ΑΡΙΘΜΟΣ 673/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 287/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την X2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 801/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα με αριθμό 297/19.6.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ΄αρ. 38/2006 αναίρεση του X1, κατά του υπ΄αρ. 287/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίπτεται στην ουσία έφεσή του κατά του υπ΄αρ. 3970/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη και εκθέτω τα κάτωθι: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με εξ ολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά του στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και αφού έλαβε υπόψη του τα κατ΄είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δέχθηκε τα εξής: Ο X1 στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος 1997 έως τον Απρίλιο του 1999, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που ετέλεσε και ειδικώτερα κατά τον άνω τόπο και χρονικό διάστημα, με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές, παραινέσεις κατέπεισε την συγκατηγορουμένη X2, με την οποία διατηρούσε ερωτική σχέση και κατηύθυνε τις ενέργειές της με οδηγίες και συμβουλές να τελέσει την πράξη της απάτης, κατ΄επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 Ευρώ, όπως αυτή αναλυτικά παρακάτω περιγράφεται. Ειδικώτερα η X2: 1) στην Αθήνα, κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, με το σκοπό να αποκομίσει η ίδια και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 Ευρώ. ΄Ετσι η εν λόγω κατηγορουμένη καθ΄υπόδειξη και με την προτροπή του εκκαλούντος, παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα Ψ1 ότι ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας, ειδική σύμβουλος και συνεργάτης εξ απορρήτων του υπουργού Εθνικής Οικονομίας ..., η οποία τον ακολουθούσε στα ταξίδια του στο εξωτερικό, φρόντιζε για τις δημόσιες σχέσεις του, διευθετούσε τις προσωπικές και οικονομικές του υποθέσεις και γενικά ήτο το πιο έμπιστο κοντινό του πρόσωπο. Περαιτέρω, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι για την πιο πάνω εργασία της ελάμβανε 300.000 δρχ. μηνιαίως για μισθό, καθώς και 1.000.000 δρχ. για κάθε ταξίδι της, στο εξωτερικό, όπου συνόδευε τον Υπουργό. Ότι λόγω της εργασίας εγνώριζε σημαντικά πρόσωπα του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, μεταξύ των οποίων και τον πρώην Διοικητή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και προσωπικό φίλο του υπουργού...., ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήτο μέλος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είχε απόλυτη γνώση και έλεγχο του χρηματιστηρίου και προέβαινε σε επενδύσεις κεφαλαίων του υπουργού, αποφέροντας στον τελευταίο τεράστια κέρδη, μέσω δε αυτού, είχε τη δυνατότητα να προβαίνει, για λογαριασμό της εγκαλούσης, σε εξασφαλισμένες και με ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις επενδύσεις στο χρηματιστήριο, ότι παράλληλα ασχολείτο με πλειστηριασμούς σημαντικής αξίας ακινήτων και αυτοκινήτων, των οποίων, ενόψει της προαναφερόμενης ιδιότητός της και των σημαντικών γνωριμιών της είχε τον απόλυτο έλεγχο, εξασφαλίζοντας, έναντι δικής της προμηθείας την κατακύρωσή τους στους ενδιαφερόμενους αγοραστές, σε σημαντικά χαμηλές τιμές σε σχέση με την πραγματική τους αξία και έτσι έπεισε την μηνύτρια να της καταβάλει σταδιακά το συνολικό χρηματικό ποσό των 26.000.000 δρχ. και (αναλυτικά: α) Την 10-8-1998 το χρηματικό ποσό των 2.500.000 δρχ., προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο μέσω του...., β) Τον Αύγουστο του 1998 το χρηματικό ποσό των 3.500.000 δρχ., προκειμένου να πλειοδοτήσει για λογαριασμό της για την κατακύρωση ενός αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES που εκπλειστηριάζεται αντί του ποσού των 4.500.000 δρχ., γ) Την 3-11-1998 το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ., προκειμένου να πλειοδοτήσει για λογαριασμό της για την κατακύρωση μιας μεζονέτας στην Εκάλη, επιφανείας 218 τ.