Αριθμός 61/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8838/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2080/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου και η χρήση αυτού από τον ίδιο (υπαίτιο), υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι, εφόσον προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ο ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια τη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 8838/2995 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δεν αποδείχθηκε ότι η θέση της υπογραφής στην θέση του αποδέκτη στις με ημερομηνία εκδόσεως 3-2-1998 και 10-3-98, αντίστοιχα, συναλλαγματικές με τις οποίες η εταιρεία Αδάμας Εκδοτική ΕΠΕ δια του διευθύνοντα συμβούλου και διαχειριστή της Ψ αποδεχόταν την εξόφληση οφειλής προς αυτόν εκ δρχ. 490.000 και 363.000 δρχ. αντίστοιχα στα πλαίσια μεταξύ των συνεργασίας, όπως ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ισχυρίστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός ήταν εκείνος ο οποίος χωρίς οποιαδήποτε συναίνεση του εγκαλούντα κατήρτισε τις άνω συναλλαγματικές και έθεσε στην θέση του αποδέκτη την υπογραφή του εγκαλούντα προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας Αθηνών ότι ήταν εκδόσεως της άνω εταιρείας και έτσι πετύχει την αποδοχή των εκ μέρους της σε εξόφληση αντίστοιχων οφειλών της εταιρείας Άλφα-Σέρβις Ελεκτρονικς ΑΕ της οποίας ήταν κύριος μέτοχος και διαχειριστής. Πάντα τα ανωτέρω προκύπτουν από την κατάθεση στο ακροατήριο του δικαστηρίου του εγκαλούντα Ψ ο οποίος με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ανάπτυξε τις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο, την βοήθεια που του είχε προσφέρει ενόψει των οικονομικών δυσκολιών που είχε περιέλθει εξαιτίας της κακής διαχείρισης της εταιρείας του αλλά και την σταθερή και κατηγορηματική άρνησή του στην συναίνεση του στην έκδοση των συγκεκριμένων συναλλαγματικών. Εξάλλου μόνος εκείνος που αποκόμισε κέρδος από την συγκεκριμένη πράξη ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος ωφελήθηκε το ποσό των άνω συναλλαγματικών από την Τράπεζα Αθηνών στην οποία τις κατέθεσε σε αντίθεση με τον εγκαλούντα ο οποίος ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες για να πετύχει την ακύρωση των άνω συναλλαγματικών, πράγμα που τελικά πέτυχε, όπως προέκυψε από την αδιαμφισβήτητη, σε τούτο, κατάθεσή του. Αντίθετα, από την κατάθεση της μάρτυρος ..... δεν είναι δυνατό να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την παραδοχή του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συναινέσεως του εγκαλούντα στην υπογραφή των στην θέση του αποδέκτη διότι αυτή αν και από την θέση του βοηθού λογιστή έπρεπε να γνωρίζει την αιτία έκδοσης των άλλα και καταχώρισής των στα οικεία βιβλία της επιχείρησης του εν τούτοις αρνείται οποιαδήποτε γνώση για την συγκεκριμένη υπόθεση αρκούμενη μόνο να αναφέρει την ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ του κατηγορουμένου και του εγκαλούντα χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις ένδικες συναλλαγματικές. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και το περί χορηγήσεως ελαφρυντικών που υπέβαλε ο κατηγορούμενος αφού δεν προέκυψε ότι αυτός μέχρι την τέλεση της συγκεκριμένης άδικης πράξης διήγε έντιμον βίον αφού είχε καταδίκες δύο ετών για παρόμοια πράξη (Τ.Π.Α. ....) 2 επίσης ετών για αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος (Τ.Π.Α. ....) και φυλάκιση 17 μηνών για παράβαση του ΑΝ 86/67. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι και μετά την άνω άδικη πράξη συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο καλό αφού έχει πλαστογραφήσει κατά τη κατάθεση του εγκαλούντα την υπογραφή και άλλων προσώπων ενώ ουδεμία κίνηση εξέφρασε την επιθυμία του για άρση των συνεπειών των πράξεών του. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α,β ΠΚ. Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και καθό μέρος με αυτόν βάλλει (ο αναιρεσείων) κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως (να απορριφθεί), ως απαράδεκτος. Επίσης, ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν και οι λοιποί, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αποτελούντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε, του ΠΚ, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιστατικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως δηλαδή της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, δεν είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8838/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