Αριθμός 1389/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη, περί αναιρέσεως της 24486/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.4.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1521/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται, όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, επομένως και για έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο και για υπέρβαση εξουσίας. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 93936/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε ερήμην ως γνωστής διαμονής, για μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν. 86/1967), σε συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 1500 δρχ. ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 150.000 δρχ., με την αιτιολογία ότι "η έφεση ασκήθηκε στις 23.1.2006, μετά δηλαδή την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλούμενης, η οποία, όπως προκύπτει από το από 16.2.2004 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστ/κα, ..., έλαβε χώρα στις 16.2.2004. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως, ο χρόνος επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως και το αποδεικτικό επιδόσεως, από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτής. Στην έκθεση εφέσεως, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ο ήδη αναιρεσείων, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της εφέσεώς του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι "ασκεί την έφεση εκπροθέσμως, διότι δεν κλητεύθηκε στη νόμιμη και δηλωθείσα ως άνω διεύθυνση, ..., αλλά θυροκολλήθηκε στην ..., χωρίς να αναζητηθεί. Πλέον τούτων, το κλητήριο θέσπισμα έπασχε, οι δε οφειλές εξοφλήθηκαν". Ο ισχυρισμός αυτός δεν διαλαμβάνει αιτίαση κατά της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, από την οποία αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, αλλά αναφέρεται στην κλήτευση του εκκαλούντος για τη δικάσιμο, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και συνεπώς, η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού δεν έχρηζε ειδικής αιτιολόγησης. Επομένως, το Δικαστήριο, με το να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δεν υπερέβη την εξουσία του και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προσβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως, ως αβάσιμος και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Απριλίου 2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 24486/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