μ. που εκπειστηριάζετο την 4-11-1998, αντί του ποσού των 17.500.000 δρχ., δ) Την 8-4-1999 το χρηματικό ποσό των 3.000.000 δρχ., προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο, ε) την 14-4-1999 το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ. προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο και στ) την 19-4-1999 το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δρχ., προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της, στο Χρηματιστήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως κατέστη γνωστό εκ των υστέρων, όλα τα παραπάνω ήσαν αναληθή και η κατηγορούμενη εγνώριζε την αναλήθειά των και ειδικώτερα ουδέποτε υπήρξε γραμματέας και σύμβουλος του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και ουδέποτε ασχολήθηκε με επενδύσεις στο χρηματιστήριο, και πλειστηριασμούς ακινήτων και αυτοκινήτων. Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών της κατηγορουμένης, ήτο να αποκομίσει η ίδια και ο Χ1 (ηθικός αυτουργός), παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 23.700.000 δρχ. με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης. Από την επανειλημμένη τέλεση της συγκεκριμένης πράξης σε βάρος μεγάλου αριθμού προσώπων (όπως των αναφερονται 10 προσωπα), και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (με την επίκληση υψηλών γνωριμιών στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας, τη δήθεν απασχόλησή της σε πλειστηριασμούς ακινήτων και αυτοκινήτων), προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητός της. Την απόφαση, όπως προαναφέρθηκε για την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης προκάλεσε στην Χ2 ο Χ1, ο οποίος διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ΄επάγγελμα καθ΄όσο από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως για χρονικό διάστημα 2 περίπου ετών (1997-1999) σε βάρος μεγάλου αριθμού προσώπου και από την υποδομή που διαμόρφωσε με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (καταστρώνοντας οργανωμένο σχέδιο και κατευθύνοντας τη συγκατηγορουμένη του στην υλοποίησή του), επεδίωξε να εξασφαλίσει και εξασφάλισε με την προκληθείσα από αυτόν απάτη, την είσπραξη μεγάλων χρηματικών ποσών και επομένως προκύπτει σκοπός του για βιοπορισμό, διότι περαιτέρω διένειμαν προφανώς μεταξύ τους το παράνομο περιουσιακό όφελος που προέκυψε από την παράνομη αυτή δραστηριότητα. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως ηθικού αυτουργού, συνάγεται σαφώς, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, ιδιαίτερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις της εγκαλούσης Ψ1 της(αναφερονται 6 προσωπα). Επίσης εκ των εγγράφων επισημαίνονται η από 17-9-2001 εξώδικη - διαμαρτυρία - καταγγελία της συγκατηγορουμένης Χ2, η από 18-4-2002 χειρόγραφη επιστολή της ίδιας, που απευθύνονται προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και οι συνημμένες στη δικογραφία φωτογραφίες. Συνεκτιμάται μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που προκύπτουν σε βάρος του και το περιεχόμενο των απολογητικών υπομνημάτων της ....και Ψ1, ιδιαίτερα το από 2-12-2002 υπόμνημα της δεύτερης, μετά των συνημμένων εις αυτό εγγράφων. Αξιολογείται και συνεκτιμάται το γεγονός ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα εμφανίζει στα απολογητικά του υπομνήματα τον εαυτό του, ως ένα των θυμάτων της συγκατηγορουμένης του, η οποία ως διατείνεται, έχει προκαλέσει εις αυτόν ζημία, ανερχόμενη εις 100.000.000 δρχ. σπεύδει να καταβάλει εις αυτήν 45.000 Ευρώ, για να καλύψει ένα μέρος των δικαστικών της εξόδων, και χρηματικών εγγυήσεων, χωρίς να έχει εμφανή προς τούτο δικαιολογία (βλ. συνημμένες αποδείξεις), αλλά εξετάσθηκε και ως μάρτυρας υπερασπίσεώς της, όχι μόνο στην προκειμένη υπόθεση, αλλά και εις άλλες ποινικές αυτής υποθέσεις (βλ. από 8-2-2002 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της 3ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών και από 5-4-2000 ομοία ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών). Με αυτά που εκθέτει το Συμβούλιο Εφετών αφού έλαβε υπόψη όλα τα κατ΄είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και με τονισμό ορισμένων εξ αυτών χωρίς υπογραμμίσεις των στοιχείων, προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη αιτιολογία αφού με σαφήνεια εκθέτει ότι στηρίζει την ηθική αυτουργία στον υπάρχοντα ερωτικό δεσμό, ως επίσης απόλυτα δικαιολογεί ότι η πράξη αυτή εγένετο κατ΄επανάληψη με βιοποριστικό σκοπό. Επί πλέον τα προκύπτοντα εκ της απολογίας στοιχεία σε βάρος του αναιρεσείοντος ενισχύονται και από το λοιπό αποδεικτικό υλικό, ενώ δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν στοιχεία για την διαμόρφωση της παραπεμπτικής κρίσης από κατάθεσή του η οποία εδόθη στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ΄αρ. 38/2006 αναίρεση του Χ1, κατά του υπ΄αρ. 287/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας σε βάρος του αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, απειλή, παραινέσεις κ.α., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση στον άλλο της αποφάσεως για τη διάπραξη της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως μ' εκείνες των άρθρων 386 παρ. 1 και 3α και 49 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις της πράξης, που της προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Ειδικά, για την ηθική αυτουργία, υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας όταν εκτίθενται στο βούλευμα εκτός από τα ανωτέρω, τα μέσα και ο τρόπος προκλήσεως στο φυσικό αυτουργό της αποφάσεως για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του ηθικού αυτουργού στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 287/2006 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την 822/13.11.2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 3970/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (αφού αναδιατύπωσε την οικεία κατηγορία), με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε να δικασθεί για κατ' επάγγελμα ηθική αυτουργία στην πράξη της κατ' επάγγελμα απάτης, που φέρεται ότι τελέσθηκε από την φυσική αυτουργό Χ2 Δέχθηκε, ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και στα εκεί αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα, ως προς τον αναιρεσείοντα και την πράξη της φυσικής αυτουργού, πραγματικά περιστατικά: Ο Χ1 στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος 1997 έως τον Απρίλιο του 1999, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που ετέλεσε και ειδικώτερα κατά τον άνω τόπο και χρονικό διάστημα, με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές, παραινέσεις κατέπεισε την συγκατηγορουμένη Χ2, με την οποία διατηρούσε ερωτική σχέση και κατηύθυνε τις ενέργειές της με οδηγίες και συμβουλές να τελέσει την πράξη της απάτης, κατ΄επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 Ευρώ, όπως αυτή αναλυτικά παρακάτω περιγράφεται. Ειδικώτερα η Χ2: 1) στην Αθήνα, κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, με το σκοπό να αποκομίσει η ίδια και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 Ευρώ. ΄Ετσι η εν λόγω κατηγορουμένη καθ΄υπόδειξη και με την προτροπή του εκκαλούντος, παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα Ψ1 ότι ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας, ειδική σύμβουλος και συνεργάτης εξ απορρήτων του υπουργού Εθνικής Οικονομίας ..., η οποία τον ακολουθούσε στα ταξίδια του στο εξωτερικό, φρόντιζε για τις δημόσιες σχέσεις του, διευθετούσε τις προσωπικές και οικονομικές του υποθέσεις και γενικά ήτο το πιο έμπιστο κοντινό του πρόσωπο. Περαιτέρω, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι για την πιο πάνω εργασία της ελάμβανε 300.000 δρχ. μηνιαίως για μισθό, καθώς και 1.000.000 δρχ. για κάθε ταξίδι της, στο εξωτερικό, όπου συνόδευε τον Υπουργό. Ότι λόγω της εργασίας εγνώριζε σημαντικά πρόσωπα του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, μεταξύ των οποίων και τον πρώην Διοικητή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και προσωπικό φίλο του υπουργού ..., ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήτο μέλος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είχε απόλυτη γνώση και έλεγχο του χρηματιστηρίου και προέβαινε σε επενδύσεις κεφαλαίων του υπουργού, αποφέροντας στον τελευταίο τεράστια κέρδη, μέσω δε αυτού, είχε τη δυνατότητα να προβαίνει, για λογαριασμό της εγκαλούσης, σε εξασφαλισμένες και με ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις επενδύσεις στο χρηματιστήριο, ότι παράλληλα ασχολείτο με πλειστηριασμούς σημαντικής αξίας ακινήτων και αυτοκινήτων, των οποίων, ενόψει της προαναφερόμενης ιδιότητός της και των σημαντικών γνωριμιών της είχε τον απόλυτο έλεγχο, εξασφαλίζοντας, έναντι δικής της προμηθείας την κατακύρωσή τους στους ενδιαφερόμενους αγοραστές, σε σημαντικά χαμηλές τιμές σε σχέση με την πραγματική τους αξία και έτσι έπεισε την μηνύτρια να της καταβάλει σταδιακά το συνολικό χρηματικό ποσό των 26.000.000 δρχ. και (αναλυτικά: α) Την 10-8-1998 το χρηματικό ποσό των 2.500.000 δρχ., προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο μέσω του ...., β) Τον Αύγουστο του 1998 το χρηματικό ποσό των 3.500.000 δρχ., προκειμένου να πλειοδοτήσει για λογαριασμό της για την κατακύρωση ενός αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES που εκπλειστηριάζεται αντί του ποσού των 4.500.000 δρχ., γ) Την 3-11-1998 το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ., προκειμένου να πλειοδοτήσει για λογαριασμό της για την κατακύρωση μιας μεζονέτας στην Εκάλη, επιφανείας 218 τ.