Αριθμός 1942/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..Χ1.., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λυκουρέζο, για αναίρεση της με αριθμό 2170/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 5 Ιανουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 782/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ. σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ΄ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 28 του Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστεψε όμως ότι θα το απέφυγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το Δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ποιό από τα άνω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 Π.Κ. και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ΄ αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείο χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2170/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ΄ αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι την 9.10.2001, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπ΄ αριθμ. ..... Ι.Χ. Φορτηγό αυτοκίνητο, μάρκας ..... και ιδιοκτησίας της αδελφής του ...Ζ1..., η οποία διατηρεί επιχείρηση κατασκευής και πώλησης προϊόντων τσιμέντου και υλικών οικοδομής στο ....., Με το εν λόγω αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος, κατά την ως άνω ημερομηνία, μετέφερε τσιμεντοσωλήνες (δακτυλίδια) στο ..... Περί ώρα 14.15΄ της 9.10.2001 και ενώ ο κατηγορούμενος έβαινε με το ως άνω Ι.Χ.Φορτηγό στο 35.3 χλμ της Λ.Πόρτο - Ράφτη, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα της πράξης του. Συγκεκριμένα και ενώ, όπως αναφέρθηκε, οδηγούσε το ως άνω έμφορτο φορτηγό αυτοκίνητο, στον προαναφερθέντα τόπο, προκειμένου να προσπεράσει προπορευόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που έβαινε κανονικά, ανέπτυξε ταχύτητα, κατά πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου (που ήταν 50 χιλ ανά ώρα) και, μολονότι υπήρχε συνεχής (απαγορευτική) διαγράμισση στην οδό, η οποία είχε μία λωρίδα κυκλοφορίας κατά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος 10,30 μ. (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα Τ.Τροχαίας) και πλησίον η οδός παρουσιάζει καμπύλη, λόγω αρχομένης αριστερής, σε σχέση με την πορεία του, στροφής, εισήλθε (προκειμένου να πραγματοποιήσει την υπέρβαση) στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, με αυξημένη ταχύτητα, ανερχομενη σε 80 χλμ περίπου, ανά ώρα. Την ίδια στιγμή, έβαινε στο ρεύμα αυτό, με κατεύθυνση από Π.Ράφτη προς Μαρκόπουλο, το υπ΄ αριθμ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την ..Ψ1.... Η τελευταία αιφνιδιάστηκε από την αναπάντεχη αυτή είσοδο του φορτηγού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας της, προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, στρίβοντας το τιμόνι προς τα δεξιά, πλην, τελικά, δεν το κατόρθωσε και, αφού προηγήθηκε σύγκρουσή του αυτοκινήτου της με το φορτηγό, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, εξετράπη της πορείας της προς τα δεξιά και επέπεσε με σφοδρότητα σε παρακείμενο της οδού δένδρο. Αποτέλεσμα της σφοδρής αυτής σύγκρουσης ήταν να προκληθούν στην ανωτέρω οδηγο του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ...Ψ1... βαριές θλαστικές κακώσεις στον θώρακα και στα άκρα, από τις οποίες και ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατός της, στον τόπο του ατυχήματος. Το ανωτέρω αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ο κατηγορούμενος, οφείλεται, όπως αναφέρθηκε σε υπαιτιότητά του, καθόσον αυτός και ενεργώντας αντίθετα με τα όσα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, πραγματοποιήθηκε ανεπίτρεπτη υπέρβαση και είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα (μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ ανά ώρα), κατά τα ανωτέρω, με τις προαναφερθείσες συνέπειες. Παραπέρα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, μολονότι, οδηγώντας το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο, ενεπλάκη σε οδικό τροχαίο ατύχημα, από το οποίο επήλθε θάνατος τρίτου, δεν έδωσε την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στην παθούσα, δεν ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνομική αρχή και δεν παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος, όπως είχε κατά νόμο υποχρέωση, αλλά απομακρύνθηκε από εκεί και εξαφανίσθηκε, με σκοπό να αποφύγει τις από την εν λόγω πράξη του νόμιμες συνέπειες. