Αριθμός 2048/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαϊου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων: 1) Χ1 , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Κούγια, και 2) Χ2 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Γκολέμη για αναίρεση της υπ' αριθμ. 481,522,523,525,526,527,544/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθύμιο Τσάκα και 2) Ψ1 , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Δεκεμβρίου 2006 και 12 Δεκεμβρίου 2006, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/2007, ως και στους από 3 Απριλίου 2007 και 5 Απριλίου 2007, αντίστοιχα, πρόσθετους λόγους αυτών. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των παραστάντων διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, από 11-12-2006 και 12-12-2006, των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, κατά της 481-522-523-525-526-527-544/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, πρέπει, ως συναφείς, να συνεκδικασθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ' ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως αυτού που εξαναγκάζεται και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση, του ίδιου ή του άλλου που ωφελείται, κατά του παθόντος. Ως απειλή νοείται η ψυχολογική βία που στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, δηλαδή, όχι μόνον κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητάς του, αλλά και κατά της περιουσίας, της ελευθερίας, της τιμής ή υπολήψεως αυτού, προαναγγέλλουσα άμεση ή και στο προσεχές μέλλον επαγωγή κακού, εξαρτώμενη από τη θέληση του απειλούντος. Το έγκλημα αυτό είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ως επακόλουθο της βίας ή της απειλής που ασκήθηκε σ' αυτόν, συνεπεία της οποίας εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Αν η ασκηθείσα, για τον προαναφερθέντα σκοπό, βία ή απειλή βίας δεν επέφερε το σκοπούμενο αποτέλεσμα του εξαναγκασμού του απειλουμένου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή της ζημίας στην περιουσία αυτού ή άλλου, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν ολοκληρώνεται, αλλά η βία ή απειλή που ασκήθηκαν συνιστούν απόπειρα εκβιάσεως, κατά το άρθρο 42 ΠΚ, δηλαδή πράξεις που περιέχουν αρχή εκτελέσεώς της. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, που ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλημμεληματική εκβίαση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Η εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι απόπειρας εκβιάσεως από κοινού, η δε εξ αυτών πρώτη και κατά μόνας, όπως είχε συμβεί και με την πρωτόδικη απόφαση 508/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και επιβλήθηκε σ' αυτούς ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών συνολικά στην πρώτη και δέκα μηνών στο δεύτερο, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη κατηγορουμένη υπηρετεί ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών από του έτους 1979, από δε την 1-1-1999 ανέλαβε την θέση της προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. ...... Ο δεύτερος κατηγορούμενος, όντας και αυτός από 15ετίας περίπου δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών, από του Αυγούστου του έτους 1999 διορίστηκε στην Δ.Ο.Υ. ...... Στις 29-5-1998 δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 256 τεύχος Β η με αριθμό 1061203/1148/ΔΣΣΦΕ/Α/ ΠΟΛ 1148/20-5-1998 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Υπουργού Οικονομικών (εφεξής χάριν συντομίας ΠΟΛ 1144) "έλεγχος ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων και επίλυση φορολογικών διαφορών". Με την εν λόγω απόφαση, αποσκοπούσα στην με ταχύτατες διαδικασίες αναζήτηση φορολογικών εσόδων από ανέλεγκτες φορολογικώς υποθέσεις, εδίδετο μεγάλη ευχέρεια στους προϊσταμένους και υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ., όχι μόνο ως προς την επιλογή των προς έλεγχο επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (βλ. το άρθρο 2) αλλά και ως προς τον καθορισμό των καθαρών