μ. που εκπειστηριάζετο την 4-11-1998, αντί του ποσού των 17.500.000 δρχ., δ) Την 8-4-1999 το χρηματικό ποσό των 3.000.000 δρχ., προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο, ε) την 14-4-1999 το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ. προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στο χρηματιστήριο και στ) την 19-4-1999 το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δρχ., προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της, στο Χρηματιστήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως κατέστη γνωστό εκ των υστέρων, όλα τα παραπάνω ήσαν αναληθή και η κατηγορούμενη εγνώριζε την αναλήθειά των και ειδικώτερα ουδέποτε υπήρξε γραμματέας και σύμβουλος του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και ουδέποτε ασχολήθηκε με επενδύσεις στο χρηματιστήριο, και πλειστηριασμούς ακινήτων και αυτοκινήτων. Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών της κατηγορουμένης, ήτο να αποκομίσει η ίδια και ο Χ1 (ηθικός αυτουργός), παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 23.700.000 δρχ. με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης. Από την επανειλημμένη τέλεση της συγκεκριμένης πράξης σε βάρος μεγάλου αριθμού προσώπων (όπως των αναφερονται 10 προσωπα), και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (με την επίκληση υψηλών γνωριμιών στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας, τη δήθεν απασχόλησή της σε πλειστηριασμούς ακινήτων και αυτοκινήτων), προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητός της. Την απόφαση, όπως προαναφέρθηκε για την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης προκάλεσε στην Χ2 ο Χ1, ο οποίος διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ΄επάγγελμα καθ΄όσο από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως για χρονικό διάστημα 2 περίπου ετών (1997-1999) σε βάρος μεγάλου αριθμού προσώπου και από την υποδομή που διαμόρφωσε με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (καταστρώνοντας οργανωμένο σχέδιο και κατευθύνοντας τη συγκατηγορουμένη του στην υλοποίησή του), επεδίωξε να εξασφαλίσει και εξασφάλισε με την προκληθείσα από αυτόν απάτη, την είσπραξη μεγάλων χρηματικών ποσών και επομένως προκύπτει σκοπός του για βιοπορισμό, διότι περαιτέρω διένειμαν προφανώς μεταξύ τους το παράνομο περιουσιακό όφελος που προέκυψε από την παράνομη αυτή δραστηριότητα. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως ηθικού αυτουργού, συνάγεται σαφώς, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, ιδιαίτερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις της εγκαλούσης Ψ1, (και αναφερονται άλλα 6 πρόσωπα) Επίσης εκ των εγγράφων επισημαίνονται η από 17-9-2001 εξώδικη - διαμαρτυρία - καταγγελία της συγκατηγορουμένης Χ2, η από 18-4-2002 χειρόγραφη επιστολή της ίδιας, που απευθύνονται προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και οι συνημμένες στη δικογραφία φωτογραφίες. Συνεκτιμάται μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που προκύπτουν σε βάρος του και το περιεχόμενο των απολογητικών υπομνημάτων της .... και Χ2, ιδιαίτερα το από 2-12-2002 υπόμνημα της δεύτερης, μετά των συνημμένων εις αυτό εγγράφων. Αξιολογείται και συνεκτιμάται το γεγονός ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα εμφανίζει στα απολογητικά του υπομνήματα τον εαυτό του, ως ένα των θυμάτων της συγκατηγορουμένης του, η οποία ως διατείνεται, έχει προκαλέσει εις αυτόν ζημία, ανερχόμενη εις 100.000.000 δρχ. σπεύδει να καταβάλει εις αυτήν 45.000 Ευρώ, για να καλύψει ένα μέρος των δικαστικών της εξόδων, και χρηματικών εγγυήσεων, χωρίς να έχει εμφανή προς τούτο δικαιολογία (βλ. συνημμένες αποδείξεις), αλλά εξετάσθηκε και ως μάρτυρας υπερασπίσεώς της, όχι μόνο στην προκειμένη υπόθεση, αλλά και εις άλλες ποινικές αυτής υποθέσεις (βλ. από 8-2-2002 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της 3ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών και από 5-4-2000 ομοία ενώπιον της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών). Με αυτά που δέχθηκε ανελέγκτως το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενη βούλευμά του, ως προς την κακουργηματική ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος στην πράξη της