Αριθμός 2127/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)..... και 2)...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Προυσανίδη, για αναίρεση της 14401/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 275/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος αφού αναφέρθηκε στην έγγραφη πρότασή του, πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, ενώ υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια της διατάξεως του εδ. Η΄ του ίδιου άρθρου, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ήσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι΄ αυτό κατά νόμο όροι. Επομένως, υπέρβαση εξουσίας και μάλιστα θετική, υπάρχει και όταν το δικαστήριο, αντί να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιόποινου με παραγραφή, προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών.....2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο ή τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και εάν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκούνταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 "για την αντικειμενοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία "όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α)με φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 3000 ευρώ και β)με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο, της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ για τα εγκλήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος της, την 2-11-2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου, κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ΄ και η΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 του νόμου 1591 1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο φύλλο εφημερίδας της κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του ΠΚ", δεν έχει ανάλογη εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου της παραγραφής, προ της ισχύος του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ΄ εξακολούθηση για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, φέρεται ότι έχει τελεστεί το χρονικό διάστημα από 1-2-1999 έως την 30-10-1999. Η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, είναι η ....., ενώ της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορουμένους με κλήση να παραστούν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι η .... (βλ. το από ..... αποδεικτικό κλητηρίου Θεσπίσματος του αστυφύλακα ..... του ΑΤ ....) και η .... (βλ. το από ...... αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ....). Συνεπώς το παραπάνω αδίκημα, σύμφωνα και με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται, δεν έχει παραγραφεί, εφόσον από το χρόνο διαπίστωσής του μέχρι το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αφού απέρριψε ένσταση παραγραφής που υποβλήθηκε από το συνήγορο υπερασπίσεως των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως κατ΄ ουσίαν και καταδίκασε αυτούς για το αξιόποινο αδίκημα της φοροδιαφυγής δια της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ΄ εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών τον καθένα, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία χρόνια. Με την απόφασή του αυτή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ορθώς εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και να κηρύξει ενόχους τους αναιρεσείοντες του εγκλήματος της φοροδιαφυγής δια της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ΄ εξακολούθηση και, συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας δι΄ εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και, συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-1-2007 αίτηση των 1)...., και 2)..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 14401/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