κερδών, με την μείωση από τον προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. της προσαύξησης του συντελεστού καθαρών κερδών, αλλά και ως προς τις μειώσεις, ως προς τους επιβαλλόμενους πρόσθετους φόρους, τις προσαυξήσεις, τα πρόστιμα κλπ...... Η πρώτη κατηγορουμένη...... θεώρησε την εφαρμογή της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ως μία καλή ευκαιρία για να προσπορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των φορολογικώς ελεγχομένων πολιτών...... Πιο συγκεκριμένα, όπως κατέθεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος στην από 16-10-2003 ανωμοτί κατάθεσή του στον οικονομικό επιθεωρητή Ε1 , και η οποία αναγνώστηκε με πρότασή του, "η πρώτη κατηγορουμένη τον εκάλεσε στο γραφείο της και του επρότεινε να συνεργαστεί μαζί της προκειμένου να εισπράττουν από τους φορολογουμένους ποσά πέραν των νομίμων φόρων που προέκυπταν από τους ελέγχους προς ίδιο όφελος, τα οποία θα εμοίραζαν εξ ημισείας και ότι αυτός απέρριψε την μη νόμιμη πρότασή της.....Αυτό δεν το ανέφερε στην υπερκείμενη αρχή γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μετά από πολύ καιρό τον εκάλεσε πάλι στο γραφείο της και του είπε ότι επειδή αυτή βάζει τις υπογραφές και έχει την αποκλειστική ευθύνη και αυτός κάνει μόνο έλεγχο θα μοιράζουνε σε ποσοστό 80% εκείνη και 20% αυτός το προϊόν των παράνομων συναλλαγών. Αυτός ουδέποτε είχε εισπράξει χρήματα παράνομων συναλλαγών, της απάντησε ότι δεν τον απασχολούσε οποιοδήποτε ποσοστό". Ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως εν συνεχεία θα καταδειχθεί, δεν κατέθεσε όλη την αλήθεια για την δική του συμμετοχή, αφού, όπως απεδείχθη, η πρόταση αυτή έλαβε χώρα πριν αρχίσουν οι έλεγχοι και ότι την απεδέχθη ασμένως. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, ερωτηθείς σχετικώς κατά την απολογία του στο παρόν δικαστήριο, δεν αρνήθηκε το ως άνω περιεχόμενο της καταθέσεώς του. Ωστόσο ισχυρίστηκε, άλλοτε μεν ότι δεν διάβασε την εν λόγω κατάθεσή του, άλλοτε δε ότι την διάβασε, αλλά την έδωσε υπό το κράτος εκφοβισμού και ψυχολογικής βίας, κάτι το οποίο βέβαια αντιβαίνεις στην λογική αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται περί μορφωμένου ατόμου (έχει κατά τους ισχυρισμούς του δύο πτυχία πανεπιστημιακού επιπέδου). Σε κάθε περίπτωση εξ ουδενός στοιχείου επιβεβαιώθηκε κάτι τέτοιο. Στις 16-8-1999 η πρώτη κατηγορουμένη έδωσε γραπτή εντολή να διενεργήσει φορολογικούς ελέγχους σε 21 επιτηδευματίες, μεταξύ των οποίων και οι Π1 και Ψ1 που διατηρούσαν κρεοπωλείο στη ...... Στις 27-9-1999 επεδόθη στον Ψ1 η από 17-8-1999 πρόσκληση που υπέγραφε ο δεύτερος κατηγορούμενος με την οποία τον καλούσε όπως, μέσα σε τρείς ημέρες από την λήψη της, προσκομίσει στην Δ.Ο.Υ. ..... τα βιβλία και στοιχεία της επιχειρήσεώς του των ετών 1993 μέχρι 1998. Πράγματι στις 30-9-1999 ο γυιός του εν λόγω επιτηδευματία .... και ο λογιστής του μετέφεραν και παρέδωσαν στην πρώτη κατηγορουμένη τα βιβλία της επιχείρησης χωρίς να τους χορηγήσει, όπως όφειλε, απόδειξη παραλαβής. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της ΠΟΛ 1144, "οι διαπιστώσεις από τα αποτελέσματα του ελέγχου περιλαμβάνονται σε ειδικό σημείωμα ελέγχου.....στο σημείωμα αυτό αναγράφεται και η κρίση επί του κύρους των βιβλίων καθώς και το πόρισμα του ελέγχου περί του ύψους των αγορών ή των ακαθάριστων εσόδων, κατά περίπτωση, καθώς και των καθαρών κερδών για κάθε ελεγχόμενη χρήση......Τα ειδικά σημειώματα ελέγχου υπογράφονται, ελέγχονται και θεωρούνται αρμοδίως και στη συνέχεια εφόσον περιέχουν διαπιστώσεις φορολογικών διαφορών επιδίδονται με ευθύνη των ελεγκτών στον υπόχρεο συντασσομένης σχετικής πράξης επίδοσης επί του σώματος αυτών....". Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 10 της αυτής ΠΟΛ "εντός πέντε ημερών από της επιδόσεως των ειδικών σημειωμάτων ελέγχου ο υπόχρεος μπορεί να αμφισβητεί το περιεχόμενό τους, να υποβάλει αίτηση προς τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. με πρόταση επίλυσης των φορολογικών διαφορών... Με την υποβολή της αίτησης ορίζεται και η ημερομηνία εξέτασής της.......