κακουργηματικής απάτης της Χ2, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με σκέψεις σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και την προηγηθείσα προανάκριση, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη, για την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί ο αναιρεσείων τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών συνήγαγε την κρίση του και οι συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που προέκυψαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Συγκεκριμένα, με την παραδοχή του Συμβουλίου ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές και παραινέσεις έπεισε τη Χ2 με την οποία διατηρούσε ερωτική σχέση και της οποίας κατηύθυνε τις ενέργειες με οδηγίες και συμβουλές, να διαπράξει την ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής απάτης, αιτιολογείται ειδικώς η πρόκληση από τον αναιρεσείοντα στη Χ2 της αποφάσεως να διαπράξει την εν λόγω πράξη και αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος προκλήσεως της αποφάσεως αυτής, ενώ προσδιορίζεται η επίδραση του αναιρεσείοντος στη φυσική αυτουργό ως εκ του ερωτικού δεσμού που τους συνέδεε. Αιτιολογείται, επίσης, η κατ' επάγγελμα τέλεση από τον αναιρεσείοντα της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική απάτη του φυσικού αυτουργού, από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές και ανέρχονται σε 23.70.000 δραχμές, με την κατάφαση αφενός της επανειλημμένης τελέσεώς της επί χρονικό διάστημα δύο ετών και αφετέρου του σκοπού του αναιρεσείοντος να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη αυτή τέλεση, το οποίο και πορίσθηκε κατά τα ανωτέρω. Η έκφραση στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο αναιρεσείων και η φυσική αυτουργός "διένειμαν προφανώς μεταξύ τους το παράνομο περιουσιακό όφελος", περιελήφθη, ότι ως κρίση του Συμβουλίου ενόψει διδάγματος της κοινής πείρας, αλλά με την έννοια ότι αποδείχθηκε και εκείνο που ανεμένετο, από την όλη σχέση του αναιρεσείοντος και της ηθικής αυτουργού, να συμβεί, ήτοι η διανομή μεταξύ τους του παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Κατά την αιτιολογία, δηλαδή, του προσβαλλομένου βουλεύματος το "προφανώς" υπήρξε και αυτό αποδειχθέν και δεν χρησιμοποιήθηκε ως δίδαγμα της κοινής πείρας ούτε έχει την έννοια της ενδοιαστικής και αμφίβολης διατύπωσης του ενδεχομένου, δηλαδή, της διανομής του οφέλους. Περαιτέρω, ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων και του πορίσματος που προκύπτει από καθένα χωριστά δεν απαιτείται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ενώ από τη μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις, την ανώμοτη εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας (πλην του μνημονευομένου απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου) και την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το σύνολο των αποδείξεων που συγκεντρώθηκαν και δεν προέβη σε επιλεκτική έρευνα και αξιολόγηση εκείνων μόνο που ενισχύουν τις υπέρ της παραπομπής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενδείξεις, όπως αυτός αβάσιμα αιτιάται. Η επισήμανση στο προσβαλλόμενο βούλευμα της αποδεικτικής αξίας ορισμένων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι λοιπές αποδείξεις, αλλά έγινε για να ενισχύσει το Συμβούλιο το καταληκτικό του πόρισμα. Επίσης, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι απαραδέκτως το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του παρά την εκ του άρθρου 211 Α ΚΠοινΔ απαγόρευση. Τούτο διότι, ναι μεν το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ή απαγόρευση, όμως, αυτή ισχύει μόνον κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο, κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Αλλωστε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υιοθετηθείσης από το Συμβούλιο εισαγγελικής προτάσεως, οι εν λόγω απολογίες συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις και δεν απετέλεσαν αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο. Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις του αναιρεσείοντος ως μάρτυρος υπερασπίσεως της συγκατηγορουμένης του Χ2, καθόσον, όπως από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων αλλά το αντικειμενικό γεγονός των καταθέσεων καθεαυτό. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ' και στ' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως του 287/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