Αριθμός 1213/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λυκιαρδοπούλου, για αναίρεση της 8761/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1895/2005. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εταιρεία ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ, ως γενική εργολάβος ηλεκτρολογικών εργασιών του ΜΕΤΡΟ της Αθήνας, με την από 21-1-1998 σύμβαση εργολαβίας που συνήψε με την εταιρεία ΦΕΡΚΑΛ ΑΤΕΒΕ, ανέθεσε στην τελευταία υπεργολαβικά μέρος των ηλεκτρολογικών εργασιών του έργου του ΜΕΤΡΟ και συγκεκριμένα την εγκατάσταση-σύνδεση μέρους των ολικών καλωδιώσεων για το έργο κλιματισμού του μετρό. Η τελευταία αυτή εταιρία ως υπεργολάβος των ηλεκτρολογικών εργασιών του ΜΕΤΡΟ, στις 28-8-1998 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το Χ2 (....) για να παρέχει την εργασία του σ' αυτήν ως βοηθός ηλεκτρολόγου. Στις 18-6-1999, ο ανωτέρω Χ2, εργαζόμενος σε ηλεκτρολογικές εργασίες στο σταθμό ....., υπέστη ηλεκτροπληξία, εξαιτίας της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Ειδικότερα, συνεργείο της υπεργολάβου εταιρίας ΦΕΡΚΑΛ ΑΤΕΒΕ, που είχε ως προϊστάμενο εργοδηγό τον κατηγορούμενο Χ1 και αποτελείτο από πέντε εργαζόμενους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και ο θανών Χ2, μετά από εντολή της εργολάβου ΣΗΜΕΝΣ Α.Ε, πήγαν στο σταθμό του ΜΕΤΡΟ της .... για να εργασθούν στη σύνδεση καλωδίων του εξαερισμού του σταθμού με τον πίνακα χαμηλής τάσης LV SWB. Επειδή δεν υπήρχε άδεια εργασίας υπό τάση και έπρεπε να υπάρχει ρεύμα για τη λειτουργία του σταθμού, ο μηχανολόγος μηχανικός Ζ1, που εργαζόταν στην εταιρία ...., η οποία ήταν μέλος της κοινοπραξίας ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και ήταν αρμόδιος υπάλληλος για το χειρισμό των πινάκων μέσης τάσης, που υπήρχαν σε όλους τους σταθμούς του ΜΕΤΡΟ, δηλαδή ο αρμόδιος υπάλληλος που είχε τα κλειδιά των πινάκων και ήταν υπεύθυνος για το ξεκλείδωμα και την απενεργοποίηση των πινάκων, όταν θα γινόταν κάποια εργασία σύνδεσης καλωδίων στους πίνακες, πήγε το πρωϊ στο σταθμό της ..... και αφού απενεργοποίησε τμήμα του ως άνω πίνακα χαμηλής τάσης LV SWB και συγκεκριμένα το πεδίο του πίνακα με στοιχεία LV 1, άνοιξε μόνο την πόρτα του συγκεκριμένου πεδίου LV-1 του πίνακα, βεβαιώθηκε ότι ήταν κλειδωμένες όλες οι υπόλοιπες πόρτες πεδίων του πίνακα, μεταξύ των οποίων και η πόρτα του πεδίου LV 2 του πίνακα και ότι τα λουκέτα των διακοπτών ήταν τοποθετημένα σε συγκεκριμένες θέσεις και αφού αρνήθηκε αίτημα του προϊσταμένου εργοδηγού του συνεργείου Χ1 (κατηγορουμένου) να ανοίξει και την πόρτα πεδίου του πίνακα που βρισκόταν υπό τάση, εξηγώντας ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε εργασία σε ενεργοποιημένο πίνακα, πριν φύγει, συνεννοήθηκε με τον κατηγορούμενο εργοδηγό του συνεργείου, όταν θα τέλειωναν τη σύνδεση των καλωδίων στο πεδίο LV 1 του πίνακα να επικοινωνήσουν μαζί του για να επιστρέψει στο σταθμό .... και να απενεργοποιήσει και το πεδίο LV 2 του πίνακα και να ξεκλειδώσει και ανοίξει την πόρτα του για να εργασθούν και να συνδέσουν σ'αυτό και άλλα καλώδια που ήθελαν να συνδέσουν. ΄Όμως, το ανωτέρω συνεργείο της υπεργολάβου ΦΕΡΚΑΛ ΑΤΕΒΕ, πάντοτε υπό τις οδηγίες, την επίβλεψη και τις εντολές του κατηγορουμένου προϊσταμένου εργοδηγού Χ1, όταν τέλειωσε τη σύνδεση των καλωδίων στο πεδίο LV 1 του πίνακα, με κλειδιά που υπήρχαν σε ντουλάπι πάνω από