Η εξέταση της αίτησης γίνεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ......". Περαιτέρω η πρώτη κατηγορουμένη........, τον Σεπτέμβριο 1999 εκάλεσε σε συνάντηση στην .... τον εργαζόμενο στη ..... λογιστή διαφόρων επιτηδευματιών, μεταξύ των οποίων και ο Ψ1 , Μ1. Κατά την συνάντηση που έλαβε χώρα σε καφενείο της ..... του είπε "θα γίνουν έλεγχοι στις επιχειρήσεις της περιοχής ..... και μπορώ να βοηθήσω τους φορολογούμενους που θα ελεγχθούν, αρκεί να έχω κάποια αμοιβή. Το ποσό που θα καταλογισθεί στην επιχείρηση του Ψ1 είναι 60.000.000 δρχ.". (βλ. κατάθεση του μάρτυρα Μ1). Την ιδιαίτερη αυτή συνάντηση την αρνήθηκε η πρώτη κατηγορουμένη. Ωστόσο την επιβεβαίωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος την πληροφορήθηκε από συναδέλφους στην Δ.Ο.Υ. .... . Κατά μήνα Δεκέμβριο 1999 εκάλεσε στο γραφείο της και του ανακοίνωσε ότι το ποσό που "βγαίνει από τον έλεγχο να καταβάλει ο πελάτης του Ψ1 ανέρχεται σε 60.000.000 δρχ. και ότι μπορεί να μειώσει το ποσό αυτό σε 7.500.000 δρχ., εκ των οποίων 3.500.000 δρχ. θα κρατούσε η ίδια για λογαριασμό της και 4.000.000 δρχ. θα πλήρωνε ως φόρους στο Δημόσιο. Μάλιστα το ποσό των 3.500.000 δρχ. που θα κρατούσε η ίδια θα έπρεπε να της το καταβάλει πρώτο. Πιθανότατα το ποσό αυτό (60.000.000) το ανακοίνωσε χωρίς να έχει γίνει ουσιαστικός έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων του Ψ1. Ο εν λόγω λογιστής μετέφερε τις παράνομες αυτές απαιτήσεις της πρώτης κατηγορουμένης στον Ψ1 ο οποίος εκνευρίστηκε, καθόσον θεωρούσε την ενέργειά της ωμό εκβιασμό γιατί δεν είχε διαπράξει κάποια φορολογική παράβαση και η φορολογητέα ύλη της επιχειρήσεώς του ήταν ασήμαντη. Λόγω του νευρικού χαρακτήρα του αποφασίστηκε να γίνει κάποια παρέμβαση προς την κατηγορουμένη από την σύζυγό του μήπως και αλλάξει γνώμη. Πράγματι η ... σύζυγος Ψ1 επισκέφτηκε την πρώτη κατηγορουμένη αρκετές φορές, (τουλάχιστον τρεις) στο γραφείο της και προσπαθούσε να την πείσει να καταβάλει ο σύζυγός της μόνο το ποσό των 4.000.000 δρχ. ή και μικρότερο, που αντιστοιχούσε στους αναλογούντες στο ποσό των φόρων του Δημοσίου. Η πρώτη όμως κατηγορουμένη ήταν ανένδοτη και μάλιστα την απειλούσε ότι στην περίπτωση που ο σύζυγός της δεν δεχόταν την αξίωσή της θα επακολουθούσε τακτικός έλεγχος που θα αναδείκνυε πολύ μεγαλύτερο ποσό φόρων που όφειλε να καταβάλει. Κατά την κατάθεση της .... συζ. Ψ1 που κρίνεται αξιόπιστη, ο σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης, που φαίνεται ότι είχε παράνομη ανάμειξη στην εργασία της, καθ' όν χρόνο την μετέφερε από την Δ.Ο.Υ. ..... στο κρεοπωλείο τους προσπαθούσε να την πείσει ότι την συμφέρει να κλείσει με αυτό τον παράνομο τρόπο η υπόθεσή της γιατί διαφορετικά θα πληρώσουν πολλά λεφτά. Την ανάμειξη του συζύγου της πρώτης κατηγορουμένης στις υπηρεσιακές της υποχρεώσεις επιβεβαιώνει και ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος στην από 15-10-2003 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του οικονομικού επιθεωρητή Ε1 αναφέρει ότι ".....ο σύζυγος της κας Χ1 ερχότανε από την ....., όπου κατοικούσε μονίμως κατά τις ημέρες που επρόκειτο να γίνει συμβιβασμός με φορολογούμενους κατά τα έτη τέλη 2000 μέχρι την ημέρα που μετετέθη 14-1-2003 και περιεφέρετο στα γραφεία της Δ.Ο.Υ.....η Κα Χ1 με το σύζυγό της πήραν αντίγραφα των λογαριασμών .... από την ΕΤΕ αλλά και από άλλες προκειμένου να τους αποδείξουν ότι έχουν χρήματα και με αυτά τους εκβίαζαν για να εισπράξουν χρήματα για το κλείσιμο των φορολογικών τους υποθέσεων". Σημειωτέον ότι οι προφορικές αυτές συζητήσεις, ήσαν καθόλα παράτυπες, ως μη γενόμενες μεταξύ της προϊσταμένης της ΔΟ.