ΑΡΙΘΜΟΣ 761/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, περί αναιρέσεως της 10196/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Ζάγκα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 142/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξη ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, παραινέσεις κ.α. β) διάπραξη από άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του Π.Κ. και ιδία από τη διάταξη του άρθρου 48, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιόποινου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Απ' αυτά παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ειδικότερα, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφασή του. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης υφίσταται όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχουν πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα από αυτόν δεχθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 10196/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για κάθε πράξη και συνολικά σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη για μία τριετία, ενώ η συγκατηγορούμενη σύζυγός του Χ1, κηρύχθηκε αθώα της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, ελλείψει δόλου. Ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεσή του προσβάλλει την ανωτέρω 10196/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος, που αυτός κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην πιο πάνω ποινή φυλάκισης των 7 μηνών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς αναφέρει αποδείχθηκαν αναφορικά με την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 24-9-2000 με πρόθεση προκάλεσε με παραινέσεις και με προτροπές την απόφαση στην Χ1, σύζυγό του, να καταθέσει ενόρκως κατά την εξέτασή της ως μάρτυρα ενώπιον της Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, στα πλαίσια της προανάκρισης που εκείνη διενεργούσε για τα αδικήματα της υπεξαγωγής εγγράφων και πλαστογραφίας, εγκλήματα για τα οποία είχε καταμηνύσει την πολιτικώς ενάγουσα ...... τα εξής περιστατικά, ήτοι ότι η τελευταία η οποία εργαζόταν ως λογίστρια στην επιχείρηση του, αφήρεσε από την επιχείρηση τέσσερα (4) φύλλα επιταγών την εταιρίας, τα ποία επλαστογράφησε, θέσασα την υπογραφή του κατ' απομίμηση τη σφραγίδα της εταιρείας και τις παρέδωσε σε κάποια Ψ1 την οποία αυτός ουδέποτε είχε γνωρίσει και ότι τις επιταγές αυτές συνολικού ποσού 10.000.000 δραχμών η Ψ1 της προεξόφλησε σε Τράπεζα η δε τελευταία, επειδή δεν πληρώθηκαν οι επιταγές ζήτησε και εκδόθηκε σε βάρος του διαταγή πληρωμής. Τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους, καθόσον η αλήθεια ήταν, ότι η μηνύτρια πολιτικώς ενάγουσα ούσα υπάλληλος του κατηγορουμένου, συμπλήρωσε τις εν λόγω επιταγές κατ' εντολή του κατηγορουμένου και της παρέδωσε στον ίδιο, ο οποίος τις μεταβίβασε στην ανωτέρω Ψ1 μέσω του συζύγου της. Όμως αυτός (κατηγορούμενος) έπεισε την ανωτέρω σύζυγό του να καταθέσει τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά στην Πταισματοδίκη, διαβεβαιώνοντας την για την αλήθεια τους ενώ αυτή δεν είχε ιδίαν αντίληψη για την αναλήθεια τους. Με τα δεδομένα δε αυτά το δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, αθώωσε την κατηγορούμενη Χ1 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, λόγω ελλείψεως στο πρόσωπό της του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, ενώ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία της ως άνω συγκατηγορουμένης συζύγου του, και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 α, 48 και 224 παρ. 2 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφάσεις, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, επειδή η συγκατηγορουμένη σύζυγός του αθωώθηκε για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα ενώ ο ίδιος καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός στην πράξη αυτή. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια αφ' ενός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφετέρου της εσφαλμένης εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν την ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση (δήλωση) του ..... , για αναίρεση της υπ' αριθμό 10196/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