Αριθμός 165/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου:..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 27011/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 7 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1844/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών για δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου, για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και για χρέη γενικά προς το Δημόσιο και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται κατά το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υποχρέου, αλλά και κατά το ύψος της προβλεπόμενης ποινής, ενόψει του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή προβλέπονται δυο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι α) της μη καταβολής χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και β) της μη καταβολής εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, κάθε μια από τις ανωτέρω περιπτώσεις απαιτεί διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Με την αντικατάσταση δε του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και, έτσι, πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που, πρέπει, να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος της πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε, και ε) η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της πιο πάνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 27011/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-1999 μέχρι 1-7-1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες. Και συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στην ΙΑ΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό δραχμών 60.003.359, που αφορά φόρους κληρονομίας, αν και έχει ικανή περιουσία, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις, καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ. Ο ισχυρισμός του, ότι προτίθεται να μεταβιβάσει στο Δημόσιο μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας προκειμένου να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι η κληρονομιαία περιουσία φέρεται ως δασική και διεκδικείται από το Δημόσιο. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ, κήρυξε αυτόν ένοχο για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με βάση, όμως, τις πιο πάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρει διαζευκτικά τη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων για τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή την καθυστέρηση της πληρωμής πέραν των δυο μηνών για τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ασάφεια ποια από τις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις δέχεται, αν δε περιλαμβάνονταν χρέη και των δυο περιπτώσεων δεν προσδιορίζει τα χρέη κλπ. κάθε μιας περιπτώσεως. Ακόμη, ενώ δέχθηκε μη καταβολή κατ' εξακολούθηση, δεν διευκρινίζει τα μερικότερα χρέη που δεν καταβλήθηκαν, ώστε επί πλέον να προκύπτει αν καθένα απ' αυτά υπερβαίνει το νόμιμο όριο που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αυτού και του κύριου δικογράφου, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 27011/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