Υ. και τους ιδίου του επιτηδευματία, αλλά μεταξύ της ιδίας και μέλους της οικογενείας του ελεγχομένου, αλλά κυρίως επειδή εγένοντο χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στον επιτηδευματία και μάλιστα με απόδειξη το ειδικό σημείωμα ελέγχου, στο οποίο θα αναγραφόταν η κρίση του ελεγκτή επί του κύρους των βιβλίων καθώς και το πόρισμα του ελέγχου περί του ύψους των αγορών ή των ακαθάριστων εσόδων, κατά περίπτωση, καθώς και των καθαρών κερδών για κάθε ελεγχόμενη χρήση. Και βέβαια η παράλειψη επιδόσεως του εν λόγω ειδικού σημειώματος ελέγχου ήταν ηθελημένη επιλογή της πρώτης κατηγορουμένης καθόσον, εάν ο ελεγχόμενος επιτηδευματίας Ψ1 ενέδιδε στην εκβιαστική αξίωσή της, θα εξέδιδε το ειδικό σημείωμα ελέγχου διαμορφωμένο (με διαγραφή παραβάσεων απόκρυψη εσόδων μη επιβολή προστίμων κλπ) έτσι ώστε το ποσό φόρων να ανέρχεται σε 4.000.000 δρχ. Ο Ψ1 δεν ενέδωσε τελικά στην εκβιαστική αξίωση της πρώτης κατηγορουμένης. Μάλιστα κατήγγειλαν την ενέργειά τους στις προϊστάμενες αρχές της, και συγκεκριμένα ο μεν Ψ1 εμφανίστηκε στις 28-7-2000 στον οικονομικό επιθεωρητή Ε2 και έδωσε ένορκη κατάθεση με την οποία κατήγγειλε την απόπειρα εκβίασης, η δε σύζυγός του απέστειλε την από 26-2-2002 καταγγελία προς το Υπουργείο Οικονομικών. Η πρώτη κατηγορουμένη, όταν πλέον διαπίστωσε ότι ο ελεγχόμενος επιτηδευματίας Ψ1 δεν ενδίδει στις εκβιαστικές της αξιώσεις συνέταξε το με αριθμό ..... σημείωμα ελέγχου εισοδήματος και ΦΠΑ, το οποίο υπογράφουν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και το επέδωσαν στον ενδιαφερόμενο στις 7-7-2000. Ο φορολογούμενος υπέβαλε εμπρόθεσμη αίτηση συμβιβασμού, που έλαβε αριθμό ..... Κατά την έκθεση του οικονομικού επιθεωρητή Ε1 τα πρακτικά επίλυσης φορολογικών διαφορών δεν φέρουν ημερομηνία και υπογραφή της πρώτης κατηγορουμένης, ούτε ημερομηνία της ορισθείσης συζήτησης προς συμβιβασμό, όπως απαιτούσε η ΠΟΛ 1144, συνετάγησαν δε επί του σώματος των ειδικών σημειωμάτων ελέγχου εισοδήματος και ΦΠΑ εκ των υστέρων, το έτος 2001 μετά την διενέργεια της έρευνας του οικονομικού επιθεωρητή Ε2. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι με την από 11-8-1999 έγγραφη πρόσκλησή της, που επεδόθη στις 12-8-1999, η πρώτη κατηγορουμένη εκάλεσε τον επιτηδευματία (κρεοπώλη) Π1 προκειμένου να προσκομίσει εντός τριημέρου τα βιβλία και τα στοιχεία της επιχειρήσεώς του προκειμένου να ενεργήσει έλεγχο των ετών 1993-1998. Βέβαια γεννά ερωτηματικά πως εκάλεσε η ίδια τον εν λόγω επιτηδευματία αφού τον έλεγχό του τον είχε αναθέσει στον δεύτερο κατηγορούμενο και μάλιστα εκάλεσε από τις 11-8-1999 τον εν λόγω επιτηδευματία, όταν τον έλεγχο της εν λόγω επιχειρήσεως με την από 16-8-1999 παραγγελία της και μάλιστα έσπευσε πέντε ημέρες ενωρίτερα από την αποστολή της εν λόγω παραγγελία της. Κατά μήνα Σεπτέμβριο με αρχές Οκτωβρίου 1999 και ενώ δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί ο διενεργούμενος έλεγχος ο δεύτερος κατηγορούμενος ενημέρωσε προφορικά τον έως τότε λογιστή του Λ1 για το ποσό φόρων που βγαίνει από τον έλεγχο. Στις 22-10-1999 εκλήθη προφορικά από τον δεύτερο κατηγορούμενο ο Π1 στην Δ.Ο.Υ. ..... όπου του ανακοίνωσε προφορικά ότι το ποσό που πρέπει να καταβάλει ανέρχεται σε 47.369.091 δρχ. και ότι αν δεν το καταβάλει θα πάει σε τακτικό έλεγχο που θα του καταλογίσει περισσότερα. Ο εν λόγω ελεγχθείς επιτηδευματίας όταν άκουσε το ποσό αυτό εξεμάνη και φωνάζοντας έντονα αρνήθηκε ότι θα το πληρώσει. Μετά την αντίδραση αυτή φαίνεται ότι την ίδια ημέρα (22-10-1999) του κοινοποιήθηκε το ειδικό σημείωμα ελέγχου. Ο εν λόγω επιτηδευματίας υπέβαλε την από 3-11-1999 εκπρόθεσμη αίτηση προς συμβιβασμό. Κατόπιν αυτού θα επακολουθούσε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία του τακτικού ελέγχου. Κατά μήνα Δεκέμβριο 1999 τον επισκέφτηκε ο έως τότε λογιστής του Λ1 και του είπε ότι οι κατηγορούμενοι θέλουν χρήματα για να κλείσουν ευνοϊκά την εκκρεμή υπόθεσή του. Ο Π1 του είπε να τους μεταφέρει ότι είναι διατεθειμένος να τους καταβάλει το συνολικό ποσό (για τον εαυτό τους και για φόρους) των 3.000.000 δρχ. Ο εν λόγω λογιστής μετά από λίγες ημέρες τον ενημέρωσε ότι σε συνάντηση που είχε με τους κατηγορούμενους του κατέστησαν γνωστό ότι δεν δέχονται το ποσό των 3.000.000 δρχ. και θέλουν 7.500.000 δρχ., εκ των οποίων 3.000.000 έως 3.500.000 δρχ. για δικά τους (για την διευκόλυνση που θα κάνουν) και 4.000.000 δρχ. για φόρους του Δημοσίου. Μάλιστα το ποσό το δικό τους το θέλουν "μπροστά". Μετά την εξέλιξη αυτή ο Π1 μετέβη στην Δ.