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις αποδιδόμενες σ΄ αυτόν ως άνω κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι, κατά την ημέρα του ατυχήματος δεν οδήγησε αυτός το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο, ούτε μετέφερε υλικά προς την περιοχή Π.Ράφτη. Οι ισχυρισμοί αυτού του κατηγορουμένου είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αβάσιμοι για τους εξής ειδικότερους λόγους: α) Η μόνη αυτόπτης μάρτυς του ως άνω ατυχήματος ήταν η ..Φ1..., η οποία, εκτός των άλλων, περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού (1,80, περίπου, ύψος, μελαχροινός, με μακρυά μαλλιά, ηλικίας 35 - 40 ετών) και τα οποία συμπίπτουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, με αυτά του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα: "Ο οδηγός ήταν 1,80, μελαχροινός, με μακρυά μαλλιά...Δε βάζω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο ότι είναι αυτός. Μοιάζει...Ο οδηγός τότε είχε σγουρά, μακρυά μαλλιά και ίσια, ήταν πιο παχύς". Όμως, τα χαρακτηριστικά, που αφορούν το πάχος και τα μαλλιά, όπως είναι κοινώς γνωστό, είναι ευμετάβλητα και οπωσδήποτε από την ημέρα του ατυχήματος έχει παρέλθει ικανός χρόνος, β) η ως άνω μάρτυς κατέθεσε ότι υπήρχε και συνοδηγός, "ξανθός", από δε την διαδικασία βεβαιώθηκε ότι στην επιχείρηση της αδελφής του κατηγορουμένου (και του πατέρα τους ...Ζ2...) εργάζονταν και αλλοδαποί ("ξανθοί και μελαχρινοί"), γ) το ζημιογόνο αυτοκίνητο, όπως βεβαιώθηκε, οδηγούσαν κατά τις μεταφορές των υλικών (κατά περίσταση), ο ....Φ2.... (που εξετάσθηκε ως μάρτυρας), υπάλληλος στην επιχείρηση της ...Ζ1.... και (περιστασιακά) ο πατέρας τους ...Ζ2... Όμως η ως άνω μάρτυς ...Φ1.... κατηγορηματικά αποκλείει να ήταν την ημέρα του ατυχήματος οδηγός κάποιος από τους ....Φ2.... και ...Ζ2.... Άλλωστε, όπως κατέθεσε, τα χαρακτηριστικά τους δεν συνέπιπταν με αυτά του οδηγού, που είδε αυτή. Περαιτέρω, ως προς την εμπλοκή του ανωτέρω υπ΄ αριθμ. ...... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου στο προαναφερθέν ατύχημα, το γεγονός αυτό βεβαιώνεται και από τα εξής: α) με το ζημιογόνο όχημα μεταφέρονταν, κατά την ημέρα του ατυχήματος, τσιμεντένιοι σωλήνες (δαχτυλίδια), σημαντικού βάρους, που δεν μπορούν να μεταφερθούν με οποιοδήποτε φορτηγό αυτοκίνητο, η επιχείρηση δε .... είχε ως αντικείμενο και την μεταφορά τέτοιων υλικών (δαχτυλιδιών), β) μετά το ατύχημα έγινε αλλαγή του κουβουκλίου (και όχι πριν το ατύχημα) στο εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο, χωρίς να συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος αποχρών λόγος, που να επιβάλλει την αλλαγή αυτή. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, η μάρτυς ...Φ1... μετέβη με άνδρες της Τροχαίας Κερατέας την 12.12.2002 σε μάνδρες της περιοχής προκειμένου να αναγνωρίσει και υποδείξει το ζημιογόνο φορτηγό. Έτσι, μετέβη και στη μάνδρα του ..Ζ2..., στη ......(......). Στη μάνδρα αυτή είδε κάποιο κουβούκλιο φορτηγού, που έμοιαζε με αυτό του ζημιογόνου. Το κουβούκλιο, που είδε η εν λόγω μάρτυς, είχε στο πλάϊ του κάποιο σχέδιο, με μικρούς κύκλους, που έμοιαζε με αυτό, που η ίδια είχε δεί στο ζημιογόνο φορτηγό. Στο τελευταίο βεβαιώθηκε πράγματι ότι έγινε αλλαγή του κουβουκλίου, χωρίς να συντρέχει κάποιος σοβαρός προς τούτο λόγος. Ειδικότερα, το εν λόγω φορτηγό αγοράσθηκε (μεταχειρισμένο) από την .....