέσεως, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ΄ αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αυτού πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Β.- Επί της αιτήσεως του Χ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον Κ.Ποιν.Δ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη υπόθεση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 3572/2005 αποφάσεώς του τα εξής: " Στον ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-1996 έως 1-5-2001, ενώ ήταν οφειλέτες του Δημοσίου και τα χρέη τους κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση παραβίασαν την προθεσμία καταβολής των χρεών τους που ήταν βεβαιωμένα. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος τους στην ΔΥΟ Α΄ Πειραιά διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, ηθελημένα δεν κατέβαλαν α) ποσό 1.328.227.665 δρχ. που αφορά παρακρατούμενους φόρους και β) ποσό 1.654.428.435 δρχ. που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Οι κατηγορούμενοι είχαν, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης τους, την ιδιότητα των ομορρύθμων εταίρων της εταιρίας " ...Ο.Ε"...... Η οφειλή των κατηγορουμένων προέρχεται από μη καταβολή φόρου εισοδήματος, Φ.Π.Α, Κ.Β.Σ και τελών κυκλοφορίας των ετών 1996-2000. Για την οφειλή ποσού 8.705.459 ευρώ, οι κατηγορούμενοι άσκησαν προσφυγές ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και μετά την έκδοση των πρωτοδίκων αποφάσεων του Διοικητικού πρωτοδικείου Πειραιά, διαγράφηκαν κάποια ποσά και έμεινε οφειλόμενο ποσό 8.112.210 ευρώ.... Μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων, το σήμερα οφειλόμενο ποσό είναι 8.130.442 ευρώ. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το αρ. πρωτ. 10771/15-4-2006 έγγραφο της Α΄ΔΥΟ πειραιά, σύμφωνα με το οποίο "Από τις αναφερόμενες στον πίνακα χρεών εγγραφές έχουν ασκηθεί προσφυγές από τους κατηγορουμένους στα Διοικητικά Δικαστήρια". Το γενικό σύνολο των εγγραφών ανέρχεται στα 8.726.797,04 ευρώ. Μετά την έκδοση των πρωτοδίκων αποφάσεων το επίδικο ποσό διαμορφώνεται στα 8.112.210,14 ευρώ. Μετά δε τη διαγραφή τελών κυκλοφορίας δύο αυτοκινήτων, το υπόλοιπο διαμορφώνεται στα 18.232,54 ευρώ. Το δε γενικό σύνολο της οφειλής που υφίσταται μετά την έκδοση των αποφάσεων ανέρχεται στα 8.130.442,68 ευρώ....." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι "... Στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-1996 έως 1-5-2001 όντες οφειλέτες του Δημοσίου και ενώ τα χρέη τους κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασαν την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους τα 3.000.000 δρχ. ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά τα 4.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος τους, στη Δ.Ο.Υ. Α΄ Πειραιά, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, ηθελημένα δεν κατέβαλαν α) ποσό 8.130.442 ευρώ συνολικά, δηλαδή δεν κατέβαλαν εφάπαξ και σε συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησαν την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ....". Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό α) ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης των χρεών β) ποιο το ειδικότερο ύψος των χρεών από παρακρατούμενους, επιρριπτόμενους και λοιπούς φόρους ήταν καταβλητέο εφάπαξ και ποιο καταβλητέο σε δόσεις γ) ο χρόνος καταβολής των τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί του καταβαλλόμενου σε δόσεις και ο χρόνος του εφάπαξ καταβλητέου ποσού που ηθελημένα η αναιρεσείουσα φέρεται ότι δεν κατέβαλε δ) κατά τρόπο αντιφατικό αναφέρεται για όλο το ποσό των καθυστερούμενων χρεών παραβίαση πληρωμής συνεχών δόσεων και συγχρόνως φέρεται το άνω ποσό να καταβάλλεται εφάπαξ και να καθυστερεί η καταβολή του πέραν του διμήνου ε) ενώ γίνεται δεκτό ότι η πράξη τελέσθηκε με μία υλική ενέργεια, διαλαμβάνει ως χρόνο τελέσεως το χρονικό διάστημα από 30-5-1996 έως 1-5-2001 Έτσι, όμως, δημιουργείται ασάφεια διότι ο ακριβής χρόνος τελέσεως αφετηριάζει την παραγραφή της αξιόποινης πράξης για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1Δ του Κ.Ποιν.Δ, συναφείς δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρέλκει δε η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση τόσο ως προς τον παραπάνω αναιρεσείοντα, όσο, κατ' επέκταση, σύμφωνα με το άρθρο 469 παρ.1 ΚΠοινΔ και ως προς τον παραπάνω αναιρεσείοντα Ζ ο οποίος καταδικάσθηκε ως συναυτουργός και του οποίου κατά τα άνω απορρίπτεται η αναίρεση ως ανυποστήρικτη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και για τους δύο κατηγορούμενους στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι.- Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη την από 27 Ιουλίου 2006 αίτηση του Ζ για αναίρεση της 3572/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. ΙΙ.- Κατά παραδοχή της από 26 Ιουλίου 2006 αιτήσεως του Χ, αναιρεί για τον ίδιο και κατ' επέκταση και για το συγκατηγορούμενό του Ζ την παραπάνω απόφαση. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