Ο.Υ. ..... όπου συνάντησε τον δεύτερο κατηγορούμενο και τον παρεκάλεσε να μειώσουν το ποσό αυτό, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε λέγοντάς του ότι "δεν δέχεται η προϊσταμένη (πρώτη κατηγορούμενη) πιο λίγο (κατ' ορθήν ανάγνωση της τελευταίας λέξεως) πήγαινε φέρε μου το χαρτί (το σημείωμα ελέγχου) να το διορθώσω στο 7.400.000 και δεν γίνεται πιο κάτω". (βλ. την κατάθεση στο ακροατήριο του Π1 που υπεστήριξε επιπλέον ότι η συζήτηση για το ποσό των 7.500.000 δρχ. που ζητούσαν οι κατηγορούμενοι έγινε μεταξύ της 1ης κατηγορουμένης, η οποία μάλιστα τον απειλούσε ότι αν δεν πληρώσει θα του πάρουν ένα σπίτι που είχε ξεκινήσει να φτιάχνει). Ο εν λόγω επιτηδευματίας δεν υπέκυψε στον εκβιασμό των κατηγορουμένων και αφενός μεν μετέβη στην ..... και κατήγγειλε την συμπεριφορά τους στον οικονομικό επιθεωρητή Ε2 αφετέρου δε προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια. Και είναι μεν γεγονός ότι ο λογιστής Λ1 αρνείται ότι είχε την προαναφερθείσα στην εκβιαστική συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Η άρνησή του αυτή δικαιολογείται καθόσον, εάν την παραδεχόταν, θα εκατηγορείτο ως άμεσος συνεργός. Από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν με σαφήνεια προκύπτουν τα ακόλουθα: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στην περίπτωση του επιτηδευματία Π1 από κοινού (με κοινό δόλο) και μόνη της η πρώτη κατηγορουμένη στην περίπτωση του επιτηδευματία Ψ1 επεχείρησαν πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως. Δηλαδή έχοντας ως σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, χρησιμοποίησαν απειλή κατά των εν λόγω παθόντων προσβάλλουσα την ελευθερία της περιουσιακής τους διαθέσεως, έτσι ώστε να κάμψουν την θέληση των εν λόγω επιτηδευματιών, προκειμένου να προβούν σε περιουσιακή προς αυτούς (κατηγορουμένους) διάθεση, στην οποία δεν υποχρεούντο από το νόμο και επομένως να υποστούν περιουσιακή ζημία. Η χρησιμοποιηθείσα και προφορικώς εκφρασθείσα ρητή απειλή (καταλογισμός σημαντικά υπέρτερου ποσού φόρων από το αξιούμενο παρ' εκάστου χρηματικό ποσό), ήταν ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεώς τους. Ωστόσο το επιδιωχθέν από τους κατηγορουμένους ως άνω εγκληματικό αποτέλεσμα (καταβολή του εκβιαστικώς αξιούμενου ποσού και επέλευση περιουσιακής ζημίας των εν λόγω επιτηδευματιών) δεν επήλθε, όχι από δική τους θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα επειδή οι εν λόγω επιτηδευματίες δεν ενέδωσαν στις εκβιαστικώς ασκούμενες αξιώσεις τους και αφενός μεν τους κατήγγειλαν στις προϊστάμενες αρχές τους, αφετέρου αναζήτησαν προστασία στα διοικητικά δικαστήρια. Στην πράξη τους αυτή οι κατηγορούμενοι προέβησαν γνωρίζοντας ότι το επιδιωκόμενο απ' αυτούς περιουσιακό όφελος δεν αποτελούσε αντικείμενο νόμιμης απαίτησης. Από την ενέργεια των κατηγορουμένων, όντων μονίμων δημοσίων υπαλλήλων όντως, εκλονίσθη το κύρος των υπηρεσιών του εκ των πολιτικώς εναγόντων Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως και πρωτοδίκως". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ' ΠΚ, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε το Εφετείο τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του ΠΚ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι βάσιμες αφού α) δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ούτε ειδική μνεία από ποιό προέκυψε η κάθε παραδοχή, αλλ' αρκούσε, όπως προεκτέθηκε, ο κατ' είδος προσδιορισμός αυτών και η συνεκτίμηση όλων γενικώς, η οποία και πράγματι έγινε από το Εφετείο, πριν αυτό καταλήξει στην ως άνω κρίση του, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, β) η παρεμβολή της φράσεως "πιθανότατα το ποσό αυτό (60.000.000) το ανακοίνωσε χωρίς να έχει γίνει ουσιαστικός έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων του Ψ1" δεν καθιστά ενδοιαστική την αιτιολογία της αποφάσεως, διότι η