Αριθμός 281/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καβελάρα, περί αναιρέσεως της 1/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βουδούρη και 2) Ψ, που παρέστη με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών, που συνεδρίασε στην Χαλκίδα, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών, όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από την πρώτη διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, εκτός των άλλων, ψευδής καταμήνυση ή ανακοίνωση στην αρχή ότι τελέστηκε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος απαιτείται γνώση από εκείνον που κάνει την καταγγελία ότι το περιεχόμενό της είναι αναληθές. Από τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της μεν αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση, πραγματικά περιστατικά που είναι ψευδή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, της δε υποκειμενικής απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 362 και 363 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιου άλλου γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, χωρίς να προκύπτει εκ της μνείας "περί ενόρκως" εξετασθέντων μαρτύρων, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, που δόθηκαν χωρίς όρκο, οι οποίοι είναι οι κατ' εξοχή μάρτυρες κατηγορίας, η δε σχετική αντίθετη μνεία του εντύπου στο σκεπτικό της απόφασης, πρέπει να αποδοθεί στην από αβλεψία μη κατάλληλη προσαρμογή του τμήματος τούτου του εντύπου, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ποιοί μάρτυρες εξετάσθηκαν ενόρκως και ποιοί χωρίς όρκο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 2-3-99 ο κατηγορούμενος υπέβαλε έγκληση εναντίων των: Χ και Ψ για εξύβριση και απειλή ισχυριζόμενος ότι αυτοί στις 26-2-99 και περί ώρα 14.00 μ.μ. στην Πλατάνα Ευβοίας και οι δύο προσέβαλαν την τιμή και υπόληψή του με τις φράσεις "τι κοιτάς ρε, τι σε νοιάζει εσένα, άντε χάσου ρε μαλάκα - φεύγα από δω, τι κοιτάς ρε γαμώ το μουνί που σε πέταγε, φύγε από εδώ ρε γαμημένε πούστη άντρα" και τον απείλησαν λέγοντάς του ότι "θα σε σπάσουμε στο ξύλο, θα σου κάψουμε το αυτοκίνητο, θα σου κλείσουμε το σπίτι, θα σου κάψουμε και το υπόλοιπο σπίτι". Το περιεχόμενο αυτό βεβαίωσε ενόρκως. Μετά την έγκληση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των ανωτέρω, οι οποίοι με την υπ' αριθ. 2804/11.11.03 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας στη μεταβατική έδρα της Κύμης κηρύχθηκαν αθώοι. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον αυτή δημοσιεύθη στις 11-11-03 και μέχρι την 24-11-04, όπως προκύπτει από την από 24-11-04 βεβαίωση του Γραμματέα της μεταβατικής έδρας του Μον. Πλημ/κείου της Χαλκίδας στην Κύμη, δεν ασκήθη κανένα ένδικο μέσο. Σύμφωνα με το άρθρο 366 § 2 ΠΚ, τα ανωτέρω θεωρούνται ψευδή και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των άνω πράξεων, ήτοι της ψευδής καταμήνυσης, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης, κατ' εξακολούθηση αυτών, όπως στο διατακτικό διαλαμβάνεται ειδικότερα. Με τις παραδοχές του όμως αυτές το δικαστήριο της ουσίας στέρησε από την πληττόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το στοιχείο της αναλήθειας του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα περιστατικού, ότι οι εγκαλούντες ήταν οι δράστες της εξύβρισης και απειλής που αφορούσαν τον ίδιο, αφού το Εφετείο περιορίζεται μόνο στην αναφορά ότι με τη μνημονευόμενη στο σκεπτικό αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας, οι ως άνω εγκαλούντες κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσης σ' αυτούς κατηγορίας της εξύβρισης και απειλής, χωρίς όμως να εκτίθενται περαιτέρω αν η πιο πάνω αθωωτική απόφαση στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε πως αυτοί (εγκαλούντες) τέλεσαν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έτσι ώστε να θεωρείται ως ψευδές το γεγονός που αφορά η συκοφαντική δυσφήμιση (άρθρ. 366 παρ. 2 ΠΚ). Ωσαύτως δεν εκτίθενται στη προσβαλλομένη απόφαση πλήρως και σαφώς ως προς την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ότι γνώριζε ότι ήταν ψευδές το περιεχόμενο της μήνυσης που άσκησε κατά των πολιτικώς εναγόντων και περί του σκοπού του να προκαλέσει την άδικη καταδίωξή τους. Επίσης δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με άμεσο δόλο, δηλαδή με γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι είχε γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα απέκρυψε, ούτε διαλαμβάνεται στην απόφαση ποία ήταν τα αληθή τα οποία αυτός γνώριζε και με επίγνωση κατέθεσε τα αναληθή. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που συνεδρίαση στη Χαλκίδα στις 10-1-2006. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