τον πίνακα, ξεκλείδωσαν και την πόρτα του πεδίου LV 2 του πίνακα και ξεκίνησαν να εργάζονται υπό τάση για να συνδέσουν και σ' αυτό τα καλώδια που ήθελαν να συνδέσουν. ΄Ετσι, γύρω στις 15.00 η ώρα, ο βοηθός ηλεκτρολόγου Χ2, ενώ εργαζόταν στο πεδίο LV 2 του πίνακα που βρισκόταν υπό τάση, για να συνδέσει καλώδια εξαερισμού του Σταθμού ...., ακούμπησε το δεξί χέρι του στο ύψος του αντιβραχίου, πλησίον του αγκώνα, σε ακροδέκτη (διακόπτη) του πίνακα και υπέστη ηλεκτροπληξία. Αμέσως, ο ηλεκτρολόγος ....., που εργαζόταν μαζί του και ήταν άμεσος προϊστάμενός του, τον τράβηξε έξω από τον πίνακα, τον συνέφερε με τεχνητή αναπνοή και μετά που συνήλθε μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για την αντιμετώπιση του εγκαύματος που είχε υποστεί στο δεξιό αντιβράχιο, πλήν όμως, στο νοσοκομείο επήλθε ο θάνατός του από νέα καρδιακή ανακοπή που υπέστη εξαιτίας της ηλεκτροπληξίας. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το ατύχημα, ο τραυματισμός και ο εξ αυτών θάνατος του Χ2 οφείλετο και σε αμέλεια του υπεύθυνου για την επίβλεψη των άνω εργασιών εργοδηγού της ΦΕΡΚΑΛ ΑΒΕΤΕ, ο οποίος κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ.3 εδ.α του Π.Δ 225/1989 " περί υγιεινής και ασφάλειας στα υπόγεια τεχνικά έργα " που ορίζει ότι για κάθε εργασία υπό τάση πρέπει να υπάρχει άδεια του προϊσταμένου του εργοταξίου ή του επιβλέποντα, χωρίς τέτοια άδεια, έδωσε εντολή στο συνεργείο που εργαζόταν και ο θανών και σε κάθε περίπωση ανέχθηκε να ανοιχθεί η πόρτα του πεδίου LV 2 του πίνακα χαμηλής τάσης του σταθμού ΜΕΤΡΟ στην .... που βρισκόταν υπό τάση και να εργασθούν σ' αυτό υπό τάση για τη σύνδεση καλωδίων εξαερισμού, ενώ γνώριζε ότι απαγορευόταν να εργασθούν οι εργαζόμενοι υπό τάση και ότι θα έπρεπε να ειδοποιηθεί ο ως άνω αρμόδιος υπάλληλος της κοινοπραξίας ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΜΕΤΡΟ Ζ1 για να απενεργοποιήσει το πεδίο LV 2 του ως άνω πίνακα, προκειμένου να εργασθούν σε αυτό με ασφάλεια οι εργαζόμενοι. Η αμέλεια αυτή του κατηγορουμένου Χ1, επιτείνεται ακόμη περισσότερο και από το γεγονός ότι, ενώ τελικώς διαπίστωσε ότι ο θανών Χ2 απασχολείται στον άνω πίνακα υπό τάση, δεν μερίμνησε να φέρει αυτός κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, όπως ειδικά γάντια και υποδήματα....". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους την οποία ανέστειλε επί τριετία Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με τις εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζει το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την μη παρουσία του στο χώρο κατά τον χρόνο του συμβάντος και οι αρνητικοί ισχυρισμοί ότι με τις οδηγίες του και την εντολή του ανοίχθηκε η πόρτα που πεδίου LV 2 πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Εξάλλου, δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως εκ του ότι στο τελευταίο αναφέρεται και ο Ζ1 ως υπεύθυνος για τον θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος. Ο Ζ1 είχε κατηγορηθεί αλλά με την πρωτόδικη 64785/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώος, από προφανή δε παραδρομή στο διατακτικό της εφετειακής αποφάσεως δεν διαγράφηκε το όνομα αυτού ως κατηγορουμένου. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-10-2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 8761/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