πιθανολόγηση που εξέφρασε το δικαστήριο με τη φράση αυτή δεν αφορά τα στοιχεία που συγκροτούν την κατά του Ψ1 απόπειρα εκβιάσεως, κατά την ιστόρηση της οποίας η φράση αυτή παρενεβλήθη, γ) δεν καθίσταται, επίσης, ενδοιαστική η αιτιολογία της αποφάσεως από την παρεμβαλλόμενη πρόταση, αναφορικά με το σύζυγο της κατηγορουμένης, ότι αυτός "φαίνεται ότι είχε παράνομη ανάμειξη στην εργασία της", διότι εμπεριέχεται μεν στην πρόταση αυτή ενδοιασμός, αλλά σε σχέση με συμμετοχική δράστη προσώπου μή κατηγορουμένου, δ) με τη χρήση των λέξεων "εάν" και "θά" στην παραδοχή της αποφάσεως ότι "η παράλειψη επιδόσεως του ειδικού σημειώματος ελέγχου ήταν ηθελημένη επιλογή της κατηγορουμένης, καθόσον, εάν ο ελεγχόμενος επιτηδευματίας Ψ1 ενέδιδε στην εκβιαστική αξίωσή της, θα εξέδιδε (η κατηγορουμένη) το ειδικό σημείωμα ελέγχου διαμορφωμένο έτσι ώστε το ποσό των φόρων να ανέρχεται σε 4.000.000 δρχ"., δεν εξέφρασε το δικαστήριο ενδοιαστική κρίση ως προς θεμελιωτικό της ως άνω απόπειρας εκβιάσεως στοιχείο, αλλά απέδωσε το διαγνωσθέν από αυτό σχέδιο της κατηγορουμένης σε σχέση με τη συμπεριφορά της, το οποίο είχε ήδη αυτή καταστρώσει, ε) η έκφραση "γεννά ερωτηματικά πώς εκάλεσε η ίδια (κατηγορουμένη) τον εν λόγω επιτηδευματία (Π1) αφού τον έλεγχό του τον είχε αναθέσει στον δεύτερο κατηγορούμενο.....", η οποία ισοδυναμεί με το ότι δεν αποδείχθηκε ο λόγος για τον οποίο η κατηγορουμένη κάλεσε η ίδια για έλεγχο τον Π1 ενώ είχε ήδη αναθέσει τον έλεγχο αυτό στον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη βεβαιότητα του Εφετείου ως προς την τελική κρίση του περί της ενοχής της κατηγορουμένης για την απόπειρα εκβιάσεως σε βάρος του Π1 διότι η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η αιτία της συγκεκριμένης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης είναι αδιάφορη για την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου, στ) η παραπομπή στην κατάθεση του Π1 που γίνεται με την αιτιολογία της αποφάσεως, δεν κατέστησε το περιεχόμενο της καταθέσεως αυτής μέρος της αιτιολογίας και επομένως είναι αδιάφορη τυχόν αντίθεση της εν λόγω καταθέσεως προς τις παραδοχές της αποφάσεως, οι οποίες είναι σαφείς στο ζήτημα ότι οι κατηγορούμενοι απαίτησαν από τον Π1 7.500.000 δρχ. εκβιαστικά, ζ) η παραδοχή της αποφάσεως, ότι τις εκβιαστικές αξιώσεις των κατηγορουμένων προς τον Π1 μετέφερε ο λογιστής του Λ1, είναι απολύτως σαφής και άνευ αντιφάσεως, η δε περαιτέρω αιτιολόγηση γιατί δεν έγινε πιστευτή από το δικαστήριο η άρνηση τούτου ότι είχε την ανάμειξη αυτή, ότι δηλαδή "η άρνησή του αυτή δικαιολογείται καθόσον εάν την παραδεχόταν, θα εκατηγορείτο ως άμεσος συνεργός", αποτελεί αιτιολόγηση της προσήκουσας σταθμίσεως της καταθέσεως τούτου και δεν εκφράζει ενδοιασμό ως προς το εάν κρίθηκε αληθής ή όχι η κατάθεση αυτή, η οποία είναι σαφές ότι κρίθηκε αναξιόπιστη, η) κατά τον ρητό προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και οι απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, το δε γεγονός ότι τονίζονται ορισμένα σημεία της απολογίας του δεύτερου αναιρεσείοντος και ορισμένες μαρτυρικές καταθέσεις δεν σημαίνει, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα από τον εν λόγω αναιρεσείοντα, ότι αγνοήθηκε το υπόλοιπο περιεχόμενο της απολογίας του και οι καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και ειδικότερα εκείνων της υπερασπίσεως. Εξάλλου, οι αντίθετοι προς τις παραδοχές της αποφάσεως ισχυρισμοί του δεύτερου αναιρεσείοντος, με τους οποίους, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτοι. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος της αιτήσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος και μοναδικός του παραδεκτώς ασκηθέντος από 3-4-2007 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η μή ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εγγράφων δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση κάποιου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ., στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε στο ακροατήριο από τον δεύτερο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αίτημα για ανάγνωση των αναφερομένων στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της αιτήσεως τούτου εγγράφων, ήτοι "καταγγελίας αυτού στην επιθεωρήτρια ..... και εκπρόθεσμης αιτήσεως συμβιβασμού Π1" και συνεπώς ο λόγος αυτός, με τον οποίο , κατ' εκτίμησή του, παραπονείται ο ανωτέρω αναιρεσείων για απόλυτη ακυρότητα από τη μή ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον ίδιο πρώτο λόγο της αιτήσεώς του πλήττει ο δεύτερος αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς, κατ' αυτόν, ισχυρισμού του, κατά τον οποίο δεν μπορούσε να απειληθεί απ' αυτόν ο Π1 με τον κίνδυνο επερχόμενου τακτικού φορολογικού ελέγχου της επιχειρήσεώς του, αφού ο έλεγχος αυτός θα διενεργείτο υποχρεωτικά λόγω εκπρόθεσμης υποβολής αιτήσεώς του για συμβιβασμό. Ο λόγος αυτός είναι και κατά τούτο απορριπτέος, προεχόντως διότι από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων υπέβαλε οποιοδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό, ανεξαρτήτως του ότι τα ως άνω δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά επιχείρημα, που δεν εξετάζεται και δεν αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Δεν προκύπτει, περαιτέρω, από τα αυτά πρακτικά, ότι ο αυτός αναιρεσείων ζήτησε να ασκήσει το προβλεπόμενο από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαίωμα σε σχέση με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και, επομένως, η αιτίασή του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, για παράβαση του εν λόγω άρθρου και εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεώς της. Περαιτέρω από τα άρθρα 63, 82 έως 84 και 87 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση, ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα, ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από το έγκλημα. Ηθική βλάβη μπορεί να υποστεί και το νομικό πρόσωπο, από τον αντίκτυπο που έχει η αξιόποινη πράξη στην πίστη και το κύρος του. Ειδικότερα, στο έγκλημα της εκβιάσεως (άρθρο 385 ΠΚ), το οποίο κατατάσσεται συστηματικά στον Ποινικό Κώδικα στα εγκλήματα κατά της περιουσίας, δικαιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία, λόγω ηθικής βλάβης, είναι ο ζημιωθείς απ' αυτήν, όπου δε το πρόσωπο του ζημιωθέντος δεν συμπίπτει με το πρόσωπο του εξαναγκασθέντος σε πράξη ή παράλειψη, ως πολιτικώς ενάγων δικαιούται να παραστεί και ο τελευταίος παράλληλα με τον ζημιωθέντα, επειδή η εκβίαση είναι και έγκλημα κατά της προσωπικής ελευθερίας. Στην ειδική περίπτωση, όμως, όπου η εκβίαση διαπράττεται από δημόσιο υπάλληλο και το μέσον για την επίτευξη του απειλουμένου κακού είναι η κακή χρήση από το δράστη δημόσιο υπάλληλο της παρεχόμενης σ' αυτόν δημόσιας εξουσίας, τότε η εκβίαση αποτελεί ταυτοχρόνως και έγκλημα, το οποίο στρέφεται κατά του Δημοσίου, διότι επάγεται και κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών ως προς τη σύννομη και εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του. Το Δημόσιο, επομένως, ως φορέας του εννόμου αυτού αγαθού, είναι δυνατόν να υποστεί ηθική βλάβη από το έγκλημα της εκβιάσεως που διαπράττει δημόσιος υπάλληλος και να δικαιούται την ικανοποίησή της κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο οι .... και Μαρία Χαραμή, δικαστικός αντιπρόσωπος και Πάρεδρος, αντιστοίχως, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι δήλωσαν προφορικώς ότι το Ελληνικό Δημόσιο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας και ζήτησαν να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' εκείνο 44 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις πράξεις της κατηγορουμένης, όπως είχε γίνει δεκτό και με την πρωτόδικη απόφαση. Το Εφετείο προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη των κατηγορουμένων, καθώς και στην αναστολή των ποινών που τους επέβαλε. Στο σημείο εκείνο της δίκης και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της πολιτικής αγωγής, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου, αίτημα