Ζ1..... την 29.6.2001. Ως δικαιολογία αλλαγής του κουβουκλίου του, που έγινε 15-20 ημέρες μετά το ως άνω ατύχημα, προβάλλονται "τεχνικά προβλήματα", αλλά και ακαταλληλότητα, "διότι είχε σαπίσει επάνω στον ουρανό και έμπαζε νερά". Όμως εάν υπήρχε ένα τόσο σοβαρό ελάττωμα, ασφαλώς θα είχε γίνει αντιληπτό κατά την αγορά του, που είχε γίνει πριν λίγους μήνες, Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι, κατ΄ εκείνη την ημέρα, δεν πραγματοποιήθηκε δρομολόγιο μεταφοράς υλικών από την επιχείρηση ...Ζ1... στο ..... Όμως, στο υπ΄ αριθμ. 1184/9.10.2001 δελτίο αποστολής της επιχείρησης αυτής στο οποίο αναφέρεται ως είδος μεταφοράς "τσιμεντοσωλήνες", αρχικά είχε αναγραφεί ως τόπος προορισμού ο ".....", πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, διορθώθηκε σε "....". Τέλος, το εν λόγω φορτηγό φέρεται ότι ασφαλίσθηκε την επόμενη του ατυχήματος (ήτοι την 10.10.2001), καθόσον είχε λήξει η ασφάλειά του. Με βάση όλα τα ανωτέρω, το δικαστήριο οδηγείται την κρίση ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις με το κατηγορητήριο αποδιδόμενες σ΄ αυτόν αξιόποινες πράξεις (βλ. και την υπ΄ αριθμ. 3218/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής των οικείων της θανούσης και με την οποία γίνεται δεκτό ότι το ως άνω ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του (νυν) κατηγορουμένου και πρώτου εναγομένου, αναγνωρίζοντας συνυπαιτιότητα και στην παθούσα, κατά ποσοστό 30%, για το λόγο ότι έβαινε με υπερβολική ταχύτητα και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου της). Για τους λόγους, επομένως, αυτούς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, αφού, όμως, του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., καθόσον ο κατηγορούμενος μέχρι την ημέρα, που τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, διήγε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, γενικά". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ...Χ1..., για τις αποδιδόμενες σ΄ αυτόν αξιόποινες πράξεις ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παραβάσεως του άρθρου 43 παρ. 2α΄, β΄, 4α΄ του ν.2696/1999 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία (3) έτη. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 Π.Κ. και 43 παρ. 2α΄, β΄, 4α΄ του ν.2696/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επίσης, το Τριμελές Εφετείο παραθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της αμέλειας, η οποία εκτίθεται διεξοδικώς στο σκεπτικό και έχει το χαρακτήρα της μη συνειδητής αμέλειας, ενώ γίνεται λόγος για τη δυνατότητα της προβλέψεως και αποφυγής του αξιόποινου αποτελέσματος. Ωσαύτως αιτιολογεί πλήρως το Δικαστήριο της ουσίας τον μεταξύ της από τον αναιρεσείοντα επιδειχθείσας αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος υφιστάμενο αιτιώδη σύνδεσμο. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπ΄ αριθ. .... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο με ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα, ανερχόμενη σε 80 χλμ, περίπου, ανά ώρα, και κινούμενος με αυτό επί της Λεωφόρου Πόρτο - Ράφτη με κατεύθυνση από Μαρκόπουλο προς Κορωπί, εισήλθε, από αμέλεια, προκειμένου να προσπεράσει προπορευόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (στο 35,3 χλμ. της άνω Λεωφόρου), στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το άνω Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που αυτός οδηγούσε, με το ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε με κατεύθυνση προς Μαρκόπουλο η παθούσα, να εκτραπεί το τελευταίο όχημα προς τα δεξιά και να προσκρούσει με σφοδρότητα σε παρακείμενο δένδρο και με περαιτέρω συνέπεια να τραυματισθεί από την πρόσκρουση αυτή η παθούσα θανάσιμα. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠοινΔ της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5.1.2007 πρόσθετους λόγους, να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Απριλίου 2006 (υπ΄ αριθ. πρωτ. 977/6.4.2006) αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5.1.2007 πρόσθετους λόγους, του ..Χ1.. για αναίρεση της 2170/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