που απέρριψε το Εφετείο, δεχθέν κατ' ουσίαν την εν λόγω πολιτική αγωγή για το αιτηθέν ποσόν, με την αιτιολογία ότι από τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας υπέστη πράγματι ηθική βλάβη, αφού κλονίσθηκε από τη συμπεριφορά αυτή το κύρος των υπηρεσιών του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν επέτρεψε παρά τον νόμο παράσταση του Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, το οποίο ενομιμοποιείτο ενεργητικά προς τούτο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις και ενόψει των παραδοχών της αποφάσεως, και επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, για απόλυτη εντεύθεν ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων 465, 96 παρ. 2 και 42 παρ. 2 εδ. β' και γ' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου που ασκείται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, από αντιπρόσωπο αυτού, δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε παραστεί κατά τη συζήτηση, απαιτείται να υπάρχει κατά το χρόνο της ασκήσεώς του γραπτή εντολή, στην οποία να μνημονεύεται ρητώς ότι παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως και να προσαρτάται στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου το πληρεξούσιο έγγραφο (συμβολαιογραφικό ή απλή έγγραφη δήλωση με βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα). Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές, το ένδικο μέσο απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠοινΔ, ως απαράδεκτο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι ασκούνται, κατά το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναιρέσεως ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως επί του κατατιθεμένου εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσσείων άσκησε εμπροθέσμως τους από 5-4-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, τους οποίους υπογράφει ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Τσιλιμίγκρας, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων ήταν παρών κατά την απαγγελία της και ότι ως συνήγορός του δεν είχε παραστεί ο ανωτέρω Ιωάννης Τσιλιμίγκρας, αλλά οι δικηγόροι Αθηνών Ιωάννης Καρούζος και Κωνσταντίνος Κούρκουλος. Στο δικόγραφο αυτό των πρόσθετων λόγων έχει προσαρτηθεί η από 5-4-2007 έγγραφη "δήλωση ορισμού συνηγόρου υπερασπίσεως-παροχής πληρεξουσιότητας-εξουσιοδότηση", με την οποία ο αναιρεσείων διορίζει πληρεξουσίους δικηγόρους του τον ανωτέρω Ιωάννη Τσιμιλίγκρα και τον Ευθύμιο-Ελευθέριο Γκολέμη, στους οποίους παρέχει "την εντολή και πληρεξουσιότητα-εξουσιοδότηση να παραστούν ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 25-4-2007 ή σε οιαδήποτε άλλη μετ' αναβολήν δικάσιμο προς εκπροσώπηση και υποστήριξή του κατά την εκδίκαση της από 12-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 5-4-2007 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως......". Με το έγγραφο αυτό δεν παρέχεται στον ανωτέρω δικηγόρο Ιωάννη Τσιλιμίγκρα εντολή προς άσκηση των πρόσθετων ως άνω λόγων αναιρέσεως που αυτός άσκησε ως αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος δικηγόρος, αλλά μόνον η πληρεξουσιότητα να παραστεί και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων που είχε ασκήσει. Επομένως, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος, ασκηθέντες από αντιπρόσωπο χωρίς την απαιτούμενη ειδική εντολή, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 Ν. 3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 11 Δεκεμβρίου 2006 και 12 Δεκεμβρίου 2006 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, καθώς και τους από 7 Απριλίου 2007 και 5 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους των αυτών, αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της 481-522-523-525-526-527-544/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκ διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Αυγούστου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 22 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